Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εικών Δημητρέλος

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος: ἀναμνήσεις...


ρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος, Πάρος 
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ
ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΝ ΚΑΙ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΝ
Τος γνώρισα κα τος δύο καλς κα συνεδέθην μετ' ατν δι το συνδέσμου τς κατ Χριστν γάπης. Τος γνώρισα κατ τ τη 1905 – 1907, πηρετν ες τς τάξεις το στρατο. γνώρισα πρτον τν είμνηστον λέξανδρον Παπαδιαμάντην, τν ποον παρηκολούθουν τακτικς ψάλλοντα ες τν δεξιν χορν κατ τς λονυκτίας, α ποαι γίνοντο ες τ κκλησάκι το προφήτου λισαι πλησίον του Παλαιο Στρατνος. Κατόπιν κε γνώρισα κα τν λέξανδρον Μωραϊτίδην, στις ψαλλε ριστερά. ψαλον δ κα ο δύο μετ πολλς συνέσεως, προσοχς, φόβου κα κατανύξεως, ποφεύγοντες τς τάκτους, τς θεατρικς κα θυμελικς φωνς. ψαλλον καθς τ Πνεμα τ γιον δι το Προφητάνακτος Δαυΐδ ν ψαλμος διδάσκει λέγον «Ψάλλατε τ Θε μν, ψάλλατε... καλς ψάλλατε... ψάλλατε συνετς (Ψάλμ. 32, 36) κα καθς ρίζουν ο θεσπέσιοί της γίας μν κκλησίας γιοι Πατέρες. «Τος π τ ψάλλειν ν τας κκλησίαις παραγενομένους βουλόμεθα, μήτε βοας τάκτοις κεχρσθαι κα τν φύσιν πρς κραυγν κβιάζεσθαι, μήτε τί πιλέγειν τν μ κκλησία ρμοδίων τ κα οκείων, λλ μετ πολλς προσοχς κα κατανύξεως τς τοιαύτας ψαλμωδίας προσάγειν τ τν κρυπτν φόρω Θε· ελαβες γρ σεσθαι τος...
υος σραλ (Λευϊτικν ΙΕ', 31) τ ερν δίδαξε λόγιον» (Κανν τς ΣΤ' Οκουμενικς Συνόδου).
Άγιος Νικόλαος ΠλανάςΜέχρι σήμερον πο χουν παρέλθη 45 τη, σάκις ναπολήσω ες τν μνήμην μου τν Παπαδιαμάντην κα τν Μωραϊτίδην κα τς κατανυκτικς κείνας γρυπνίας κα εράς μυσταγωγιας, τς ποίας τέλουν ο είμνηστοι π. ντώνιος κα πλος κα κακος, πράος, κέραιος κα ταπεινς τ καρδία παπ-Νικόλαος Πλανς, μο φαίνεται σν ν κούω τν ερν κείνην μνωδίαν, ποία μοίαζε σν μνωδία γγελικ κα προσευχ κατανυκτική, ποία ξαϋλώνει τρόπον τιν τν νθρωπον, τν ναβιβάζει νοερς ες τ οράνια κα τν πλησιάζει κα τν νώνει μ τν Θεόν. Ἐὰν κατ' ατν τν τρόπον, τν σεμνόν, τν εσχημον τελοντο ες λας τς κκλησίας α ερα κολουθίαι κα θεαι μυσταγωγίαι, μεγίστην φέλειαν θ λάμβανον λοι ο χριστιανοί. Δυστυχς, τς περισσοτέρας κκλησίας ο ψάλλοντες κα ερουργοντες μ τς τάκτους, τς σήμους κα νοικείους φωνς, τς κινήσεις χειρν, ποδν κ.λ. μελν τς μετέβαλον ες θέατρα κα οδεμία φέλεια ψυχικ προσγίνεται, διότι Βυζαντιν κκλησ. μουσική, κατανυκτικ κα εσχημος, ψυχωφελς κα σωτήριος φυγαδεύθη κα ντικατεστάθη ες τος περισσοτέρους ναος δι τς ερωπαϊκς θεατρικς μουσικς, τις εχαριστε κα τέρπει χι τν ψυχήν, λλ τν κοήν, οχ τν ελαβν χριστιανν, τν ταπεινν κα φοβουμένων τν Θεόν, λλ τν ν τος θεάτροις κα κινηματογράφοις φοιτώντων.
δ λεγομένη τετραφωνία, ψαλλομένη παρ ψαλτν νίων νευλαβν, χόντων τ πίσθια τν στραμμένα πρς τς γίας εκόνας κα τ γιον θυσιαστήριον, οτινες ν θεάτροις κα ν καπηλείοις τραγωδούσιν, χοντες τελείαν γνοιαν τν ερν κανόνων τν περ μνωδίας κα ψάλλουν μόνον τ στόματι κα οχ τ νοΐ κα τ καρδία, εναι μία τερατοφωνία, εναι τραγέλαφος. Δ θ λησμονήσω τν ελάβειαν κα προσοχν μ τν ποίαν ψαλλον ο είμνηστοι διδάσκαλοι Μωραϊτίδης κα Παπαδιαμάντης, μ τν σιγανν κα ταπεινν φωνν τν.
φαίνοντο χι τι ψαλλον λλ' τι προσηύχοντο κα συνωμίλουν μ τν Θεόν. δ Παπαδιαμάντης ταν ψαλλε τ τροπάρια τς Δευτέρας Παρουσίας: «ταν μέλλεις ρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποισαι, Κριτ δικαιότατε... ταν τίθενται θρόνοι κα νοίγονται βίβλοι κα Θες ες κρίσιν καθέζηται... ννο τν μέραν κείνην κα τν ραν, ταν μέλλομεν πάντες γυμνο κα ς κατακριτοι τ δεκάστω Κριτ παρίστασθαι...» τ ψαλλε μ τοιαύτην συναίσθησιν κα φόβον, στε φαίνετο σν ν στατο μπροσθέν του φοβερο Κριτηρίου. ταν δ ψαλλε τ το Παραδείσου τροπάρια, φαίνετο σν ν ξίστατο κα ρπάζετο ς ες Παράδεισον. σαύτως ταν ψαλλε τ ναστάσιμα τροπάρια κα κανόνας, φαίνετο ς χαίρων κα λλόμενος, καθς Θεοπάτωρ Δαυΐδ πρ τς σκιώδους Κιβωτο λατο σκιρτν.
πειδ δ ψαλλον μετ συνέσεως κα ελαβείας, δν πέτρεπον ες ψάλτας πο ρχοντο δι ν ψάλωσι ες τς γρυπνίας, ἐὰν κα κενοι δν ψαλλον συνετς κα μεταχειρίζοντο χι τς φυσικς τν φωνς, λλ θυμελικς, προσποιητς κα τάκτους φωνς. δ Παπαδιαμάντης στις το κα εέξαπτός τους δίωκε.
-Φύγετε, τος λεγε, δ εναι τόπος προσευχς. Πηγαίνετε ν τραγουδήσετε ες τ θέατρα.
Πολλάκις κα μ στις μην βοηθός του κα μαθητής, ταν κανα καμμίαν παραφωνίαν παρατονίαν, μ δίωκεν.
-Φύγε, μο λεγε, πασε, κλεσε τ στόμα σου, πρόσεκτε.
γ παραμέριζα, λλ γρήγορα το περνοσε θυμς κα πάλιν μ κάλει.
-Κώστα, λα ν ψάλης.
γ πειδ εχον ζλον ν μάθω μέσως, τρεχον κα ψαλλον. το δ τόσο ταπεινός, στε πολλάκις μετ τ τέλος τς γρυπνίας μπροσθεν πολλν μο ζήτει συγχώρησιν.
-Κώστα, μο λεγεν (τοτο το τ κοσμικόν μου νομα), ν μ συγχωρέσης διότι σ λύπησα.
Κα γ τ λεγον:
-γ πταίω, διδάσκαλε, διότι εμαι πρόσεκτος. Σ εχαριστ δ διότι μ τς παρατηρήσεις πού μου κάμνεις γίνομαι προσεκτικώτερος κα μ τς πιπλήξεις μ διδάσκεις τν πομονν τς ποίας χω νάγκην.
μολογ, τι π τν τάξιν κείνην ποία παρετηρετο ες τ κκλησάκι κενο το προφήτου λισαι λαβον μεγάλην φέλειαν. κενοι πο τ κατεδάφισαν δειξαν μεγάλην σέβειαν κα συνιστ ες πάντας τος λληνας λογοτέχνας κα λογογράφους ς πνευματικς πατρ ν παιτήσουν παρ τού Σου πουργείου τς Παιδείας κα παρ τς ερς Συνόδου κα τς ρχαιολογικς ταιρίας ν νοικοδομηθ νέον κκλησίδιον ες τν διον τόπον που πρχε τ παλαιόν, δι ν παραμείνη ς μνημεον δι τς μελλούσας γενες, ν τ βλέπωσιν ο νέοι λογοτέχναι κα ν τ πιδεικνύωσι κα ες τος ξένους λογοτέχνας, τος πισκεπτομένους τν λλάδα, δι ν πληροφορνται τι ες ατν τν ερν τόπον, ες ατο τ κκλησίδιον, ο κορυφαοι τν λογογράφων τς λλάδος ς εσεβέστατοι τέλουν γρυπνίας προσευχόμενοι, δοντες, ψάλλοντες, ανοντες κα ελογοντες τν Θεόν.
Ο μόνον δ γ φελήθην, λλ κα λλοι πολλο φοιτντες ες τς γρυπνίας κείνας, κούοντες μετ κατανύξεως τς ναγνώσεις ες τος βίους τν γίων, ες τος λόγους περ ψυχς, περ μελλούσης κρίσεως, περ Παραδείσου, περ κολάσεως, τος ποίους λόγους μ πλν φράσιν ρμήνευεν νίοτε Μωραϊτίδης.
Τινς ξ ατν μισήσαντες τν μάταιον κόσμον κα καταφρονήσαντες πάντα τ πίγεια ς φθαρτ κα ρέοντα, γαπήσαντες δ τν Θεν κα τ οράνια κα ε διαμένοντα, γκατέλειπον τν κόσμον κα τ ν κόσμω κα κολούθησαν δι τς μοναχικς πολιτείας τν Χριστόν, ξ ν τινς διέπρεψαν π' ρετή, φιλομαθεία κα σιότητι βίου, πολλο δ γιναν γούμενοι μονν. Ες κ τν πρώτων στις σπάσθη τν μοναχικν βίον κα ρεν τν Σταυρν το Κυρίου π' μων κα κολούθησεν Ατόν, το ξ Αγίνης ατρς Σπυρίδων Καμπανάος, δι το γγελικο σχήματος πικληθες θανάσιος Λαυριώτης μελετηρότατος κα πολυγραφώτατος, δρυτς τς γιορειτικς Βιβλιοθήκης.
Οτος τε τι το νέος κα φοιτητς τς ατρικς, το κα τακτικς θιασώτης τν γρυπνιν, ατινες γίνοντο ες τν προφήτην λισαιέ, ψάλλων μελωδικότατα. τε δ λαβε τ δίπλωμα τς ατρικς, κατανοήσας ς φρόνιμος κα νουνεχς τν το Κυρίου φωνήν: «στις θέλει πίσω μου λθεν παρνησάσθω αυτν κα ράτω τν Σταυρν ατο κα κολουθείτω μοί... κα φιλν πατέρα μητέρα πρ μέ, οκ στί μου ξιος...», φκε τν κόσμον κα τ ν κόσμω, γονες, δελφούς, φίλους, τιμς, δόξας κα ναπαύσεις προσκαίρους κα κατέφυγεν ες τν ν τ γίω ρει το θωνος ερν Μονν τς Μεγίστης Λαύρας, νθα π πολλ τη τν μοναχικν νύσας δίαυλον, ν ρετας, νηστείαις, γρυπνίαις κα προσευχας, ν συγγραφας κα μεταφράσεσιν φελίμων βιβλίων, δόξασε κα τίμησε τν Θεόν, τ μοναχικν πολίτευμα κα τ γιώνυμον ρος το θωνος.
Τούτου τ παράδειγμα κολούθησαν κα λλοι τινς κα μεταξ ατν κα ποφαινόμενος, μετ το πνευματικο δελφο κα φίλου μου Νικολάου Μητροπούλου, δικηγόρου, νεψιο το ειμνήστου ρχιεπισκόπου Πατρν εροθέου Μητροπούλου, γραμματέως τότε το μεγάλου καταστήματος το Δήμ. Τερζοπούλου, μ τν ποον γνωρίσθην ες τς γρυπνίας κα φο γνωρίσθημεν, μείναμεν σύνοικοι π 1 ½ τος κα μο νεχωρήσαμεν ξ θηνν δ' γιον ρος τν 8ην Μαΐου, ορτν το γίου ωάννου το Θεολόγου.
Μετ τν γρυπνίαν κα ερν μυσταγωγίαν, ν παρηκολουθήσαμεν ες τ κκλησάκι το Προφήτου λισαιέ, μς φιλοξένησεν ες τν οκον το μαζ μ τν Παπαδιαμάντην φιλομόναχος κα φιλόξενος Νίκ. Μπούκης κα ποχαιρετίσαντες τος Παπαδιαμάντην κα Μωραϊτίδην, κατήλθομεν ες Πειραιά, που μας συνώδευσαν Νικόλαος Μπούκης, κ το ρωϊκο Σουλίου ταγματάρχης Κώνστ. Σμπόνιας, πνευματικν τέκνον το ν Πάρω σίου ρσενίου, κα κ Σίφνου γραμματες το πουργείου τν σωτερικν Στάμ. Γαϊτάνος, οτινες σαν τακτικώτατοι ες τς γρυπνίας.
Φθάσαντες ες Θεσσαλονίκην, ο Τορκοι μς θεώρησαν ς κατασκόπους, κα μ διασωθέντα ς κ θαύματος τ μεσιτεία το Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, μ πέστρεψαν ες τν λλάδα, τν δ φίλον μου Νικόλαον Μητρόπουλον τ μεσιτεία γνωστο του Τούρκου ξιωματικο τν πέστειλαν ες γιον ρος. Μεταβς ες τν ερν Μονν Σίμωνος Πέτρας λαβε τ γγελικν σχμα, κληθες Νελος κα διορισθες, ς γγράμματος, γραμματες τς Κοινότητας το γίου ρους, ζήσας λίγα τη ν κρα ρετ κα σιότητι, ν ταπεινώσει, ν φιλαδελφία κα γάπη ελικρινε πρς τν Θεν κα τν πλησίον κα εάρεστος τ Θε γενόμενος, τελειωθες ν λίγω πλήρωσε χρόνους μακρούς.
γ δ ετελς κα λάχιστος, πιστρέψας ες λλάδα, λθον κα κοινοβίασα ες τν ερν Κοινοβιακν Μονν τς Ζωοδόχου Πηγς, ες ν κα ερίσκομαι ρτι κα ναμένω τν ντεθεν ναχώρησιν κα μετάβασιν ες τν ληθινν πατρίδα, τν οράνιον ερουσαλήμ, τν κραταιν κα νόλεθρον.
Μετ π μς κολούθησε μετ' λίγον κα νωτέρω ρηθες κ Σίφνου Σταμάτιος Γαϊτάνος, λθν κατ' ρχς ες τν ερν μν Μονν κα κατόπιν μεταβς ες τν πατρίδα το Σίφνον, που καρες μοναχς χειροτονήθη ερες κα γούμενος τς ερς Μονς Βρύσεως. ποσυρθες τς ερς Μονς, φησυχάζει ν Φυρογείοις. Μετ τατα λθον ες τν νταύθα ερν μν Μονν κ τν φοιτώντων ες τς γρυπνίας το Προφήτου λισαιέ, λλοι πέντε, κ Νάξου ντώνιος Κούρτης, στις το κανδηλανάπτης ες τν ναν το Προφήτου λισαιέ, κ Δεσφίνης τς Παρνασσίδος ωάννης Σιδέρης, νν ερομόναχος λίας, κ Σμύρνης μμ. Φωτιάδης, κ Κν/πόλεως μμ. Νιώτης, γενόμενος μοναχός, μν πρτος κληθες Φιλόθεος, δ δεύτερος Μάξιμος, κα κ Κέας Θεόφιλος Ζάμαρος, ερομόναχος πνευματικός, στις δη ερίσκεται ες τν ν μαλιάδι ερν Γυναικείαν Μονν το Προφήτου λιο. κτς τούτων σαν κα λλοι, οτινες μετέβησαν ες γιον ρος κα λλας μονάς.
λλ κα γυνακες φοιτσαι ες τς γρυπνίας κείνας, κολούθησαν τν μονήρη βίον, ατινες διέλαμψαν ν τας ρετας κα τ σιότητι, ν ας κ Κρήτης σία Ξένη, όμματος κα ποιήτρια κατανυκτικωτάτων εχν κα δεήσεων κα μνων, χρηματίσασα ρκετ τη γουμένη ες τν ν Αγίνη ερν Μονν τς γίας Τριάδος, τν δρυθεσαν π το γίου Νεκταρίου πρώην Πενταπόλεως, μοναχ Κασσιαν ποτακτική της νωτέρω Ξένης κα διάδοχός της γουμενείας, Νεκταρία Γιαβοπούλου χρηματίσασα κα ατ γουμένη ες τν δίαν Μονήν, Παρθενία Μάνδηλα, τις χρημάτισε γουμένη τς ν Πάρω Γυναικείας Μονς Μεταμορφώσεως Χριστο κα λλαι πολλαί.
Ες τς γρυπνίας το Προφήτου λισαι ψαλλεν νίοτε κα κ Κν/πόλεως μουσικοδιδάσκαλος Τσώκλης, βραδύτερον δ ο κ Βόλου Στέφανος Ζήτης, κατόπιν πρεσβύτερος χειροτονηθες, λίας Μάρος κα Διευθυντς τς «γιορειτικς Βιβλιοθήκης» Σώτ. Σχοινς, Γεώργ. Τσαντίλης, Πάν. Τομς, κ Πάρου Γεωργ. Στέλλας, στις κα πίτροπος χρημάτισε κα δ' νεργειν το κοσμήθη τ κκλησίδιον δι τοιχογραφιν.
μφότεροι, Παπαδιαμάντης κα Μωραϊτίδης ς νθρωποι κα ατο εχον νθρωπίνους δυναμίας κα τελείας, πειδ κατ τν Μ. Γρηγόριον «κα τν ρίστων μμος πτεται, ς τελείου κα ναμαρτήτου ντος μόνου του Θεο», λλ' ες τν γενεν τν ποίαν ζησαν, καθ' ν πάντες κατ τν Προφητάνακτα Δαυΐδ ξέκλιναν μα χρειώθησαν, οτοι ο μακάριοι δν ξέκλιναν, λλ' στάθησαν δραοι, στύλοι κλόνητοί της εσεβείας, κα κριβες φύλακες τν παραδόσεων.
νήστευον τς π τν γίων ποστόλων κα τς κκλησίας νενομοθετημένας νηστείας, γρύπνουν, προσηύχοντο κα κατεγίνοντο ες τν μελέτην τν γίων Γραφν, τν συγγραμμάτων τν γίων Πατέρων κα διδασκάλων τς γίας μν κκλησίας. Ες τ συγγράμματα τν εναι καταφανς ελάβεια τν κα φοσίωσις πρς τν Θεόν, τος γίους Πατέρας κα ερς παραδόσεις. σαν κτήμονες, ζων λιτότατα κα νεδύοντο ταπειν κα πενιχρά. δ Παπαδιαμάντης το πάντοτε πτωχός, διότι ,τι εχε τ διδον, τ διένειμε τος πτωχος. Πολλάκις ο φίλοι του βλέποντες τι τ νδύματά του σαν πεπαλαιωμένα, τ πρόσφερον καινουργή, λλ' κενος δν δέχετο, κα ταν τ νδύματά του κα σανδάλια καθίσταντο χρηστα, τότε τ ντικαθίστα. φρόντιζον κα ο δύο ν στολίζουν χι τ φθαρτν κα θνητν σμα τν, λλ τν φθαρτον κα θάνατον ψυχν τν μ ρετς, μίσουν κα πεστρέφοντο πάντα νεωτερισμν κα τν σημερινν ψευδοπολιτισμν κα τν ξενομανίαν, λεγχον δ κα καυτηρίαζον τος χάσκοντας δι τ ξένα κα θνεία κα εσάγοντας ξένα κα καιν δαιμόνια, τος νεωτεριστς κα καινοτόμους, οτινες πεμπόλησαν τ ρχαία κα χριστιανικ θη κα θιμα, τινς δ κα ατν τν θησαυρν τς ρθοδόξου μν πίστεως κα νεδύσαντο ς μάτιον τν νεωτερισμν κα τ σαθρ κα σεμνα θη τν Ερωπαίων κα λοιπν ξένων κα κινδυνεύει λλς ν ξευρωπαϊσθ κα μερικανοποιηθ. Μετέβησαν τινς λληνίδες ες Ερώπην, εδον γυναίκας σέμνως νδεδυμένας, βαμμένας τ πρόσωπα, τ χείλη, τος νυχας, εδον γυναίκας ν καπνίζουν, ν χαρτοπαίζουν, ν' ποφεύγουν τν τεκνογονίαν, ν κάμνουν κτρώσεις, ν παίρνουν διαζύγια, ν χωρίζωνται τος νδρας τν, ν κουρεύωνται, ν φορον πανταλόνια, κα εθς τς μιμήθησαν κα μοιώθησαν ατας. Κα χι μόνον τς μιμήθησαν, λλ κα ρχόμεναι ες τν λλάδα φρόντισαν ν μεταδώσουν τ τοιατα κα ες λλας γυναίκας, α ποαι μετ χαρς δέχθησαν τ σεμνα, τ σεσηπότα, τ σαθρ κα θνεία.
Πρέπει ν μολογήσωμεν τν λήθειαν, τι ες διαφόρους χώρας τς Ερώπης, ες τν Γαλλίαν, ταλίαν κα γγλίαν, λβετίαν κ.α., πάρχουν κα γυνακες σεμναί, τίμιαι, θικαί, θεοφοβούμεναι, σεμνς νδεδυμέναι κα γενικς δ παρ τος καθολικος παγορεύεται ν τος ερος ναος εσοδος γυναικν σέμνως νδεδυμένων. λλ' α νωτέρω λληνίδες μιμήθησαν τς π τν σκηνν τν θεάτρων κα κινηματογράφων.
Πρ 60 τν ες τν λλάδα δν πρχε γυν σέμνως νδεδυμένη, οτε πλουσία οτε πτωχή, οτε μεγάλη οτε μικρή· ντρέπετο ν δη τς γυμνν χι τ χέρι, πόδι, τράχηλον λλ κα ατ τ πρόσωπον τν. Δι τοτο α μν τν πόλεων, δίως α τν πλουσίων κυρίαι, ταν ξήρχοντο ες περίπατον, μετέβαινον ες πισκέψεις, εχον καλύπτρας ες τ πρόσωπον, α δ τν παρχιν, δίως τν χωρίων, εχον μανδήλας, μ τς ποίας κάλυπτον χι μόνον τς κεφαλάς, λλ κα τ πρόσωπα κα μόνον γυμνν μέρος μενον ο φθαλμο δι ν βλέπωσι κα ρς δι ν ναπνέωσιν· πολλάκις κάλυπτον κα τν ρίνα κα ταν συνήντων μίλουν μ νδρας νευον πρς τ κάτω· σπάνιαι βάφοντο· βάφοντο δίως α τν θεάτρων κα τν οκων νοχς.
Ες τς περισσοτέρας κκλησίας εχον τ λεγόμενα δικτυωτά, δι ν μ βλέπουν ο νδρες τς γυναίκας, δ' ατ α πορνεαι, α μοιχεαι, α κτρώσεις, τ διαζύγια σπάνιζον, δ ποφυγ τς τεκνογονίας τις γενικεύθη κόμη κα ες τ μικρότερα χωρία τς λλάδος κα ες τ γροικίας, το γνωστος καθς το γνωστον κα τ σιγάρο κα χαρτοπαιξία ες τς γυναίκας. μοίως πολλο νδρες μεταβαίνοντες ες Ερώπην κα μαθόντες τι κε πάρχουν μασόνοι χοντες μασονικς στος, μιμήθησαν τούτους κα πιστρέψαντες ες τν λλάδα, μετελαμπάδευσαν κα μετεφύτευσαν τν μασονισμόν, δρύσαντες στος, γωνιζόμενοι πως προσελκύσουν κα προπαγανδίσουν, σους δυνηθον ες τν μασονίαν· λλοι γένοντο χιλιασταί, κομμουνισταί, πνευματισταί, αρετικοί, κακόδοξοι κα φο γένοντο υο το σκότους ο πρώην υο το φωτός, προσπαθον μ φανατισμν ν σκοτίσουν κα λλους κα ε δυνατν ν κάμουν πάντας μοίους τν.
λλ τ πλέον λυπηρν κα ξιον θρήνων εναι τι κα κληρικο μεταβαίνοντες ες Ερώπην κα μερικν κτς σπανίων ξαιρέσεων παθον τ μοια· βλέποντες το τεροδόξους κουρευμένους, ξυρισμένους χωρς ράσα, ς λαϊκος νδεδυμένους, τος μιμήθησαν δικαιολογούμενοι κα προφασιζόμενοι προφάσεις ν μαρτίαις, τι δθεν ο Ερωπαοι κληρικο εναι καλλίτεροι π μς, εναι πολιτισμένοι, ν μες εμεθα πολίτιστοι, συγχρόνιστοι, μ τ ράσα δ κα μ τ γένεια εμεθα γριοι, κα τι τ ράσα δν κάνουν τν παπ κα τι ο ξένοι ταν φορμεν ράσα μς χλευάζουν. Ταλαίπωροι! Πόσον πλανάσθε!! στε ο γιοι Προφται, ο γιοι πόστολοι, ο γιοι Πατέρες, γιώτερος πάντων τν νθρώπων Τίμιος Πρόδρομος, ατς διος Κύριος μν ησος Χριστς μονογενς Υἱὸς κα Λόγος το Θεο Πατρός, δι τν μετέραν σωτηρίαν γενόμενος νθρωπος πο εχαν γένεια κα μύστακα, σαν γριοι πολίτιστοι!
ντροπή σας! Λείπεται ν μς επητε τι κα Θες Οράνιος Πατρ θ εναι πολίτιστος κα συγχρόνιστος διότι παραγγέλλει ες τ Λευϊτικν (κέφ. ΙΘ', 27) κοινς ες πάντας, διαιτέρως δ ες τος ερες ν μ ξυρίζωσι τ γένειον «Ο φθαρετε τν ψιν το πώγωνος μν.» Συμφων κα γ τι τ ράσα δν κάμνουν τν παπά, τν κάμνουν τ καλ ργα, λλ κα παπς χωρς ράσα δν μπορε ν εναι παπάς. Παπς δ κουρεμένος, ξυρισμένος τελείως, παπς μ γυναικείαν ψιν, γυναικοπρόσωπος, δν εμπορε ν εναι παπάς.
Παπς φοιτν ες θέατρα, παίζων, διασκεδάζων, χορεύων, πηδν κα κατόπιν τελν τ φρικτ μυστήρια, δν εναι παπάς, εναι θεομπαίκτης, εναι καραγκιόζης! Παπς στις φοβούμενος μήπως τν χλευάσουν ο λλόθρησκοι βγάζει τ ράσα του, ἐὰν το χλευάσουν κα τν πίστιν το πόμενον ν τν ρνηθ! Διότι « εχερς π τν μικρν ττώμενος, εχερς κα π τν μεγάλων ττηθήσεται» λέγει σοφς Μάρκος σκητής.
λλ τί επω κα λαλήσω; Μακάριοι ο λέγοντες ες τα κουόντων. Φοβομαι μήπως μιλ κα γράφω ες τα χόντων τα λλ μ κουόντων, χόντων φθαλμος λλ μ βλεπόντων. Φοβομαι μήπως φθασαν α μέραι α πονηρα κεναι, δι τς ποίας επεν Μέγας ντώνιος μίαν προφητείαν ες τος αυτο μαθητς κα ες κροατς το οτινες πολλαχόθεν προσέτρεχον πρς ατν δι ν τν δωσι κα κούσωσι τν γλυκυτάτην διδασκαλίαν το νομάζοντες ατν νθρωπον Θεο. «κούσατε, τέκνα μου, τος επεν, ρχεται καιρς καθ' ν ο νθρωποι θ μανσι (θ τρελλαθσι), πν δ δωσι τιν μ μαινόμενον παναστατήσοναι κατ' ατο λέγοντες· μες μαινόμεθα, να τί σ ο μαίνει»; προφητεία ατη το γίου ντωνίου ρχισεν ες τίνας νδρας κα γυναίκας ν κπληροται ξ σων νωτέρω επομεν, λλ κα κ τν λεγομένων καλλιστείων δήλ. τν πιδείξεων γυμνν γυναικείων σωμάτων.
π ρχαιοτάτων χρόνων κα π Χριστο ς ναφέρουν ο ερο εαγγελισταί, λλ κα σήμερον μόνον ο τρελλο κα ο δαιμονισμένοι ξεσχίζουν τ μάτια τν κα λαυνόμενοι π τς μανίας κα τν δαιμόνων περιφέρονται γυμνο ες τς δος κα ρήμους κα τος ποίους ο συγγενες τν κα ο λοιπο φρόνιμοι νθρωποι τος δένουν μ σίδηρα κα λύσεις κα φ' σον διαρκε τρέλλα, τος κλείουν ες φρενοκομεα. μοιον τί μ τ νωτέρω πάσχουσι κα α γυνακες κεναι α ποαι σπεύδουν πιδεξαι γυμνς τς σάρκας τν. Ταύτας φείλουν ο γονες, ο δελφοί, ο συγγενες, ο φίλοι ν τς περιορίζωσι κα ἐὰν πιμένουν τότε ν μεταχειρισθσιν λύσεις κα σίδηρα κα ξύλο, διότι ταν τς φίνουν λευθέρας εναι φανερόν, τι κα ατο πάσχουν τν δίαν σθένειαν, καθς κα κενοι πο τρέχουσι ν τς δωσι κα θαυμάσωσι, ν τς τιμήσωσι κα ν τς δοξάσωσι κα ν τας ποδώσωσι λατρείαν οαν πέδιδον, ο γνωστοι κα σελγες ρχαοι τ ψευδοθε φροδίτη.
ξιος παίνου εναι Σς Μητροπολίτης δέσσης στις δ' πιτιμίου φορισμο μπόδισε τν πίδειξιν καλλιστείων ες τν παρχίαν του κα πρεπε πάντες ο μητροπολίται ν τν μιμηθσι. Πο εσθε Παπαδιαμάντη κα Μωραϊτίδη, πο εσθε τν παρελθόντων αώνων διδάσκαλοι κα κήρυκες τς εσεβείας κα τς κκλησίας γιοι ρχιερες κα κληρικο Κοσμ Ατωλέ, Μακάριε Νοταρά, Νικηφόρε Θεοτόκη, Εγένιε Βούλγαρη, θανάσιε Πάριε, Νικόδημε γιορείτα, Χριστόφορε Παπουλάκε;
Πο εσθε γιοι ρχιερες κα ερες τς ποδούλου λλάδος, οτινες π πέντε αώνας π κάτω του σκληροτάτου ζυγο τς δουλείας φυλάξατε κριβ, νόθευτον κα σάλευτον τν ρθόδοξον πίστιν μν, τς ερς παραδόσεις κα λα τ σεμν κα χριστιανικ θη κα θιμα, δι ν δητε τν κατάντια τς σημερινς γενες κα ν κλαύσητε κα θρηνήσετε τν σημερινν λεεινν κα οκτρν μς κατάστασιν!
Πο εσαι λία Μηνιάτη, διαπρύσιε κρυξ τς κκλησίας ν κηρύξεις στεντορείως. θη! καιροί! Υο τν λλήνων χριστιανν ως πότε βαρυκάρδιοι; να τί γαπτε ματαιότητα κα ζητετε ψεδος; λληνες κα λληνίδες σοι πλανήθητε π τν ρχοντα το σκότους, σοι σκοτίσθητε, ποδιώξατε τ σκότος, προσέλθετε ες τν ρχοντα το Φωτς τν Κύριον μν ησον Χριστόν, στις εναι τ φς τ ληθινν τ φωτίζον κα γιάζον πάντα νθρωπον ρχόμενον ες τν κόσμον, προσέλθετε πρς ατν κα φωτίσθητε κα τ πρόσωπά σας δν θέλουν καταισχυνθ, προσέλθετε ν μετανοία ελικρινε, προσέλθετε χωρς ναβολήν, τι τ τέλος γγικεν, θάνατος στιν δηλος κα ν τ δη οκ στι μετάνοια.
Κύριος μν ησος Χριστς μεταξ λλων σημείων, σα θ κολουθήσουν λίγον πρ τς συντελείας το κόσμου κα περ ν ναφέρουσιν ο ερο Εαγγελισταί, τος επε κόμη κα ν λλο π κενα τ ποα δν εναι γραμμένα λλ διεσώθη κ παραδόσεως κα τ ποον νέγνωσα ες ρχαον βιβλίον. ταν δητε τ νωτέρω σημεα κα ταν γίνωσιν α γυνακες νδρες κα ο νδρες γυνακες, τότε ν γνωρίσητε τι πλησιάζει τ τέλος.
Τ βλέπομεν κα ατ σήμερον. Πόσαι γυνακες δν περιπατον μ πανταλόνια κα μ σιγάρα στ χέρια κα στ στόματα, ο δ νδρες τν κα ο πατέρες τν κα α μητέρες τν τς καμαρώνουν!
δ φωστρ τς κκλησίας μς Θεος Χρυσόστομος ρωτηθες πότε ρχεται τ τέλος, πήντησεν, ταν κλείψη αδς π τς γυναίκας. αδς ο μόνον ξέλιπεν π τς πλείστας τν γυναικών, λλ κα ερίσκεται ν διωγμ ς γραψεν ρθοτατα κα ληθέστατα φιλευσεβέστατος κα ζηλωτς τν πατρίων γαπητς κ. Μ. Τριανταφύλλου ες φυλλάδιόν του δημοσιευθν ν Θεσσαλονίκη τ 1950 « αδ ν διωγμ».
Τ ν ξετάζωμεν δι ν μάθωμεν κριβς περ τς μέρας τς συντελείας το κόσμου κα τς Δευτέρας Παρουσίας δν μς φελε τόσον, σον μς φελε ν πιστεύσωμεν τι τ τέλος εναι γγύς, τι θ ποθάνωμεν, τι μετ θάνατον πάρχει ζω αώνιος, τι θ δώσωμεν λόγον τν πράξεών μας κα καστος κ τν δίων ργων δοξασθήσεται ασχυνθήσεται κα τι Παρουσία το Κυρίου θ λθη αφνιδίως κα ς στραπή, κα τι πρέπει ν εμεθα πάντοτε τοιμοι ς παραγγέλλει μν Κύριος «Προσέχετε αυτος μήποτε βαρυνθσιν μν α καρδίαι ν κραιπάλη κα μέθη κα μερίμναις βιωτικας κα αφνίδιος φ' μς πιστ μέρα κείνη· ς παγς γρ πελεύσεται π πάντας τος καθημένους π πρόσωπον πάσης της γής· γρυπνετε ον ν παντ καιρ δεόμενοι, να καταξιωθτε κφυγεν πάντα τ μέλλοντα γίνεσθαι κα σταθναι μπροσθέν του υο το νθρώπου (Λούκ. ΚΒ' 34,35).
πανέλθομεν π τ προκείμενον. Παπαδιαμάντης κα Μωραϊτίδης ζήσαντες εσεβς, σίως κα δικαίως κα φυλάξαντες τς ντολς το Κυρίου, μετέβησαν πρς τς αωνίους μονάς, δι ν ανσι κα δοξολογσιν καταπαύστως μετ τν γγελικν Ταγμάτων κα τν γίων Πάντων τν Ποιητν κα Δεσπότην κα Βασιλέα το παντός. Κα μν Παπαδιαμάντης κοιμήθη ν Σκιάθω κατ τ τος 1910. δ Μωραϊτίδης, γενόμενος μοναχς κα μετονομασθες νδρόνικος, κοιμήθη σαύτως ες Σκιάθον κατ τ 1929. Κα ο δύο εχον πόθον ν ρχοντο ν μόναζον νταύθα ες τν ερν Μονν τς Λογγοβάρδας. μν Παπαδιαμάντης μόλις κουσεν τι λθον ες τν Μονν κα γινα μοναχς κα χειροτονήθην διάκονος, μο παρήγγειλεν ν τν περιμένω πιστρέφοντα κ Σκιάθου νθα μετέβαινε, λλ' πελθν δν πέστρεψε, πλθε πρς Κύριον. δ Μωραϊτίδης πειδ εχεν λθη μικρς ες τν Μονν δι ν μονάση, μαθητς ν το Γυμνασίου ν Σύρω, πλησίον του θείου το ερομονάχου Διονυσίου διδασκάλου Πνευματικο κα εροκήρυκος, κα μ δεχθες παρά του τότε γουμένου εροθέου Βουτσινιώτου πειδ το μικρς τ λικία, πέστρεψεν ες Σύρον κα τελειώσας τ Γυμνάσιον εσήχθη ες τ Πανεπιστήμιον κα σπούδασε τν φιλολογίαν κα γενόμενος Καθηγητς δίδαξεν λίγα τη, νυμφευθες γυναίκα τιμίαν κα σεμνν τις ες τ τέλος το βίου τς γένετο μοναχ θανασία νομασθεσα.
ζησε μετ' ατς ν παρθενία, φοσιωμένος ες τν Θεν κα ες τν συγγραφν βιβλίων κα μετάφρασιν τν συγγραμμάτων τν γίων Πατέρων Γρηγορίου κα Μ. Βασιλείου. Εχε σκοπν ἐὰν ζη ν μετέφραζε, ς μο γραφε, ες τν καθομιλουμένην μφοτέρων τν διδασκάλων τ παντα· μο στειλε δ μερικ ποσπάσματα μεταφρασμένα· πειδ π τ τος 1909-1929 εχομεν τακτικν λληλογραφίαν κα εχον πολλς πιστολς του κα ποσπάσματα μεταφράσεων το γ. Γρηγορίου κα Μ. Βασιλείου. Τ ποία λθόντες ο ταλο κατ τν καιρν τς κατοχς κα ποιήσαντες ρευναν ες τ κελλίον μου κα γραφεον, φήρεσαν ατ λα μετ' λλων πιστολν. πόθος το το ν γίνετο μοναχς ες τν Λογγοβάρδαν ες τν ποίαν λθε πας ν μ σκοπν ν μονάση. λλ μεταβς ες τν πατρίδα το κάρη κε μοναχς π τού Σου γ. Χαλκίδος κυρο Γρηγορίου κα κε παρέδωκε τ μν πνεμα ες χείρας το Θεο, τ δ σμα ες τν γενέτειραν ατο. πρεπε γεννήσασα κα θρέψασα ατος διαιτέρα πατρς ν δεχθ ν τος κόλποις ατς τ λείψανα ατν. Μωραϊτίδης κτός της φιλολογίας, φιλοτεχνίας κα θεολογίας ες ς σχολετο, το κα ριστος μνογράφος κα σματογράφος κα πολλος γίους κα γίας στόλισε δ' σμάτων κα γκωμίων.
Δίκαιον κα πρέπον ν καυχται ο μόνον Σκιάθος, λλ κα σύμπασα λλς δι τν ξυνωρίδα τν δύο τούτων νεωτέρων διδασκάλων κα λογογράφων, τι ες τς πονηρς ταύτας μέρας, ες τν γενεν τν πονηρν μοιχαλίδα κα μαρτωλν τοιοτοι νεφάνησαν βλαστοί, τος ποίους φείλουν ν μιμηθσι λοι ο νεώτεροι θικολόγοι, λογογράφοι κα λογοτέχναι· ν μ γράφωσι κα λέγωσι μόνον λλ κα ν ποισιν. πειδ ποιήσας πρτον κα δεύτερον διδάξας, μέγας κληθήσεται ν τ Βασιλεία τν Ορανν.
ρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος, Πάρος 
ΚΙΒΩΤΟΣ 
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
 
 
ρωμαίικο οδοιπορικό