Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εικών Δημητρέλος

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Πώς πρέπει να βγαίνει στο πεδίο της μάχης ο στρατιώτης του Χριστού.





Αφού ξυπνήσεις το πρωί, και αφού προσευχηθείς κάμποση ώρα, λέγοντας, Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με, το πρώτο πράγμα, που έχεις να στοχασθείς είναι αυτό, το να σου φανεί πως βλέπεις τον εαυτό σου περικλεισμένο μέσα σ’ έναν τόπο, και στάδιο, το οποίο δεν είναι άλλο, παρά η ίδια σου η καρδιά, και όλος ο εσωτερικός άνθρωπος · μ’ αυτό τον νόμο, ότι, όποιος εκεί δεν πολεμήσει, να μένει πάντοτε πεθαμένος · και μέσα σ’ αυτό λογάριασε πως βλέπεις εμπρός σου εκείνο τον εχθρό, και εκείνη την κακή σου όρεξη, την οποία αποφάσισες για να πολεμήσεις, και είσαι έτοιμος να πληγωθείς και να πεθάνεις, αρκεί μόνο να την νικήσεις. Και από μεν το δεξί μέρος του σταδίου, νόμισε πως βλέπεις το νικηφόρο σου Αρχιστράτηγο, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, με την Παναγία του Μητέρα, και με πολλά Τάγματα Αγγέλων και Αγίων και μάλιστα με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ.


Από δε το αριστερό, πως βλέπεις τον καταχθόνιο διάβολο, με τους δικούς του δαίμονες, για να σηκώσουν το πάθος εκείνο, και την κακή όρεξη καταπάνω σου, και να σε παρακινήσουν να αφήσεις τον πόλεμο, και να υποταχθείς σ’ αυτό · φαντάσου και πως ακούς μια φωνή, σαν από το φύλακά σου Άγγελο, να σου λέει έτσι · «Εσύ σήμερα πρέπει να πολεμήσεις εναντίον αυτού ακριβώς του πάθους, και των άλλων εχθρών · και μη δειλιάσει καθόλου η καρδιά σου, και φύγεις από τον πόλεμο λόγω φόβου, ή άλλης συστολής, με κανένα τρόπο · γιατί ο Κύριός μας και Αρχιστράτηγός σου Ιησούς, στέκεται εδώ συντροφιασμένος μαζί με όλους τους χιλιάρχους και εκατόνταρχούς του, δηλαδή με όλα του τα ένδοξα τάγματα, για να πολεμήσει όλους τους εχθρούς σου, και να μη τους αφήσει να σε δυναστεύουν ή να σε νικήσουν ·

«Κύριος λέει, πολεμήσει περί υμών» (Εξοδ. Ιδ΄ 14). Γι’ αυτό, στάσου στέρεος, βίασε τον εαυτό σου, υπόφερε το βάσανο που θα αισθανθείς καμιά φορά · φώναζε πολλές φορές από τα σπλάχνα της καρδιάς σου · «μη παραδώς με εις ψυχάς θλιβόντων με» (Ψαλμ. Κστ΄ 18). Φώναζε τον Κύριό σου, και την Παρθένο, και όλους τους Αγίους, και Αγίες · και σίγουρα θα νικήσεις · γιατί λέει «Γράφω υμίν, νεανίσκοι, ότι νενικήκατε τον πονηρόν» (Ιωάν. Α΄ β΄ 13). Και αν εσύ είσαι αδύνατος, και συνηθισμένος στα κακά, ενώ οι εχθροί σου είναι δυνατοί, και πολλοί, αλλά, πολύ περισσότερες είναι οι βοήθειες εκείνου, που σε έπλασε και σε λύτρωσε, και από σένα ασυγκρίτως δυνατότερος είναι ο Θεός στον πόλεμο αυτό · όπως έχει γραφεί · «Κύριος κραταιός και δυνατός εν πολέμω» (Ψαλμ. Κγ΄ 8). Και περισσότερο πόθο έχει αυτός να σε σώσει, από ότι έχει ο εχθρός να σε καταστρέψει. Γι’ αυτό πολέμα, και μη βαρεθείς ποτέ σου τον κόπο. Γιατί από τον κόπο, και από τη βία, και το βάσανο, που αισθάνεσαι για τη συνήθεια, την οποία απέκτησες από το κακό, γεννιέται η νίκη, και ο μεγάλος θησαυρός, με τον οποίο αγοράζεται η βασιλεία των ουρανών, και ενώνεται η ψυχή διαπαντός με το Θεό.

Λοιπόν, άρχισε στο όνομα του Θεού να πολεμάς με τα άρματα της απιστίας του εαυτού σου, και της ελπίδας και θάρρους στο Θεό σου, με την προσευχή, και με τη γύμναση · και περισσότερο με το άρμα της καρδιακής, και νοεράς Προσευχής · το οποίο είναι το, Κύριε Ιησού Χριστέ, όνομα τόσο φοβερό, που σαν μαχαίρι δίστομο στρεφόμενο μέσα στην καρδιά, μαστίζει, και κατακόπτει τους δαίμονες, και τα πάθη. Γι’ αυτό και περί τούτου είπε ο Ιωάννης της Κλίμακος «Ιησού ονόματι, μάστιζε πολεμίους». Με αυτά, λέω, πολέμα εκείνο τον εχθρό, και εκείνο το πάθος, και την κακή όρεξη, που σε πολεμάει · δηλαδή να την πληγώνεις θανάσιμα, πότε με την αντίσταση, πότε με το μίσος, πότε με τις πράξεις της ενάντιας αρετής · και έτσι, να κάνεις πράγμα αρεστό στο Θεό σου · ο οποίος, με όλη τη θριαμβεύουσα εν ουρανοίς εκκλησία, στέκει αόρατα, και βλέπει τον πόλεμό σου · για τον οποίο πόλεμο, δεν πρέπει να λυπάσαι συλλογιζόμενος, αφενός το χρέος που έχουμε όλοι μας να δουλεύουμε, και να αρέσουμε στο Θεό, και αφετέρου, την ανάγκη που έχουμε να πολεμούμε, καθώς σου προείπα. Γιατί, αν απ’ αυτό τον πόλεμο φύγουμε, σίγουρα μέλλουμε να θανατωθούμε. Έπειτα, και αν φύγεις προς ώραν από τον κατά Θεόν αυτό πόλεμο σαν αποστάτης, και δοθείς στον κόσμο, και σ’ όλες τις τρυφές, και αναπαύσεις της σαρκός · αλλά ύστερα, και παρά τη θέλησή σου πάλι πρέπει να πολεμήσεις · και με τόσες δυσκολίες, που πολλές φορές να ιδρώνει το πρόσωπό σου, και να καταπληγώνεται η καρδιά σου με θανατηφόρες λιποθυμίες . Πότε; Στον καιρό των γηρατειών και του θανάτου σου. Όταν οι δαίμονες, και όλα τα πάθη σου, πρόκειται να σε περικυκλώσουν δυνατά. Και τόσο να σε κατατροπώσουν, που εσύ αδύναμος, ποιον πρώτα να αντιπολεμήσεις, πρόκειται να παραδοθείς σε αιώνιο θάνατο. Γι’ αυτό, μη γίνεις τόσο μωρός, αγαπητέ, ώστε να θέλεις να πολεμάς τότε σε ένα καιρό ανώφελο · αλλά σαν φρόνιμος, υπόμεινε τώρα τον κόπο του πολέμου, για να νικήσεις, να στεφανωθείς και να ενωθείς με το Θεό, και εδώ, και εκεί στη βασιλεία του την ουράνια, «μνήσθητι του Κτίσαντός σε εν ημέραις νεότητος σου, έως ότου μη έλθωσιν αι ημέραι της κακίας σου · και φθάσωσι τα έτη, εν οις ερείς · ουκ έστι μοι εν αυτοίς θέλημα» (Εκκλ. Ιβ΄ 1).
(Πηγή: "Αόρατος Πόλεμος" Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου)
 
 
http://www.pantokrator.info/gr/modules.php?name=News&file=article&sid=28
 

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης - Περὶ προνομίων τῆς Κυριακῆς

Ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ βιβλίου: «Ὁμολογία Πίστεως»

«Ἡμεῖς φρίττομεν ἀδελφοὶ ἐννοοῦντες τὰ ὑψηλὰ καὶ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ τῆς Κυριακῆς καὶ Ἀναστασίμου ἡμέρας προνόμια, ἅτινα εἰσὶ ταῦτα:
α) Ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τῆς αἰσθητὴς κτίσεως, ἣν ὁ Πατὴρ ἰδιαιτέρως ἐνήργησε, καίτοι συνεργούντων καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος.
β) Ἡ Κυριακὴ ἔγινε ἀρχὴ ἐκ μέρους τῆς ἀνακαινίσεως τῆς κτίσεως, ἣν ἐνήργησε ὁ Υἱὸς ἰδιαιτέρως διὰ τῆς αὐτοῦ Ἀναστάσεως.
γ) Ἡ Κυριακὴ εἶναι ἐκ μέρους τῆς ἀνακαινίσεως τῆς κτίσεως, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, κατελθὸν ἐν Κυριακῇ εἰς εἶδος πύρινων γλωσσῶν, καὶ ἐφώτισαν καὶ ἐτελείωσαν τοὺς Ἀποστόλους. Ἰδοὺ πόσον ἐτίμησε τὴν Ἁγίαν Κυριακὴ ὅλη ἡ Ἁγία Τριάς.
δ) Ἡ Κυριακὴ εἶναι ὀγδόη:
  1. Διότι μετὰ τὴν ἑβδόμη ἀριθμεῖται, καὶ ὑπεραναβέβηκε τὸν ἑβδοματικὸ καὶ ἰουδαϊκὸ σαββατισμό, κατὰ τὸν Ἀθανάσιο, κατὰ τὸν Βασίλειον, καὶ κατὰ τὸν θεολόγο Γρηγόριο.
  2. Διότι καὶ ἡ ἐν τῇ Κυριακῇ γενομένη Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ὀγδόη ἐστίν, ἀριθμούμενη μετὰ τὰς ἑπτὰ Ἀναστάσεις, τὰς γενομένας πρὸ τῆς Ἀναστάσεως αὐτοῦ, κατὰ τὸν Θεσσαλονίκης Γρηγόριο.
  3. Ὀγδόη λέγεται, ὅτι ὁ Κύριος ἀναστὰς κατὰ τὴν ὀγδόην, καὶ φανεὶς εἰς τοὺς Ἀποστόλους, πάλιν μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ἐφάνη εἰς αὐτούς, παρόντος καὶ τοῦ Θωμᾶ.
  4. Διατὶ αἱ μὲν ἄλλαι Δεσποτικαὶ ἑορταί, μίαν μόνην φορὰν τὸν χρόνον ἑορτάζονται, ἡ δὲ Κυριακὴ ἑορτάζεται εἰς κάθε ὀκτὼ ἡμέρας, καὶ ἀκολούθως ἑορτάζεται πενήντα δύο φορὰς τὸν χρόνον.
Ἰδοὺ πόσον ἀνωτέρα καὶ ὑπερέχουσα τῶν ἄλλων ἑορτῶν εἶναι ἡ Κυριακή!
ε) Ἡ Κυριακὴ εἶναι μία, καθὼς τὴν ὀνομάζει ὁ Μωυσῆς «καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωὶ ἡμέρα μία» (Γεν. 1,5).
στ) Ἡ Κυριακὴ εἶναι εἰκὼν καὶ προοίμιον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ὅθεν ὁ Μ. Βασίλειος ἀπορήσας διατὶ ὠνόμασεν αὐτὴν ὁ Μωυσῆς μίαν, καὶ οὐχὶ πρώτη λέγει: «Ἵν᾿ οὖν πρὸς τὴν μέλλουσα ζωὴν τὴν ἔννοιαν ἡμῶν ἀπαγάγη, μίαν ὠνόμασε τοῦ αἰῶνος τὴν εἰκόνα, τὴν ἀπαρχὴν τῶν ἡμερῶν, τὴν ὁμήλικα τοῦ φωτός, τὴν Ἁγίαν Κυριακή, τὴν τῇ Ἀναστάσει τοῦ Κυρίου τετιμημένην».
ζ) Ἡ Κυριακὴ τόσον ὑπερέχει τοῦ Σαββάτου, ὅσον ὑπερέχει ἡ ἀλήθεια καὶ τελειότης τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ τύπου καὶ τῆς σκιᾶς, κατὰ τὸν Θεσσαλονίκης Γρηγόριον...
η) Ἐν τῇ Κυριακῇ θέλει ἔλθῃ ὁ Κύριος κατὰ τὴν δευτέρα Παρουσία, ὅθεν εἶπεν ὁ θεοφόρος Μάξιμος, «τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν ὀγδόην ἡμέραν (ἥτις εἶναι ἡ Κυριακή, οὐδεμίαν γὰρ ἄλλη ὀγδόη ἐστι) φανερουμένου, τουτ᾿ ἐστὶ κατὰ τὴν Παρουσίαν αὐτοῦ»...
θ) Ἐν τῇ Κυριακῇ ἔχει ἵνα γένῃ ἡ κοινὴ Ἀνάστασις τῶν νεκρῶν, καὶ οὐχὶ ἐν ἄλλῃ ἡμέρᾳ, ὅθεν εἶπεν ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος «τοσοῦτο τῇ Κυριακῇ τὸ περιὸν καὶ σεβάσμιον, διὰ τὸ κατ᾿ αὐτιῶν ὑπερευλογημένον τέλος, καὶ τὴν ἐλπιζομένην κατ᾿ αὐτὴν κοινὴν τῶν ἁπάντων Ἀνάστασιν»...
ι) Ἐν τῇ Κυριακῇ μέλλουν οἱ Δίκαιοι νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν τελείαν κατάπαυσιν τῆς αἰωνίου ἐκείνης καὶ ἀπέραντου ζωῆς, κατὰ τὸν αὐτὸν Ἅγιον...
ια) Ἡ Κυριακὴ τώρα μὲν εἶναι εἰκὼν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, τότε δὲ ἔσται αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ ὄγδοος αἰών.
Ἐπειδὴ γὰρ ἐν Κυριακῇ ἔχει ἵνα γένῃ ἡ Δευτέρα Παρουσία, ὡς εἶπεν ἀνωτέρω ὁ θεῖος Μάξιμος, καὶ ἡ Ἀνάστασις τῶν νεκρῶν, καὶ ἡ ἀπόλαυσις τῶν Δικαίων, ὡς εἶπεν ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος. Πολλοὶ δὲ Ἅγιοι λέγουσι ὅτι ἔχει νὰ ἔλθει ὁ Κύριος, ὁ ἄδυτος Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ἐν τῷ μεσονυκτίῳ τῆς Κυριακῆς, ὡς τοῦτο συμπεραίνεται ἀπὸ τὸ εὐαγγελλικὸν ἐκεῖνο «μέσης δὲ νυκτὸς κραυγὴν γέγονεν, ἰδοὺ ὁ Νυμφίος, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ».
Τούτου χάριν ἡ Κυριακὴ ἐκείνη, ἀφ᾿ οὗ μίαν φορὰν καταυγασθῇ ἀπὸ τὰς ἀκτίνας τοῦ νοητοῦ Ἡλίου Χριστοῦ, δὲν λαμβάνει πλέον ἑσπέρα, ἀλλ᾿ ἔσται μίαν ἡμέρα ἀνέσπερος καὶ ἀδιάδοχος εἰς αἰῶνας αἰώνων...».



 http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/osios_nikodhmos_agioreiths/index.htm

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Γ. Βερίτης - Τὸ ἀναμορφωτικὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων καὶ οἱ δύο Ἀλέξανδροι τῆς Σκιάθου


Διαβάστε το και κατεβάστε το σε μορφή Pdf στον Ιστοχώρο Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών

http://papadiamantis.org/index.php?option=com_content&view=article&id=80:2011-05-04-18-43-23&catid=49:articles&Itemid=56

Ο όσιος και ο ζαπτιές.


Ο όσιος Παρθένιος ο Χίος (1815-1883) ,νεαρός ακόμη μοναχός, θέλησε ν' ασκητέψει στην περιοχή Πένθοδο, η οποία ανήκε στη Νέα Μονή της Χίου. Ο ηγούμενος Μελέτιος Φλουράς όχι μόνο δεν του το επέτρεψε, αλλά και τον κατήγγειλε στον δεσπότη της Χώρας Γρηγόριο Κωνσταντινίδη. Κι αυτός τότε έστειλε ένα ζαπτιέ, τούρκο χωροφύλακα , για να συλλάβει τον όσιο και να τον φέρει ενώπιον του.
Ο  ζαπτιές, άνθρωπος απλοϊκός και καλοπροαίρετος, πήγε αρματωμένος και συνάντησε τον νεαρό ασκητή.
-Εσύ είσαι ο καλόγερος; Εσύ κάνεις το νταβαντούρι; Που είναι το μοναστήρι σου;
Ο όσιος του έδειξε μια σπηλιά  και ένα μικρό εκκλησάκι από ξερολιθιά.
-Βάι, βάι! Τέτοια φτώχεια! Εσένα θένε να πάνε φυλακή; Φυλακή γκιουζέλ για σένα.
Ο ασκητής έμαθε τον σκοπό του ερχομού του και τον παρακάλεσε να ξεκινήσουν την επόμενη , το πρωί. Ήθελε ν' αποφύγει , σαν νέος μοναχός που ήταν τους νυκτερινούς πειρασμούς της πολιτείας. Ο τούρκος έδειξε κατανόηση και τον ρώτησε:
-Και που θα μείνω τη νύχτα;
-Εκεί στη σπηλιά.
-Όκι χωρά. Με πλακώνει η καρδιά μου.
-Θέλεις εδώ στο εκκλησάκι;
-Θέλω. Θα κοιμηθώ όμως έξω. Μέσα είναι αμαρτία. Μέσα θα κοιμηθείς εσύ. Δική σου είναι η εκκλησία.
Έφαγαν κάτι φτωχικά και ο ζαπτιές έβγαλε και πρόσφερε στον όσιο ρακί.
-Εγώ δεν πίνω , είπε εκείνος.
-Εγώ κάνει να πιώ εδώ που είναι η Παναγία;
-Κάνει , κάνει να πιεις.
Ήπιε λίγο κι αποκοιμήθηκε. Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, ξύπνησε. Σαν ν'άκουσε ένα μουρμουρητό. Πλησιάζει στον εκκλησάκι, σκύβει στον πορτάκι του ,και μένει αποσβολωμένος. Στο τρεμάμενο φως του καντηλιού ο όσιος προσευχόταν . Δεν ακουμπούσε όμως στη γη κι ήταν λουσμένος μ' ένα φως ιλαρό!...Είχε σηκώσει τα χέρια και το φως ακτινοβολούσε γύρω του. Σε λίγο χαμήλωσε τα χέρια. Τω φως χάθηκε.Ο μοναχός προσευχόταν για την αναξιότητά του κι έκλαιγε, έκλαιγε...Κι ο τούρκος άκουγε το κλάμα, εκστατικός , ένα κλάμα βουβό και σιγανό, ανάμεσα στα λόγια της προσευχής.
Μόλις έφεξε, έφυγε ο ζαπτιές αναστατωμένος,μόνος του, για τη Χώρα. Δεν τόλησε να ενοχλήσει τον όσιο και να τον πάρει μαζί του.

Ο δεσπότης απόρησε:
-Που είναι ο καλόγερος; ρώτησε.
-Δεσπότη, εφέντη, ο καλόγερος είναι άνθρωπος του Θεού , είπε ο τούρκος, και διηγήθηκε όσα είχε δει.
Ο επίσκοπος κατάλαβε. Έμαθε εκείνο που ήθελε. Στέλνει τώρα άλλο χωροφύλακα , ο οποίος φέρνει τον όσιο αυθημερόν στη Χώρα.
-Εσύ είσαι ο Παρθένιος; τον ρώτησε.
-Εγώ, αποκρίθηκε εκείνος βάζοντας βαθιά μετάνοια.
-Σε κατηγορούν...
-Δίκιο έχουν . Δική τους είναι η περιοχή.
Τι κάνεις πάνω στο βουνό;
-Προσεύχομαι,
-Σε ποιόν άγιο;
-Στον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο.
Το όνομα του αγίου τράνταξε τον επίσκοπο.
-Εκείνος έβλεπε το άκτιστο φως, αλλά κι εσύ το βλέπεις, είπε και κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό του.
-Εγώ ο αμαρτωλός; διαμαρτυρήθηκε  ο όσιος, έτοιμος να κλάψει.
Ο δεσπότης τον κοίταζε προσεκτικά. Διέκρινε σ' αυτόν τον μοναχό μια θεϊκή δύναμη. Έβλεπε σ' εκείνο το αδύνατο πρόσωπο μια δυνατή λάμψη. Σηκώθηκε αυθόρμητα να τον ασπασθεί κι ένιωσε να τον συγκλονίζει η αγιότητα του.
-Καλά , παιδί μου, Πήγαινε στον καλό...Να πορεύεσαι όπως προσεύχεσαι, και να θυμάσαι κι εμένα στην προσευχή σου.
(Το Αγιομαρκάκι. τ.Α΄)
 
 
 http://talantoblog.blogspot.com/2012/01/blog-post_4433.html
 

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Σὰν σήμερα ἐκοιμήθη ὁ Μοναχὸς Χριστόφορος Παπουλάκος


Σέ πεῖσμα τῶν καιρῶν, ἐμεῖς δεν θά πάψουμε ν᾽ ἀναφερόμαστε σε ἱερές, ὁδηγητικές μορφές τοῦ παρελθόντος, πρός ἐνίσχυση, ἐνδυνάμωση καί ἀναψυχή. Σαν σήμερα 18 Ιανουαρίου του 1861 κοιμήθηκε ο μοναχός Χριστόφορος Παπουλάκος. Πολέμησε ὁλόψυχα ξένες ἐπιδράσεις, δυτικές παραδόσεις, ξένες πρός τήν ὀρθόδοξη παράδοση. Καυτηρίασε τόν ἑτερόδοξο μονάρχη, πού ἔκλεισε πολλά μοναστήρια καί γκρέμισε βυζαντινούς ἱ. ναούς. Γιά τά φλογερά κηρύγματά του, διώχθηκε, ταλαιπωρήθηκε, ἐξορίσθηκε καί φυλακίσθηκε. Οἱ τότε ἐκσυγχρονιστές τόν κατηγόρησαν ὡς ἀγύρτη, γιατί τούς ἐνοχλοῦσαντά λόγια του. Ὁ λαός ἀκολουθοῦσε τόν ἄδολο μαχητή, τόν ἀκέραιο ἱεροκήρυκα, τόν ἀκτήμονα μοναχό, τόν ὁμολογητή ρασοφόρο. Ἀπό νωρίς ὁ Παπουλάκος, κατάλαβε καλά ὅτι ἡ δυτική θεολογίαἦταν ἀνορθόδοξη καί ἀντιορθόδοξη. Ἡ δυτική θεολογία ἤθελε να κατεβάσει τόν οὐρανό στή γῆ, να διατηρεῖ τούς χριστιανούς στη σκλαβιά, νά καλλιεργεῖ τόν ἀλλαζονικό οὑμανιστικό ἀνθρωπισμό, πού ἔφερνε τόν ἀθεϊσμό. Ἀποφάσισε ἔτσι νά διδάξει τόν λαό μεγάλες ἀλήθειες μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του. Ἡ Βαυαροκρατία ἦταν σκληρή ἀπέναντι στόν ὀρθόδοξο κλῆρο. Ἤθελαν νά φραγκέψουν τά πάντα. Ἀντιστάθηκαν σθεναρά, ὁ στρατηγός Μακρυγιάννης, ὁ Κοσμᾶς Φλαμιάτος, οἱ Κολλυβάδες, Φιλοκαλικοί, Ἁγιορεῖτες Πατέρες καί ὁ ἄφοβος Παπουλάκος.
Ὁ Χριστoφόρος Παναγιωτόπουλος ἤ Χριστοπανάγος ἤ Παπουλάκος ἤ Παπουλάκης γεννήθηκε στο...
 μικρό χωριό Ἄρμπουνα τῶν Καλαβρύτων περί τό 1780. Ζοῦσε μέτρια καί μετρημένα, μέ τά τρία ἀδέλφια του, ἐμπορευόμενος ζῶα. Νέος ἀγάπησε τή μελέτη, τήν προσευχή καί τόν μοναχισμό. Ἔτσι ἀναχώρησε γιά τή ἱ. μονή τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, ὅπου ἐκάρη μοναχός. Κατόπιν ἐπέστρεψε στό χωριό του και ἔξω αὐτοῦ ἔκτισε ἕνα μοναστηράκι, πού τό ἀφιέρωσε στήν Παναγία. Μέ πολλές προσπάθειες κατάφερενά πάρει τήν ἄδεια τοῦ ἱεροκήρυκα. Μέ κόπους καί θυσίες ἄρχισε περιοδεῖες διδάσκοντας κατά τῶν ἄθεων γραμμάτων, σέ ὅλη τήν Πελοπόννησο.

Τό 1833 ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶχε ἀποσχισθεῖ ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, με πρωτεργάτη τόν Θεόκλητο Φαρμακίδη, πού πιεζόταν ἀπό τόν Μάουερ. Κυνηγήθηκε ὁ μοναχισμός, οἱ μισσιονάριοι ἐργάζονταν ἀνενόχλητοι καί ὁ Παπουλάκος θέλησε ν᾽ ἀντιδράσει δυναμικά. Συνεχίζει τά κηρύγματά του, παρά τ᾽ ὅτι τοῦ πῆραν τήν ἄδεια, ὡς νέος ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Τον ἐχθρεύονται καί αὐτόν πολλοί, ὁ Κοραῆς, ὁ Καΐρης, ὁ Φαρμακίδης καί ἄλλοι. Γιά τό ἔργο του συλλαμβάνεται τό...

 1851 στήν Ἀχαΐα για πρώτη φορά. Ὁ κόσμος τόν ἄκουγε μέ προσοχή καί τόν ὑπεραγαποῦσε. Τά κηρύγματά του στρέφει μέ θεοσημεῖες καί προφητεῖες.

Ὁ λαός τόν ἀκολουθοῦσε πιστά και ἀπτόητα. Μέ προδοσία συνελήφθη τό 1852 καί ὁδηγήθηκε στίς φυλακές τοῦ Ρίο. Στή συνέχεια περιορίσθηκε στή ἱ. μονή Προφήτου Ἠλιοῦ Σαντορίνης καί κατόπιν στη ἱ. μονή Παναχράντου Ἄνδρου. Κι ἐκεῖ δέν ἔπαυσε τίς ψυχωφελεῖς διδαχές καί προτροπές. Ὁ Παπουλάκος ἦταν ἕνας ἁπλός, φτωχός, ἀληθινός καί τίμιος μοναχός. Ἀγαποῦσε τήν Ὀρθοδοξία καί τήν Ἑλλάδα, τόν Χριστό και τήν Ἀλήθεια. Ἀκολούθησε τον δρόμο τῆς ὁμολογίας, τοῦ μαρτυρίου, τῆς ἀσκήσεως καί τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ψυχῶν. Γι᾽ αὐτό ὁ πιστός λαός τόν ἀγάπησε καί τόν τίμησε ὡς ἅγιο. Παρέδωσε το πνεῦμα του στίς 18.1.1861, 151 ἔτη πρίν ἡ μνήμη του παραμένει ζωντανή, γιά τήν καθαρότητα, γνησιότητα, ταπεινότητα καί ἀληθινότητα τῆς ζωῆς του.

Μορφές ἀνιδιοτέλειας, θυσίας καί προσφορᾶς χρειάζονται ἀπαραίτητα καί σήμερα.Ἡμέρες ἄτονες, ἰσχνές, ἄφωτες καί ταραγμένες, σάν τίς δικές μας, θέλουν ἡρωϊσμό, γενναιότητα, θάρρος καί τόλμη…

Στίς μετά τή σπατάλη ἰσχνές και δύσκολες ἡμέρες μας ξαναχρειάζεται ἐγερτήριο σάλπισμα προς μετάνοια, ἀνόρθωση, ἀνασυγκρότηση καί ὀρθοστασία. Ἡ ἐκκοσμίκευση κούρασε, ὁ μιμητισμός ταλαιπώρησε, ὁ ἐκδυτικισμός ἀλλοίωσε, ὁ συγκριτισμός ἐξαπάτησε, ὁ οἰκουμενισμός ἀστόχησε. Χρειάζονται ἀπαραίτητα γενναῖες φωνές, ἡρωϊκό φρόνημα, ὁμολογία πίστεως, πίστη θερμή ὡς τοῦ ὁσίου Παπουλάκου.


http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2012/01/blog-post_8656.html

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Φεύγετε την Ευρώπην




Αγίου Αθανασίου Παρίου

Δεν δύναμαι, ούτε να ακούω ούτε να αναγινώσκω με υπομονήν τους ταλανισμούς του ημετέρου γένους, με το να πάσχη αμάθειαν της έξω φιλοσοφίας. Όλοι σχεδόν, όσοι εις τας ακαδημίας της Ευρώπης υπάγουσι και εκεί βλέπουσι τόσα πλήθη φιλοσόφων, άλλοι δια ζώσης φωνής και άλλοι εν τοις προλεγομένοις των βιβλίων, οπού εκδίδουσι εις το κοινόν φως, τόσους ταλανισμούς και τόσας θρηνολογίας κάνουσι του γένους μας δια την στέρησιν της έξω σοφίας, ώστε οπού και τυφλόν και σκοτεινόν και ελεεινόν και μυρίων δακρύων άξιον το ονομάζουσι, τόσος φαίνεται να είναι ο ζήλος των. Αλλά τάχα ο ζήλος αυτών ούτος, είναι ένας ζήλος επαινετός ή όχι;


Αδόκιμος κρίνεται ο ζήλος ούτος. Διατί; Επειδή του λείπει η επίγνωσις. Ήγουν διατί δεν αισθάνονται, ούτε διακρίνουσι τί θέλει να ειπή γη, και τί θέλει να ειπή ουρανός· τί θέλει να ειπή σώμα και τί θέλει να ειπή ψυχή· τί θέλει να ειπή κόσμος, και τί θέλει να ειπή Εκκλησία· τί θέλει να ειπή φιλοσοφία, και τί θέλει να ειπή Αγία Γραφή.

Ηξεύρω βέβαια πως ο λόγος ούτος ούτος θέλει φανή απαράδεκτος, και πολλούς έχει να λυπήση από εκείνους οπού μάλιστα και σεμνύνονται εις αυτήν (την φιλοσοφίαν) παρά εις την λογικήν τους ψυχήν. Όμως εγώ βάνοντας σκοπόν να ωφελήσω κοινώς, καθ’ όσον δυνηθώ, τους απλούς αδελφούς μου, δεν ψηφώ των ολίγων την ματαίαν λύπην και οργήν. Το παρόν μου εγχειρίδιον λοιπόν θέλει εξετάσει πρώτον, τί πράγμα είναι τούτη η φιλοσοφία, εις την οποίαν ούτως ακράτως οι ημέτεροι φέρονται και την οποίαν τόσον πολλά εκθειάζουσι και υπερυψώνουσι.

Μέγα τίποτας και εξαίσιον χάρισμα παρά Θεού εδόθη εις τον άνθρωπον ο νους. Τέχνας επινοεί, επιστήμας ευρίσκει διαφόρους [...] Και επειδή όλα αυτά οπού εξετάζει ο νους είναι ποιήματα Θεού, διά τούτο η φιλοσοφία, οπού είναι γνώσις τούτων απάντων, ονομάζεται από τους παλαιούς γνώσις θείων πραγμάτων. Και η γνώσις αύτη λέγεται το θεωρητικόν μέρος της φιλοσοφίας. Διατί ονομάζεται πρακτικόν το άλλο μέρος, εκείνο οπού καταγίνεται εις την εξέτασιν των ανθρωπίνων πράξεων. Ανθρώπινα δε πράγματα λέγουσι τας αρετάς και τας κακίας. Τούτο είναι το μέρος εκείνο, οπού δείχνει εις τον άνθρωπον ποία είναι εκείνα οπού πρέπει να κάνη ως λογικός οπού είναι [...]

Η λογική ταύτη παιδεία δεν είναι διά τον ουρανόν, είναι διά την γην, διά τας πόλεις, διά τα βασίλεια, αυτή είναι ένα από τα οργανικά αγαθά, καθώς είναι δηλαδή τα χρήματα, τα κάλλη, η ρώμη του σώματος, τα αξιώματα και τα τοιαύτα, με ταύτην την διαφοράν, ότι αυτή είναι το πρώτον και τιμιώτατον των οργανικών καλών. Διατί όλα τα αλλά είναι και λέγονται υλικά και σωματικά, η δε μάθηση είναι λογική, δηλαδή της λογικής ψυχής γέννημα και καρπός εξαίρετος. Πλην και αυτή δεν είναι από την εδικήν της φύσιν ούτε κακή, ούτε καλή, αλλά από την μεταχείρισιν των εχόντων αυτήν, γίνεται ή καλή ή κακή. Λοιπόν η κατάχρηση της έξω σοφίας δίδει εις αυτήν το όνομα να λέγεται κακή. Δεν είναι όμως η κατάχρηση αυτή απλή και μονοειδής, αλλά πολλών λογιών. Πρώτη κατάχρηση ευρίσκεται εκείνη, οπού πολλοί την κρατούν εις μίαν υπόληψιν υπερτάτην, φρονούντες και λέγοντες πως αυτή μόνη, ήγουν η φιλοσοφία, είναι φως. Και όσοι την έχουν, εκείνοι μόνοι ιλλουμινάτοι και είναι και λέγονται, ήγουν φωτισμένοι. Οι δε άλλοι είναι σκοτεινοί και τυφλοί. Τέτοια ήτον η δόξα του παράφρονος Βαρλαάμ του Καλαβρού, και τέτοια είναι η των Γάλλων και των ομοίων τους. Δευτέρα κατάχρηση είναι εκείνη, οπού μερικοί καταγηράσκουσι και φθείρονται επάνω εις πράγματα πάντη άχρηστα, διά να επαινούνται πως είναι πνεύματα υψηλά και περίεργα. Τρίτη κατάχρηση είναι, οπού πολλοί ιερωμένοι, αφήνοντες την τάξιν τους και την ευσχημοσύνην του επαγγέλματός των, υπάγουν και κυλίονται εις τους βορβωρώδεις τόπους των αθεωτάτων γενών της Ευρώπης, διά να παραλάβουν μαθήματα πάντη ανοίκεια και αλλότρια του ιδίου των επαγγέλματος. Τετάρτη και τελευταία και χειρίστη απασών κατάχρηση είναι εκείνη, οπού τολμά να κρίνη και να ανακρίνή τας θείας γραφάς, και να μεταχειρίζεται την αντίθεον γλώσσαν της εναντίον εις την θείαν πρόνοιαν.

Ούτω γίνεται και κακή και ολεθρία και ψυχοβλαβεστάτη, και μίσους αξία και αποφυγής η έξω μάθηση. Λοιπόν δια να βάλλωμεν όρια εις εκείνους οπού θέλουν και καταδέχονται να μας ακούσουν, λέγομεν και συμβουλεύομεν να παύσουν και να λείψουν από μιας από την Ευρώπην, αν θέλουν να είναι και να μένουν Χριστιανοί…

Άξιον είναι να απορήση τινάς διά τον μυθολογικόν πίνακα του Κέβητος, ότι εκείνος ονομάζει εκεί ψευδοπαιδείαν όλα ομού τα είδη της φιλοσοφίας, και δεν είναι κανένας χριστιανός δεισιδαίμων εκείνος οπού τους δίδει αυτήν την επωνυμίαν. Είναι έλλην παλαιός, μάλιστα και από την καρδίαν της Ελλάδος, ήτοι από τας Θήβας της Βοιωτίας. Ιδού επί λέξεως, ούτοι δε, φησί, οι άνθρωποι οι έσω των περιβόλων ανακάμπτοντες τίνες εισίν; οι τας ψευδοπαιδείας, έφη, ερασταί ηπατημένοι, οιόμενοι μετά της αληθινής παιδείας συνομιλείν. Τίνες ουν καλούνται ούτοι; Οι μεν ποιηταί, έφη, οι δε ρήτορες, οι δε διαλεκτικοί, οι δε μουσικοί, οι δε αριθμητικοί, οι δε γεωμέτραι, οι δε αστρονόμοι, οι δε ηδονικοί, οι δε περιπατητικοί, οι δε κριτικοί και όσοι άλλοι τούτοι εισί παραπλήσιοι.

Τώρα να ονομάση ψευδοπαιδείαν την ποιητικήν και την ρητορικήν και την διαλεκτικήν και αλλά τοιαύτα είδη μαθήσεως, και η ύλη το δέχεται και το είδος το συγχωρεί. Αλλά να λέγη ψευδοπαιδείαν την γεωμετρίαν και τα σύστοιχα αυτή μαθήματα, τούτο βέβαια είναι παράξενον και μεγάλης απορίας άξιον. Αλλά δεν ονομάζει ο Κέβης ούτε την γεωμετρίαν ούτε καμμίαν άλλην επιστήμην ψευδοπαιδείαν, ότι τάχα σφάλλει και δεν ορθοποδεί εις τας αποδείξεις της, όχι λέγω κατά τούτο. Αλλ’ επειδή παιδεία θέλει να ειπή αγωγή ωφέλιμος της ψυχής, επιμόνως πολλάκις των από κακίας κυλίδων αυτήν εκκαθαίρουσα. Και πάλιν παιδεία, ηθών κατόρθωσα επί το κρείττον φέρουσα. Και απλώς ειπείν, παιδεία εστίν η αρετή. Επειδή, λέγω, τούτο θέλει να ειπή παιδεία, και έπειτα καμμία από αυτάς,

έξω από την εδικήν τους παρουσίαν ήτοι έξω από την εδικήν τους γνώσιν, καμμίαν βελτίωσιν δεν κάνουσι της ψυχής, ούτε του θυμού, ούτε της επιθυμίας, αλλά και είναι και γνωρίζονται οι περισσότεροι από αυτούς εμπαθέστατοι, φαυλοβιότατοι, ανδράποδα των ηδονών, δούλοι των ιδίων τους παθών, και μηδέν κατά τα ήθη διαφέροντες των πάντη απαίδευτων και αμαθών, διά ταύτα ονομάζει ο Κέβης, αλλά και προ του Κέβητος ο Σωκράτης, ψευδοπαιδείαν την λογικήν, ήτοι την διά λόγων περαινομένην και ποριζομένην φιλοσοφίαν. Αληθινήν παιδείαν καλούνε την των αλόγων παθών κάθαρσιν και των αρετών πασών κατόρθωσιν, ήγουν την ανδρείαν, την δικαιοσύνην, την σωφροσύνην, την επιείκειαν, την πραότητα, την συμπάθειαν και τας λοιπάς εννοίας. Αι οποίαι με έναν λόγον, ηθική φιλοσοφία ονομάζονται και εις την μητέρα, ήτοι εις την ευδαιμονίαν, αυταί φέρουσι τον άνθρωπον. Και τοιούτοι φιλόσοφοι ήσαν και ωνομάζοντο οι αναχωρηταί και ασκηταί λεγόμενοι. Λοιπόν όταν και οι έλληνες ακόμη ονομάζουσι ψευδοπαιδείαν την γεωμετρίαν και τας άλλας λογικάς επιστήμας, ωσάν οπού καμμίαν ηθικήν ωφέλειαν δεν προξενούν εις την ψυχήν, μάλιστα και την γεμίζουν από φαντασίαν και δαιμονικήν υψηλοφροσύνην [...]

Με εσάς αδελφοί ομιλώ οπού έτι εδώ ευρίσκεσθε, και όλον ένα διανοείσθε και βουλεύεσθε, να κινήσητε ή να μη κινήσητε. Δεν ομιλώ με εκείνους οπού ήδη απήλθον. Ότι είναι περιττός διά εκείνους κάθε λόγος, όχι μόνον διατί απήλθον, αλλ’ ότι και καλώς έπραξαν κομπάζουσι, και επήγαν και ήνοιξαν τα ομμάτιά τους.

Φεύγετε όσον δύνασθε την Εύρώπην. Και ακόμη και εκείνοι οπού έρχονται από την Ευρώπην. Ότι οι λόγοι τους ρέουσι από τα χείλη τους γλυκύτεροι από το μέλι. Μα αλοίμονον, αυτοί απαραλλάκτως είναι εκείνοι διά τους οποίους ο προφήτης λέγει τάδε: ότι ουκ έστιν εν τω στόματι αυτών αλήθεια, η καρδία αυτών ματαία.

Εγώ κατά αλήθειαν φρίττω και αμηχανώ, όταν από το ένα μέρος στοχάζομαι την σημερινήν κατάστασιν της Ευρώπης, και από το άλλο μέρος βλέπω τούτους τους ημετέρους, οπού έτσι ακράτως φέρονται εις την απόλαυσιν των δήθεν καλών αυτής. Οι μεν γαρ εμπορίας χάριν, οι δε φιλοσοφίας, εκεί τρέχουσι. Φρίττω λέγω και απορώ. Διατί ένα καιρόν ημείς οι ανατολικοί είχαμεν φόβον διά εκείνους οπού επήγαιναν εις την Ευρώπην, μη τύχη και πάθουν ένα από τα δύο, ή την σωφροσύνην να χάσουν, ή να πέσουν εις λατινισμόν. Την σήμερον αυτά και τα δύο λογίζονται παραμικρά και σχεδόν το ουδέν ως προς το έσχατον και ακρότατον των κακών, την αθεΐαν. Οι γάλλοι την επαρρησίασαν, αποβάλλοντες κοινώς τον Χριστιανισμόν, από τον οποίον και προ τούτου χριστιανοί ονομαζόμενοι, δεν είχαν καμμίαν ωφέλειαν. Τα άλλα μέρη της Ευρώπης ακόμα γελούν τον εαυτό τους τάχα πως είναι χριστιανοί, ουδέ μόρφωσιν καν έχοντες, ει μη μόνους τους ναούς και πολλάς και μεγάλας καμπάνας και τας πυκνάς λιτανείας και τα ποικίλα και διάφορα σχήματα και τα βδελυκτά και θεοστυγή τάγματα και τα λεγόμενα μοναστήρια. Τα δε αλλά πάντα γάλλοι αυτόχρημα. Αυτοί οι ίδιοι οι φιλόσοφοι εις τους οποίους τρέχουσι ούτοι διά να λάβωσι το μέγα φως, ότι είναι φιλόσοφοι και το κομπάζουσι, χριστιανοί δε και να τους υπολαμβάνουν πως είναι αισχύνονται και το αναγουλιάζουσι.

Λοιπόν αυτοί οπού τόσον ακρατώς εκείσε τρέχουσι, τάχα δεν μανθάνουσι από άλλους πως η Ευρώπη είναι το χάος της απωλείας; Οι περισσότεροι όμως και ακούουσι και μανθάνουσι, αλλά δεν ψηφούσι τίποτας την τοιαύτην βροντήν. Μα διατί; Διατί πιστεύουσι εις τους λογισμούς των, ότι αυτοί δεν έχουν να πάθουν τίποτες. Έπειτα αφού υπάγουν και πάθουν, μάλιστα και καυχώνται εις την ελεεινήν τους διαστροφήν. Λέγοντες πώς επήγαν και απέβαλον τας δεισιδαιμονίας, δεισιδαιμονίας ονομάζοντες οι κακοδαίμονες τας νενομισμένας νηστείας, τας προσευχάς τας ευλαβείας, σημεία και χρέη αχώριστα των ευσεβούντων Χριστιανών.

πηγή Επιμέλεια κειμένου· Παναγιώτης Νέλλας, Περιοδικό «Σύναξη», τεύχος 5, Χειμώνας 1983.
amethystos

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Οι Κολλυβάδες στην ιστορία και το παρόν

     
Στην ιστορία της Εκκλησίας μας το Πνεύμα το Άγιο αναδεικνύει κάποιες πνευματικές προσωπικότητες, οι οποίες όχι μόνο χαρακτηρίζουν την εποχή τους, αλλά και γίνονται φωτεινοί φάροι για τις επερχόμενες γενεές. Γι' αυτό ατενίζοντας προς αυτούς μπορούμε και εμείς, οι «εις τους εσχάτους καιρούς καταντήσαντες», να διαπλεύσουμε ακίνδυνα, «αβρόχοις ποσί» την θάλασσα των πειρασμών, των παθών, των πλανών του διαβόλου και να φθάσουμε στο λιμάνι της «όντως ζωής», της απαθείας, του «σαββατισμού»· να επιτύχουμε την σωτηρία μας. Τέτοιοι ήταν οι Τρεις Ιεράρχες, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, οι Κολλυβάδες Πατέρες.
Η εμφάνιση των Κολλυβάδων κατά τον 18ο αιώνα στον αγιορειτικό και ευρύτερα τον ελλαδικό χώρο, προκαλεί μία δυναμική επιστροφή στις ρίζες της Ορθοδόξου Πατερικής Παραδόσεως.
Οι φορείς αυτής της Ορθοδόξου Παραδόσεως ονομάσθηκαν ειρωνικά από τους αντιπάλους τους στο Άγιον Όρος Κολλυβάδες, εξαιτίας του ότι αντέδρασαν στην αντιπαραδοσιακή μεταφορά της τελέσεως των μνημοσύνων από το Σάββατο στην Κυριακή, γιατί σωστά εκτίμησαν ότι προσβάλλεται έτσι ο αναστάσιμος και πανηγυρικός χαρακτήρας της ημέρας.
01.jpg
Συγκεκριμένα η αφορμή δόθηκε από τους μοναχούς της αγιορειτικής Σκήτης της Αγίας Αννης. Το 1754 οι Αγιαναννίτες μοναχοί εργάζονταν για την ανοικοδόμηση του Κυριακού (τού κεντρικού Ναού της Σκήτης). Αλλά επειδή έπρεπε να εργάζονται και το Σάββατο, πήραν την απόφαση να μην τελούν τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων το Σάββατο σύμφωνα με την παράδοση που ίσχυε σε όλο το Άγιον Όρος, αλλά την Κυριακή μετά την Θεία Λειτουργία. Η απόφαση αυτή, που ερχόταν σε αντίθεση με την εκκλησιαστική παράδοση, σκανδάλισε τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, που ήταν τότε καθηγητής στην Αθωνιάδα Σχολή -τήν οποία προσφάτως, το 1749, είχε ιδρύσει η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου- και άρχισε δογματικό αγώνα εναντίον των Αγιαναννιτών. Ο ιεροδιάκονος Νεόφυτος ήταν ο πρωτουργός του κινήματος των Κολλυβάδων.
Βέβαια η τέλεση των μνημοσύνων ήταν μία μικρή λεπτομέρεια μέσα στο όλο ανακαινιστικό και παραδοσιακό έργο των Κολλυβάδων. Απλώς τονίσθηκε και διογκώθηκε εσκεμμένα από τους αντιπάλους τους, τους λεγομένους Αντικολλυβάδες ή Φιλελευθέρους, ώστε όχι μόνο να αποκρυβεί η όλη τους προσφορά, αλλά και να συκοφαντηθούν οι ίδιοι, γιατί ασχολούνταν με μικρά και ασήμαντα πράγματα, όπως είναι δήθεν τα μνημόσυνα και τα κόλλυβα. Αλλά και οι Μακκαβαίοι για μία μικρή λεπτομέρεια, για το ότι δεν υπήκουσαν στον βασιλιά Ναβουχοδονόσορα και δεν έφαγαν χοιρινό κρέας που το απαγόρευε η παράδοση των Πατέρων τους, υποβλήθηκαν σε φρικτά μαρτύρια και έγιναν Μάρτυρες και γνήσιοι ομοληγητές της πίστεως των Πατέρων· τους οποίους τιμούμε ως Αγίους της Εκκλησίας μας. Ο ομολογιακός χαρακτήρας της ορθοδόξου πίστεώς μας εκφράζεται όχι μόνο στο δογματικό επίπεδο, αλλά και στο ηθικό και γενικότερα το παραδοσιακό.
Αλλη αφορμή για την εμφάνιση των Κολλυβάδων δόθηκε με την έκδοση δύο βιβλίων, του πρώτου το 1777 και του δευτέρου το 1783, τα οποία αναφέρονταν στην ανάγκη της συχνής θείας Μεταλήψεως και προερχόταν από τον κύκλο των Κολλυβάδων. Το δεύτερο βιβλίο, του οποίου συγγραφείς είναι ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς επίσκοπος Κορίνθου, καταδικάσθηκε από το Πατριαρχείο το 1785, γιατί δήθεν δημιουργούσε σκάνδαλα και διχόνοιες. Αργότερα όμως το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο πρόβαλε το βιβλίο αυτό ως ψυχωφελές και σωτήριο και με Πατριαρχικό και Συνοδικό γράμμα αθώωσε τους συγγραφείς του.
Μαζί με τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη συντάχθηκαν αρχικά οι διδάσκαλοι της Αθωνιάδος Σχολής, άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, Χριστόφορος ο Προδρομίτης ο εξ Αρτης και οι ιερομόναχοι Αγάπιος ο Κύπριος, Ιάκωβος ο Πελοποννήσιος, Παρθένιος ο αγιογράφος και Παΐσιος ο καλλιγράφος. Ας επισημάνουμε μεταξύ των πρωτοστατών της κινήσεως των Κολλυβάδων τον Κύπριο ιερομόναχο Αγάπιο, που αποτελεί καύχημα για το νησί μας, την «νήσο των Αγίων». Αργότερα προστέθηκαν και ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο μεγάλος άγιος και σοφός διδάσκαλος του Γένους· ο άγιος Μακάριος επίσκοπος Κορίνθου, που καταγόταν από την επιφανή οικογένεια των Νοταράδων· ο ιερομόναχος Διονύσιος ο Σιατιστέας, πνευματικός της Βατοπαιδινής Σκήτης του Αγίου Δημητρίου, και ο υποτακτικός του ιερομόναχος Ιερόθεος, ο πνευματικός του Αγίου Όρους στο Πρωτάτο.
Οι κύριοι εκφραστές του κινήματος των Κολλυβάδων, οι οποίοι δημιούργησαν μία φιλοκαλική αναγέννηση τον 18ο αιώνα στην Ορθόδοξο Εκκλησία, ήταν ο Αθανάσιος ο Πάριος, ο Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο Μακάριος Κορίνθου, ο Νοταράς. Αυτοί λόγω της προσφοράς και δραστηριότητός τους, αλλά περισσότερο λόγω της οσίας και υποδειγματικής Πατερικής βιοτής τους, δικαίως συγκαταριθμήθηκαν στην χορεία των Αγίων της Εκκλησίας μας.
Περί της τελέσεως των μνημοσύνων συνήλθαν δύο Σύνοδοι. Η πρώτη με εντολή του Πατριαρχείου έγινε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους το 1774 και συμμετείχαν δύο πρώην πατριάρχες, οκτώ άλλοι αρχιερείς και 200 περίπου μοναχοί. Η Σύνοδος αναθεμάτισε τους Κολλυβάδες. Η δεύτερη Σύνοδος έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 1776 επί οικουμενικού πατριάρχου Σωφρονίου Β΄ και συμμετείχαν ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Αβραάμιος και άλλοι 16 αρχιερείς. Η Σύνοδος αφόρισε τους αρχηγούς των Κολλυβάδων -μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και ο ιερομόναχος Αγάπιος ο Κύπριος- ενώ εδίωξε και εξόρισε τον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο. Το 1785 ο πατριάρχης Γαβριήλ ο Δ΄ αθώωσε τον άγιο Αθανάσιο. Η τελική δικαίωση όμως των Κολλυβάδων και για το θέμα των μνημοσύνων και την συχνή θεία Μετάληψη έγινε αρκετά αργότερα, τον Αύγουστο του 1819, από τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄.
Οι Αντικολλυβάδες-Φιλελεύθεροι χρησιμοποίησαν όλα τα αθέμιτα μέσα κατά των Κολλυβάδων· τις διαβολές, τις κατηγορίες, τις συκοφαντίες· έφθασαν ως και στην διάπραξη φόνων. Οι Αγιαναννίτες κάλεσαν κάποιον αρχιληστή της εποχής, τον καπετάν Μάρκο, για να φονεύσει τέσσερις Κολλυβάδες: Τον καλλιγράφο ιερομόναχο Παΐσιο και τον Γέροντά του Θεοφάνη, τον ιερομόναχο Αγάπιο τον Κύπριο και τον ιερομόναχο Γαβριήλ. Και ο ληστής κατάφερε και έπνιξε τους δύο από αυτούς, τον ιερομόναχο Παΐσιο και τον Γέροντα Θεοφάνη.
Η διδασκαλία των Κολλυβάδων ήταν ακραιφνώς Πατερική. Κύριο μέλημά τους ήταν να πείσουν με τον λόγο και με όλο το βίωμά τους τους πιστούς, ώστε να ζήσουν την εσωτερική εν Χριστώ ζωή. Τα θέματα στα οποία εντόπιζαν τον αγώνα τους αφορούσαν την θεία Λατρεία. Ήταν φιλακόλουθοι και συνιστούσαν την τακτική θεία Εξομολόγηση, την συχνή συμμετοχή των πιστών μετά από συνεχή πνευματικό αγώνα και προετοιμασία στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Προέτρεπαν στην αυστηρή τήρηση του εκκλησιαστικού τυπικού, που εξασφαλίζει την πνευματική ισορροπία στην ζωή της Εκκλησίας. Επίσης συνιστούσαν την μελέτη Πατερικών κειμένων, η οποία βοηθά τον πιστό στην διαμόρφωση γνησίου Πατερικού φρονήματος. Ιδιαίτερα οι τρεις άγιοι Κολλυβάδες, Νικόδημος ο Αγιορείτης, Αθανάσιος ο Πάριος, Μακάριος ο Νοταράς, ερμήνευσαν κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας μας, έγραψαν βίους και συνέταξαν Ακολουθίες Αγίων, ακόμη και σχολικά εγχειρίδια Γραμματικής, Ρητορικής, Φιλοσοφίας. Πολλοί Κολλυβάδες αντέγραψαν μάλιστα έργα θύραθεν συγγραφέων, μετέφρασαν σύγχρονους Δυτικούς φιλοσόφους, δεν φοβήθηκαν την επαφή με την νεωτερικότητα είτε προσλαβάνοντας στοιχεία και μεθόδους που εναρμονίζονταν με την Πατερική διδασκαλία είτε επικρίνοντας αυτήν έντονα. Ο σοφός Ευγένιος Βούλγαρης -πού κάλλιστα μπορεί να συνταχθεί μαζί με τους Κολλυβάδες Πατέρες, αν και δεν συμμετείχε ενεργά στο κίνημα, αφού μετά το 1762 βρίσκεται εκτός του ελλαδικού χώρου (Λειψία και κατόπιν Ρωσία)- ήταν βαθύς γνώστης και κριτικός αποτιμητής των πνευματικών ρευμάτων της εποχής του μέσα στο φως της Πατερικής παραδόσεως.
Αυτό που προείχε για τους Κολλυβάδες ήταν να φωτισθεί το υπόδουλο Γένος και να σταθεί στην πίστη και στις παραδόσεις των Πατέρων, να διασωθεί ο ελληνορθόδοξος πολιτισμός και ο κατά Χριστόν τρόπος ζωής. Ο άγιος Νικόδημος έγραψε 25 ογκώδη συγγράμματα. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει το Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, που το έγραψε όταν ήταν εξόριστος στο νησί Σκυροπούλα, και ενώ η εκεί διαβίωσή του ήταν πλήρης δυσκολιών και ταλαιπωριών, με στέρηση και των απαραιτήτων για τις βιοτικές του ανάγκες - και φυσικά βιβλίων. Χρησιμοποιεί από μνήμης πλήθος Πατερικών χωρίων για την συγγραφή του βιβλίου του· κάτι το οποίο αποδεικνύει την Χάρη και την απέραντη μνήμη του μεγάλου αυτού Πατρός. Το σύγγραμμα αυτό αποτελεί ένα εγκόλπιο για τον πιστό που θέλει να βιώσει την εν Χριστώ πνευματική ζωή, πραγματεύεται για την φυλακή των αισθήσεων, την νοερά προσευχή και για όλα όσα συντελούν στην τελειοποίηση του έσω ανθρώπου. Ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, που χαρακτηρίστηκε ως ο μαχητικότερος των Κολλυβάδων, έγραψε 53 συγγράμματα. Πολέμησε ιδιαίτερα τον αθεϊστικό Βολταιρισμό· την πλάνη που προσπαθούσε να εισέλθει και στον ελλαδικό ορθόδοξο χώρο με το πρόσχημα του Διαφωτισμού, της φυσικής θρησκείας, του ορθολογισμού, και που ενέκρυβε την αθεΐα.
Επίσης οι Κολλυβάδες ήταν οι πνευματικοί καθοδηγητές των Νεομαρτύρων. Αυτοί προετοίμαζαν και τόνωναν ψυχολογικά στον δρόμο του μαρτυρίου, ιδιαίτερα αυτούς που είχαν πρωτύτερα αρνηθεί την πίστη τους, αλλά μετανοημένοι και έμπλεοι θείου έρωτος ζητούσαν διακαώς και επέμεναν να προχωρήσουν στο μαρτύριο. Ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς «γύμνασε πνευματικά» και συντέλεσε ώστε να ανάψει το «θείον πύρ» της προς τον Χριστόν αγάπης στις καρδιές τριών μεγάλων Νεομαρτύρων· του Πολυδώρου, ο οποίος καταγόταν από την Λευκωσία, του Θεοδώρου του Βυζαντίου και του Δημητρίου του Πελοποννησίου. Το αίμα των Νεομαρτύρων αποτέλεσε το ευώδες θυμίαμα ενώπιον του Θεού και επέφερε την λύτρωση για το υπόδουλο Γένος. Ο άγιος Νικόδημος συγκέντρωσε πολλά από τα μαρτύρια αυτά στο βιβλίο του, «Νέον Μαρτυρολόγιον».
Το αναγεννητικό κίνημα των Κολλυβάδων είχε αποφασιστικές επιδράσεις στην τόνωση και ενίσχυση της παιδείας του υποδούλου Γένους και στην διατήρηση της αυτοσυνειδησίας του, όχι μόνον απέναντι των Οθωμανών κατακτητών, αλλά και απέναντι των δυτικών ιεραποστόλων (μισσιονάρων) που όργωναν τις ορθόδοξες χώρες, ασκώντας προσηλυτισμό με αθέμιτα μέσα, προπάντος όμως εκμεταλλευόμενοι την αμάθεια, την δουλεία και την φτώχεια των Ορθοδόξων πιστών. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός έλεγε ότι ο Θεός για το δικό μας καλό επέτρεψε να σκλαβωθούμε στους Τούρκους και όχι στους Φράγκους, γιατί αυτοί θα μας έβλαπταν την πίστη. «Ο δε Τούρκος», τόνιζε ο πατρο-Κοσμάς, «άσπρα άμα του δώσης, κάμνεις ό,τι θέλεις».
Οι Κολλυβάδες προκάλεσαν την ησυχαστική αναγέννηση του Αγίου Όρους, ήταν φορείς της Πατερικής παραδόσεως. Αυτοί εξέφραζαν την υπερχιλιετή ζωή και πορεία του Αγίου Όρους, σε αντίθεση με τους Αντικολλυβάδες οι οποίοι ήταν επηρεασμένοι από τον ευρωπαϊκό θεϊστικό Διαφωτισμό, που ήθελε την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας και την αλλοίωση του ορθοδόξου μοναχισμού. Οι Αντικολλυβάδες είχαν ελλιπή πνευματική ζωή, έμεναν απλά σε έναν τύπο της μοναχικής ζωής, την λεγομένη «χονδροκαλογερική», και δεν βίωναν την θεία Χάρη μέσα από την Ορθόδοξη παράδοση. Γι'; αυτό εξάλλου ήταν αντίθετοι στις μακρές Ακολουθίες, στην συχνή θεία Μετάληψη και Εξομολόγηση, στην προγραμματισμένη πνευματική μελέτη, στην νοερά εργασία, στην αδολεσχία με την ευχή του Ιησού. Δεν είχαν εσωτερική πνευματική ζωή. Οι Κολλυβάδες Πατέρες δικαίωναν την ύπαρξη του Αγίου Όρους, ως φορέα της ακραιφνούς Πατερικής παραδόσεως. Στάθηκαν στην γραμμή των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας -ιδιαίτερα των ησυχαστών και νηπτικών Πατέρων του 14ου αιώνα- και δεν άφησαν να αλλοιωθεί ο ορθόδοξος μοναχισμός, όπως είχε ήδη αρχίσει να γίνεται στην Ρωσία επί τσάρου Πέτρου του Μεγάλου, του μεγάλου εραστού της Δύσεως που προώθησε τον εξευρωπαϊσμό της ορθοδόξου πίστεως και συμπληρώθηκε με την αντιμοναστική πολιτική της αυτοκράτειρας Αικατερίνης της Β΄.
Μολονότι οι Αντικολλυβάδες ήταν περισσότεροι σε αριθμό, χρησιμοποιούσαν, όπως είπαμε βίαια μέσα, είχαν δε πολλές φορές και την υποστήριξη ορισμένων πατριαρχών, εντούτοις δεν κατάφεραν να καταπνίξουν αυτό το κίνημα. Οι θέσεις των Κολλυβάδων υπέρ της Ορθοδόξου παραδόσεως και η νέα γενική αφυπνιστική κίνηση, που είχε ως βάση την αναβίωση του ησυχασμού, σύντομα διαδόθηκαν στην Θεσσαλονίκη, την Θεσσαλία, την Ήπειρο, την Πελοπόννησο και στα νησιά του Αιγαίου. Οι περισσότεροι Αγιορείτες Πατέρες που εξορίσθηκαν ή αυτοεξορίσθηκαν από το Άγιον Όρος μετέβησαν σε νησιά πλησίον του Αγίου Όρους, στο Αιγαίο Πέλαγος.
Ένας από τους εξορισθέντες Κολλυβάδες, ο ιερομόναχος Νήφων ο Χίος μαζί με άλλους τέσσερις μοναχούς, τους Γρηγόριο, Αγαθάγγελο, Ανανία, Ιωσήφ αφού πέρασαν για αρκετά χρόνια στην Σάμο, Πάτμο και Ικαρία πήγαν τελικά στην Σκιάθο, όπου ο Νήφων ίδρυσε την περίφημη Κοινοβιακή Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου το 1794, που αποτέλεσε το βασικότερο κέντρο των Κολλυβάδων εκτός του Αγίου Όρους. Σε αυτήν την Μονή γαλουχήθηκαν οι δύο Σκιαθίτες λογοτέχνες και πνευματικά αναστήματα των Κολλυβάδων, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (μετέπειτα μοναχός Ανδρόνικος) και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς περιφερόταν συνεχώς στα νησιά του Αιγαίου προς στηριγμό και μετάδωση του Πατερικού πνεύματος στον λαό του Θεού, και ιδίως στην νήσο Χίο μαζί με τον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο.
Ο μακάριος Γέροντας Ιερόθεος άρχισε τον μοναχικό του βίο από την Βατοπαιδινή Σκήτη του Αγίου Δημητρίου, όπου είχε ως Γέροντα τον πνευματικό της Σκήτης, Διονύσιο τον Σιατιστέα. Μετά τον θάνατο όμως του Γέροντός του και κατά την δεύτερη φάση διώξεως των Κολλυβάδων από τον Άγιον Όρος αναγκάζεται να φύγει από τον Αθωνα. Πηγαίνει στον Πόρο και στην Ύδρα, όπου ιδρύει την Ιερά Μονή του Προφήτου Ηλία. Ο αδελφός του Φιλόθεος γίνεται ο νέος κτίτορας της εγκαταλελειμμένης τότε Μονής της Ζωοδόχου Πηγής της Λογγοβάρδας στην Πάρο. Από αυτήν την Μονή προήλθε και ο άγιος ηγούμενός της, ο γνωστός μας Φιλόθεος Ζερβάκος.
Ο άγιος Αρσένιος ο Νέος μαζί με τον πνευματικό του πατέρα Δανιήλ έφυγαν από το Άγιον Όρος και πήγαν στα νησιά Πάρο, Σίκινο, Φολέγανδρο. Στην Πάρο ο άγιος Αρσένιος παρέμεινε στην Μονή του Αγίου Γεωργίου, όπου έγινε ηγούμενός της. Εκεί έζησε με πολύ χαρισματικό τρόπο, προσείλκυσε και ανέπαυσε πολλές ψυχές από την δυστυχία και την άγνοια που κυριαρχούσε τότε στο νησί.
Αλλες μορφές του 19ου αιώνα, που ζυμώθηκαν με το πνεύμα των Κολλυβάδων και είχαν την δραστηριότητά τους στην Πελοπόννησο και στην Αθήνα, ήταν οι Κωνσταντίνος Οικονόμος, Κοσμάς Φλαμιάτος, Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος (ο λεγόμενος Παπουλάκος), Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος, άγιος Νικόλαος ο Πλανάς.
Επίσης και οι άλλες ορθόδοξες χώρες (Ρουμανία, Ρωσία) δέχτηκαν άμεσα ή έμμεσα, την ευεργετική επίδραση των Κολλυβάδων, όπως φαίνεται από την αναγέννηση του ησυχασμού στις χώρες αυτές. Κύριος μύστης, κατά τον 18ο αιώνα, για τους συγχρόνους του Ρουμάνους και Ρώσους στην λησμονημένη Πατερική πνευματικότητα ήταν ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ που έζησε για 18 χρόνια στο Άγιον Όρος, στην Καψάλα και στην ιδρυθείσα υπό αυτού Σκήτη του Προφήτου Ηλία. Κατόπιν μετέβη στην Μολδαβία, την σημερινή Ρουμανία και έγινε ο γενάρχης των ασκητικών «Στάρετς», των οσίων εκείνων Ρώσων Γερόντων, οι οποίοι διά της αγίας τους ζωής και των κεχαριτωμένων λόγων τους στήριζαν όχι μόνο τους αγραμμάτους χωρικούς, αλλά και τους μεγαλύτερους διανοούμενους στις χώρες τους.
Το πνεύμα των Κολλυβάδων λειτούργησε κατά τον 19ο αιώνα ως αντίσωμα, κατά του πνεύματος αλλοιώσεως του ορθοδόξου μοναχισμού που είχαν υιοθετήσει οι Δυτικίζοντες φορείς, πολιτικοί και θεολόγοι, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής και ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης.
Αλλά και στην σύγχρονη εποχή μας υποβόσκει ένα αντικολλυβαδικό, αντιπατερικό πνεύμα. Η απειλή εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας μας είναι ένα απτό γεγονός. Πολλοί εισηγούνται να συντομευθούν οι Ακολουθίες, να τελείται στην απλή δημοτική γλώσσα η Θεία Λειτουργία, να περιορισθούν οι νηστείες και οι εορτές, να καταργηθεί το τέμπλο στους ναούς. Πολλοί θεωρούν πλάνη να ασκείται κανείς στην νοερά προσευχή, ή να κάνει κομποσχοίνι, να κοινωνεί συχνά ...;
Παράλληλα όλο και νέα θεολογικά ρεύματα δημιουργούνται, ενώ κάποια υφίστανται διαρκώς στην ζωή της Εκκλησίας, αλλά στην ουσία παρά την Εκκλησία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν κάποιες τάσεις στην θεολογία των ημερών μας, που αντικατοπτρίζουν και έναν αντίστοιχο τρόπο ζωής.
Πρώτη, αυτή των ευσεβιστών, ηθικιστών. Οι άνθρωποι αυτοί που υπήρχαν πάντοτε σε όλες τις εποχές δίνουν βαρύτητα στον τύπο, έχουν μία εξωτερικά ηθική ζωή, αλλά δεν γνωρίζουν ουσιαστικά τί σημαίνει καθαρότητα της καρδίας. Μένουν στον τύπο και δεν εισχωρούν στην ουσία. Νομίζουν ότι η θέωση του ανθρώπου είναι ένα ηθικό γεγονός και όχι μία οντολογική κατάσταση, πραγματική μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες ενέργειες του Θεού.
Στην δεύτερη τάση κατατάσσονται αυτοί που εκφράζουν την λεγόμενη αισθητική θεολογία. Είναι άνθρωποι με υψηλή διανόηση και κουλτούρα· άνθρωποι της τέχνης, της ποίησης, της μουσικής. Θέλουν να συνδέσουν την θεολογία με την τέχνη, ώστε η θεολογία να γίνει η θεραπαινίδα της τέχνης. Δηλαδή η θεολογία της Εκκλησίας μας να γίνει ποιητική, συγγραφική και μουσική. Ας τονίσουμε όμως ότι η Ορθοδοξία και συνεπώς η θεολογία δεν είναι τέχνη και πολιτισμός, αλλά παράγει τέχνη και πολιτισμό. Η οποιαδήποτε τέχνη και η ίδια η ζωή μας πρέπει να συνδέεται με την Εκκλησία και από εκεί να παίρνει «τό ύδωρ το ζών»[1].
Τρίτη τάση είναι αυτή των παραδοσιαρχικών. Αυτοί επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στον τύπο της Πατερικής παραδόσεως, αλλοιώνουν όμως την ίδια παράδοση στην πράξη. Δεν καταλαβαίνουν την Παράδοση ως οργανική και δυναμική συνέχεια της Εκκλησίας. Ταυτίζουν τον εαυτό τους με το ένδοξο παρελθόν της Παραδόσεως, δεν ζούν όμως αυτήν την Παράδοση. Είναι αυτοί που είναι γνώστες της ορθοδόξου θεολογίας, δεν την εφαρμόζουν όμως στην ζωή τους. Ομιλούν μέν συνέχεια για επιστροφή στις παραδόσεις και τους Πατέρες, δεν έχουν όμως βιώσει την θεία Χάρη, που είχε σκηνώσει στους Πατέρες και τους ενέπνεε σε κάθε λόγο και δραστηριότητά τους. Έτσι αποδεικνύονται κίβδηλοι, ή όπως θα έλεγε ο απόστολος Παύλος «κύμβαλα αλλαλάζοντα»[2].
Στην τέταρτη τάση κατατάσσονται αυτοί που ομιλούν για παροντική θεολογία. Μετατοπίζουν το κέντρο βάρους από την θεολογία στην ανθρωπολογία και την κοινωνιολογία. Αυτοί πρεσβεύουν το τέλος της Πατερικής θεολογίας, και προσπαθούν να ομιλήσουν με νέα θεολογία για τα σύγχρονα προβλήματα της κοινωνίας, τα οποία νομίζουν ότι δεν μπορεί να τα επιλύσει η Πατερική θεολογία. Θεωρούν ότι ο λόγος της Εκκλησίας είναι κλειστός, στατικός και δεν πιστεύουν ότι αυτό που τροφοδοτεί την Εκκλησία είναι τα έσχατα· ότι μόνο με το πρίσμα της εσχατολογίας  έχει νόημα και η ιστορία του κόσμου.
Παράλληλα όμως παρατηρείται σε πολλούς τα τελευταία χρόνια μία βαθύτερη γνώση της Πατερικής παραδόσεως, και προπάντων του ησυχασμού ως αυθεντικού, πρακτικού βιώματος. Το βίωμα αυτό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εφαρμογή του Ευαγγελίου στην εποχή μας, η βίωση της θείας Χάριτος, που εξασφαλίζει στον άνθρωπο την καρποφόρα ένταξή του στο Σώμα της Εκκλησίας με πληρότητα αληθινής ζωής και αναφαίρετης χαράς κατά την κοινωνία του με τα άλλα πρόσωπα. Τότε ο άνθρωπος γίνεται εκκλησιολογική και ευχαριστιακή υπόσταση, αληθινό πρόσωπο κατ'; εικόνα του απολύτου και αιωνίου προσώπου του Χριστού.
Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι όσοι ανήκουν στις τέσσερις κατηγορίες που αναφέραμε έχουν μία διανοητική σχέση με τον Θεό, επαναπαύονται σε αυτήν και νομίζουν ότι γνωρίζουν τον Θεό. Δεν έχουν όμως επιτύχει την κοινωνία με τον Θεό, που σχετίζεται με την όλη τους ύπαρξη και κυρίως με την νοερά ενέργεια στην καρδιά τους, αλλά ούτε την ουσιαστική κοινωνία με τον συνάνθρωπο. Οι άγιοι Κολλυβάδες Πατέρες μας τόνιζαν ότι το πνευματικό κέντρο του ανθρωπίνου προσώπου είναι η καρδία και όχι ο εγκέφαλος. Εκεί διαδραματίζονται όλα τα μυστήρια του αοράτου πολέμου, της αναγεννήσεώς μας, της ενοικήσεως της θείας Χάριτος. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι η καρδία του ανθρώπου είναι κέντρο φυσικό, παραφυσικό και υπερφυσικό. Ο ίδιος ο Χριστός μας αποκαλύπτει ότι η βασιλεία του Θεού «εντός ημών εστιν»[3].  Οι Κολλυβάδες επέμεναν στην συχνή θεία Κοινωνία, γιατί γνώριζαν ότι στο ευχαριστιακό Σώμα του Χριστού ενώνεται αρρήτως και αδιαιρέτως η θεία με την ανθρώπινη φύση, βιώνεται το ομοούσιο της ανθρωπότητος, τελεσιουργείται το μυστήριο της θεώσεως.
Οι άνθρωποι που ζούν και προσφέρουν μία φαλκιδευμένη, νοθευμένη Ορθοδοξία, πρέπει να εναρμονισθούν με την ζωογόνο Πατερική παράδοση, που είναι αυτή των Κολλυβάδων του 18ου αιώνα, των Ησυχαστών του 14ου αιώνα, των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Οι Κολλυβάδες γίνονται έτσι και σήμερα πνευματικοί οδηγοί μας για την σωστή συνέχιση της πορείας μας μέσα στην αυθεντική Πατερική παράδοση.
Το πνεύμα των Πατέρων παραμένει πάντοτε το ίδιο. Ανάλογα όμως τις κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές συνθήκες κάθε εποχής οι Πατέρες βιώνοντας την θεία Χάρη, την κοινωνία με τον προσωπικό Θεό διατυπώνουν και τις θέσεις τους κατά τον διάλογο με τα φιλοσοφικά, θρησκευτικά και κοινωνικά ρεύματα της εποχής τους. Η διατύπωση των δογμάτων και η ερμηνεία της οδού της μετανοίας διαμορφώνεται κάθε φορά με σύγχρονη και δυναμική ορολογία δίχως να αλλοιώνεται η ουσία του Ευαγγελικού κηρύγματος, που πάντοτε ήταν, «μετανοείτε, ήγγικε η βασιλεία των ουρανών»[4].

[1] Βλ. Ιω. 4,10.
[2] Βλ. Α΄ Κορ. 13,1.
[3] Βλ. Λουκ. 17,21.
[4] Βλ. Ματθ. 3,2.


 του Γέροντος Εφραίμ, Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, με τίτλο «Οι Κολλυβάδες στην ιστορία και το παρόν» από το νέο βιβλίο του "Αθωνικός Λόγος".



Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Σχέση Μικρού και Μεγάλου Αγιασμού κατά τους Κολλυβάδες και δει κατά τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο



Με τη ευκαιρία της μεγάλης δεσποτικής εορτής των Θεοφανείων και της κατ' αυτήν τελέσεως του Μεγάλου Αγιασμού, επιθυμούμε ν' αναφερθούμε στη σχέση αυτή του Μεγάλου, ως λέγεται, Αγιασμού, προς τον αποκαλούμενο Μικρό Αγιασμό, ο οποίος τελείται σε κάθε άλλη περίπτωση π.χ. Πρωτομηνιά, εγκαινισμούς οίκων, καταστημάτων κ. ά., με σκοπό να συμβάλλουμε στη αποφυγή των πολλών παρανοήσεων, αλλά και στην εξάλειψη των λανθασμένων απόψεων και εθιμικών διατάξεων σχετικά με τη σύγκριση των δύο Αγιασμών και την χρήση τους.
Οδηγό σ' αυτήν την προσπάθεια θα έχομε έναν από τους κυριώτερους εκπροσώπους της Φιλοκαλικής αναγέννησης του 18ου αιώνος, του κινήματος δηλ. των Κολλυβάδων, των Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, ο οποίος είχε ασχοληθεί με το θέμα εκτενώς.
Στην "Έκθεσή" του ο Άγιος Αθανάσιος, τονίζει ότι ο Μεγάλος Αγιασμός έχει α) Δύναμη λουτρού παλιγγενεσίας και β) τελείται μία φορά το χρόνο, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ως συμβολική ανάμνηση της δωρεάς της Θείας αναγεννήσεως από τον Χριστό. (Εδώ πρέπει να σημειώσουμε, ότι και την παραμονή των Θεοφανείων επεκράτησε από πολύ νωρίς να τελείται ο Μεγάλος Αγιασμός για πρακτικούς κυρίως λόγους, αλλά και αυτή η τέλεση εντάσσεται στην εορτή των Θεοφανείων και κατά συνέπεια δεν θεωρείται ως δεύτερη και ανεξάρτητη).
Από την άλλη πλευρά ο λεγόμενος Μικρός Αγιασμός: α) τελείται στις νουμηνίες (αρχή του μήνα), αλλά και κάθε φορά που κρίνεται απαραίτητο, χωρίς ιδιαίτερα αυστηρές ρυθμίσεις, β) παρέχει πλούτο ιαματικής δύναμης για κάθε ασθένεια, σωματική ή ψυχική και γ) φαίνεται ότι αρχίζει να εξαπλώνεται, ως αγιασματική ακολουθία, από το θαύμα το οποίον συνέβη στο Ναό της Θεοτόκου Ζωοδόχου Πηγής, όπως ο Άγιος Αθανάσιος αναφέρει.
Επομένως, όπως γίνεται αντιληπτό, η διάκριση η οποία παρατηρείται, έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και δεν υπονοεί, αλλ' ούτε σε καμιά περίπτωση συνιστά ουσιαστική διάκριση η διαφοροποίησή τους. Αν επιχειρήσουμε μάλιστα μια ερευνητική μελέτη στις ακολουθίες του Μικρού και του Μεγάλου Αγιασμού, θα διαπιστώσουμε, ότι όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, επιβεβαιώνονται πλήρως. Κατ' αρχήν πρέπει να σημειώσουμε, ότι υπάρχει εμφανής ομοιότητα στις δύο Ακολουθίες αφού και στις δύο τελείται Αγιασμός ύδατος.
Στον Μεγάλο Αγιασμό παρατηρούμε, πως τόσο τα τροπάρια, που τον συνοδεύουν ("Φωνή Κυρίου επί των υδάτων..." ), όσο και τα αναγνώσματα από τις Προφητείες του Ησαΐου, έχουν έντονο συμβολικό χαρακτήρα της τέλεσής του σε ανάμνηση του Βαπτίσματος του Χριστού και εξ' αυτού παρουσιάζουν έντονο τον χαρακτήρα της Δεσποτικής εορτής. Σε αντίθεση ο Μικρός Αγιασμός διαφέρει σ' αυτό το σημείο, αφού η συνοδευτική υμνογραφία, περιέχει τροπάρια αφιερωμένα στη Θεομήτορα.
Στην μεγάλη εκτενή Δέηση και των δύο ακολουθιών δίδεται η πνευματική έννοια του λουτρού της παλιγγενεσίας ("υπέρ του αγιασθήναι το ύδωρ τούτο τη επιφοιτήσει και δυνάμει και ενεργεία του Αγίου Πνεύματος ..., του καταφοιτήσαι εν τοις ύδασι τούτοις την καθαρτικήν της υπερουσίου Τριάδος ενέργεια, ..., του δωρηθήναι αυτοίς την χάριν της απολυτρώσεως, την ευλογίαν του Ιορδάνου, ...., του γενηθήναι το ύδωρ τούτο αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, εις ίασιν ψυχής τε και σώματος και προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον..." κ. α.), αλλά από τη Ιστορία της λατρείας μας είναι γνωστό ότι ο Αγιασμός των Θεοφανείων επηρέασε μορφολογικά, την ακολουθία του Μικρού Αγιασμού και κατά συνέπειαν θεωρούμε αυτές τις ομοιότητες αυθεντικά στοιχεία της ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού, τα οποία συμπλήρωσαν, αργότερα την ακολουθία που επιβλήθηκε από την ανάγκη τελέσεως Αγιασμού εκτός της εορτής των Θεοφανείων.
Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούμαστε και από το περιεχόμενο των ευχών του καθαγιασμού του ύδατος, που ακολουθούν.
Στο μεγάλο Αγιασμό έχομε μια νοηματική συνέχεια με την εκτενή Δέηση, που προηγείται, αφού ο Ιερεύς αιτείται επευχόμενος τον καθαγιασμόν του ύδατος, ώστε αυτό να γίνει: "Αφθαρσίας πηγή, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσητον, αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον. ΄Ινα απάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό προς καθαρισμόν ψυχών και σωμάτων, προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον". Και μετά τη δεύτερη επίκληση το αγιασμένο ύδωρ, θα παρέχει "τοις τε απτομένοις, τοις τε χριομένοις, τοις τε μεταλαμβάνουσιν τον αγιασμόν, την ευλογίαν, την κάθαρσιν, την υγείαν".
Στις καθαγιαστικές ευχές του Μικρού Αγιασμού, η Θεία Χάρη δια της μεταλήψεως και του ραντισμού του αγιασμένου ύδατος χορηγεί την ευλογία που αποσμήχει τους ρύπους των παθών και θεραπεύει τις ασθένειες της ψυχής και του σώματος και καταπέμπεται σ' αυτό η ευλογία και η χάρη των ιαμάτων, ώστε να καταξιωνόμαστε να δεχόμαστε την απολύτρωση των ψυχικών και σωματικών πόνων.
Κατά συνέπειαν, αντιλαμβανόμαστε ότι ενώ στο Μικρό Αγιασμό δίδεται έμφαση στην ίαση των ψυχικών και σωματικών ασθενειών, στον Μεγάλο Αγιασμό, καίτοι υπάρχει και αυτό το αίτημα με παρόμοια άλλα, κυριαρχεί πλήρως η ευλογία της φύσεως των υδάτων με το βάπτισμα του Κυρίου, με όλο το βάρος και τις συνέπειες που έχει αυτή η αναμνηστική λειτουργική παρουσία ενός τέτοιου πραγματικού και σωτηριώδους γεγονότος για τη ζωή του όλου σώματος της Εκκλησίας, αλλά και του κάθε πιστού χωριστά. Αποτελεί την αναδημιουργία της ύλης και δι' αυτής του κόσμου εν Χριστώ. Γι' αυτό και επαξίως ονομάζεται λουτρόν παλιγγενεσίας. Γιατί το αγιασμένο ύδωρ των Θεοφανίων δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το αγιασμένο νερό του βαπτίσματος, στο οποίο βαπτίζεται ο Τίμιος Σταυρός σε αναπαράσταση του βαπτίσματος του Χριστού και το οποίο αντλούσαν οι πιστοί πριν το βάπτισμα των κατηχουμένων, ως ευλογία, λόγος για τον οποίον θεσπίστηκε η τέλεση του Μεγάλου Αγιασμού. Μάλιστα ο Μεγάλος Αγιασμός διατήρησε την τέλεσή του μέσα στη Θεία λειτουργία, όπως τελούνταν τόσο το Βάπτισμα, όσο και τα άλλα μυστήρια στους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες, ενώ ο Μικρός Αγιασμός τελείται καθ' οιανδήποτε στιγμή και περίσταση, χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς.
Η σύντομη αυτή αναδρομή στο περιεχόμενο των δύο Ακολουθιών, κάνει εμφανή μια τιμητική και καθαρά και μόνον συμβολικήν υπεροχή του Μεγάλου Αγιασμού έναντι του Μικρού, αφού υπερέχει η συμβολική ανάμνηση του αγιασμού της υλικής κτίσεως από τον Κύριο και θεωρείται ως αφετηρία αγιασμού των πάντων σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δικαιολογείται ο παραδοσιακός χαρακτηρισμός του μεν ως Μεγάλου του δε ως Μικρού Αγιασμού. Εξ άλλου, όπως παρατηρήσαμε, η ακολουθία του Μικρού Αγιασμού είναι φανερά επηρεασμένη από την ακολουθία του Μεγάλου και ως μεταγενέστερη αυτής, χωρίς να υπονοείται σε καμία περίπτωση διαφοροποίηση της αγιαστικής χάριτος των δύο Αγιασμών ή της μετοχής τους από τους πιστούς.
Αρχιμανδρίτης

ΣΩΤΗΡΙΟΣ Ν. ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ, ιεροκήρυξ------------------------------------------

Βλ. Ι Μ. Φουντούλη,, Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας Δ΄, Αθήναι 1994, σ.200
Του ιδίου Κείμενα Λειτουργικής, τ. Β΄Θέματα Ευχολογίου, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 92, 105-106.
Του ιδίου, Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας Δ΄, Αθήναι 1994, σ. 203
 http://apfilipposgrammatikous.blogspot.com/

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Γιάννης ο Ευλογημένος!





O Άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ όλα τα χωριά, να δει ποιός θα τόνε γιορτάσει με καθαρή καρδιά.
Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τ’ ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.

Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, κι είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήτανε σκαλισμένα από τα τσακάλια.

Σαν άγιος που ήτανε άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κ εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν».

Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κι είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένον », και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια..

* * *
Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφτασε σε κάτι χωριά που ήτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήτανε μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε: «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλεστικά και χαρούμενα.

Απάνω σ αυτά, άνοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλληκάρι, με μαύρα στριφτά γένια, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιός χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!».

Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μία κούνια, που ήτανε δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήτανε τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. Αυτός, σαν μπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, κι είδε πως ήτανε γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και το ανεσπάσθηκε κι είπε: «Να χω την ευχή σου, γέροντα», και το ’λεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να ’τανε πατέρας του.
Και κείνος του είπε: «Βλογημένος να σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατά σου η ειρήνη του Θεού να ναι απάνω σας!». Σηκώθηκε κ η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και κείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε. Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, κι είχε κι ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φανήκανε τα δοκάρια, σα να ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πητιές που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, κι οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ’ άλλα, τα φτωχά τα πράγματα που χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος.
Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδιά πάντερπνη.

Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά κι η γυναίκα του ’θεσε μαξιλάρια να ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και το βαλε κοντά του, κι έβγαλε και το παλιόρασό του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγυιό του, κι έβαλε μέσα στην κοφινέδα τα νιογέννητα τ’ αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγυιός τα ’βγαλε τ’ άλλα στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος.
Κι είχε μία χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος κι είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να ’τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε. Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθησε μέσα, σα να ’τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλιά του. Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες κι οι επίσημοι ανθρώποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου.

* * *

Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ’ Άη-Βασίλη.
Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μία φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».

Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάθηκε κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του, ύστερα έσκυψε και πήρε μία φυλλάδα από το ταγάρι του, κι είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».

Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάθηκε από πίσω του, και η γυναίκα βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χέρια.

Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και το απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου».

Η φωνή του ήτανε γλυκιά και ταπεινή, κι ο Γιάννης κι η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ, χωρίς να πει το δικό του τον Κανόνα, που λέγει «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε».

Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.

Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, κι είπε: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος κ έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε «του Χριστού» κι ύστερα είπε «της Παναγίας», κι ύστερα είπε «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου».
Του λέγει ο Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τον άη- Βασίλη!».
Του λέγει ο άγιος: «Ναι, καλά! κι ύστερα λέγει: «Του δούλου του Θεού Βασιλείου». Κι ύστερα λέγει πάλι: «Του νοικοκύρη, «της νοικοκυράς», «του παιδιού», «του παραγυιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».

Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;
Του λέγει ο άγιος: «Έκοψα, Βλογημένε!» μα, ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο μακάριος. Κι ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος κι είπε την ευχή του «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθεις του οίκου της ψυχής μου».
Κι είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποιά παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε».

Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κι είπε πάλι την ευχή, αλλοιώτικα: «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθεις. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται».

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος...
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
πηγη