Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εικών Δημητρέλος

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Ἡ Νηστεία μᾶς ἀποδεικνύει ὅλην τήν πανουργίαν, καί τήν μοχθηρίαν τῶν ἀσωμάτων πνευμάτων. Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης


Ἡ Νηστεία μᾶς ἀποδεικνύει ὅλην τήν πανουργίαν, καί τήν μοχθηρίαν τῶν ἀσωμάτων πνευμάτων

 Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης

Ἡ Ἐκκλησία μας εἰσέρχεται εἰς τήν Μεγάλην καί Ἁγίαν Τεσσαρακοστήν διά τό Πάσχα.
Αὐτή πρέπει νά συνδυάζεται μέ: 1ον) Τήν μετάνοιαν, 2ον) Τήν ταπεινότητα καί τήν συντριβήν τῆς σατανικῆς ὑπερηφανείας,
3ον) Τήν ἐξαφάνισιν τῆς μοχθηρίας, ἡ ὁποία εἶναι τό τέκνον τῆς κολάσεως, 4ον) Τήν νέκρωσιν τῶν παθῶν καί ὡς ἐκ τούτου τήν νέκρωσιν τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός,
5ον) Τήν συντριβήν  6ον) Τήν ἐξομολόγησιν, 7ον) Τήν διόρθωσιν τῆς ζωῆς, μισοῦντες πᾶσαν ἁμαρτίαν σκέψεως, λόγου καί πράξεως
καί 8ον) Τήν Νηστείαν, τήν ὁποίαν κάμνομεν οἱ πολλοί, ἀλλά δέν γνωρίζομεν πόσο καλός διδάσκαλος εἶναι αὐτή.
Διά τήν μεγάλην σημασίαν της θά παραθέσωμεν ἀποσπάσματα ἐκ τοῦ βιβλίου: «Ἡ ἐν Χριστῷ Ζωὴ» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Πρωθιέρεως τῆς Κροστάνδης (Ἐκδόσεις «Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας»).

Αὐτά ἔχουν ὡς ἀκολούθως: «“Καί νῦν λέγει Κύριος ὁ Θεός ὑμῶν, ἐπιστράφητε πρός με ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ὑμῶν, καί ἐν νηστείᾳ καί ἐν κλαυθμῷ καί ἐν κοπετῷ” (Ἰωήλ 2,12).

“Ὅς ἄν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν” (Ματθ. 16,25), ἤτοι ὅστις ἐπιθυμεῖ νά σώσῃ τόν παλαιόν του, σαρκικόν, ἁμαρτωλόν ἄνθρωπον, θά ἀπολέσῃ τήν ζωήν του, διότι ἡ πραγματική ζωή συνίσταται εἰς τήν σταύρωσιν καί νέκρωσιν τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου μέ τάς πράξεις του καί τήν ἔνδυσιν “τοῦ νέου, τοῦ ἀνακαινιζομένου εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾽ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν” (Κολ. 3,9-10).

 Ἄνευ τῆς νεκρώσεως τοῦ παλαιοῦ, σαρκικοῦ ἀνθρώπου, δέν ὑπάρχει ζωή ἀληθινή ἤ αἰωνία μακαριότης. Ὅσον πληρεστέρα καί ὀδυνηροτέρα εἶναι ἡ νέκρωσις τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, τόσον τελειοτέρα θά εἶναι ἡ ἀνακαίνισις καί ἡ ἀναγέννησίς του, ὅσον δέ βαθυτέρα ἡ κάθαρσις, τόσον μεγαλυτέρα ἡ καθαριότης ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ.
 Νέκρωσον τόν ἑαυτόν σου καί θά εὕρῃς νέαν ζωήν. ῎Ω, αἰσθάνομαι ὅτι, ὅταν διατελῶ ἐν πλήρει ὑγείᾳ καί δέν βασανίζω τό σῶμα μου μέ κόπους καί μόχθους, ἀποθνήσκω κατά τό πνεῦμα, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι πλέον ἐντός μου, ἡ δέ σάρξ μου καί ὁ Διάβολος μέ καταβάλλουν.

Διατί εἶναι ἀναγκαία ἡ νηστεία 

Εἶναι ἀναγκαία ἡ νηστεία διά τόν χριστιανόν, διά νά καθαρίζῃ τήν διάνοιά του, νά ἀνυψώνῃ καί ἀναπτύσσῃ τά αἰσθήματά του καί νά ὠθῇ τήν θέλησίν του εἰς χρήσιμον καί ὠφέλιμον δραστηριότητα.
Τάς τρεῖς αὐτάς ἀνθρωπίνους ἱκανότητας τάς σκοτίζομεν καί τάς καταπνίγομεν ἰδιαιτέρως “μέ τήν κραιπάλην καί μέθην καί μερίμνας βιωτικάς” (Λουκ. 21,34). Μέ αὐτάς ἀπομακρυνόμεθα ἀπό τόν Θεόν, τήν πηγήν τῆς ζωῆς καί περιπίπτομεν εἰς φθοράν καί ματαιότητα, διαστρέφοντες καί μολύνοντες τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποίαν ἔχομεν ἐντός ἡμῶν.
Ἡ κραιπάλη καί ἡ φιληδονία μᾶς καρφώνουν εἰς τήν γῆν καί ἀποκόπτουν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ψυχῆς τάς πτέρυγας. Ἀναλογισθῆτε ὅμως πόσον ὑψηλά ἐπέτων αἱ ψυχαί τῶν ἀσκητῶν καί τῶν ἐγκρατῶν!
Ὑψώνοντο μέχρι τῶν οὐρανῶν, ὅπως οἱ ἀετοί· αὐτοί οἱ ἐπίγειοι ἔζων μέ τόν νοῦν καί τήν καρδίαν των εἰς τούς οὐρανούς καί ἐκεῖ ἤκουον ἄρρητα ρήματα καί ἐκεῖ ἐμάνθανον τήν θείαν σοφίαν.
Πόσον ὅμως ὁ ἄνθρωπος καταπίπτει μέ τήν λαιμαργίαν καί τήν μέθην! Διαφθείρει τήν φύσιν του, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ, καί γίνεται ὅμοιος πρός τά κτήνη καί χειρότερος ἀκόμη.
Οὐαί ἡμῖν, διά τάς παρανόμους προσηλώσεις μας καί τάς ἀνόμους συνηθείας μας!
Μᾶς ἐμποδίζουν εἰς τήν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον καί εἰς τήν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ· ἐμφυτεύουν ἐντός μας ἐγκληματικήν, στοργικήν φιλαυτίαν, τό τέλος τῆς ὁποίας εἶναι ὄλεθρος αἰώνιος.
 Τοιουτοτρόπως ὁ μέθυσος δέν λυπεῖται νά δαπανᾷ χρῆμα διά τήν ἱκανοποίησιν τῆς σαρκός καί τήν ἀποβλάκωσίν του, ἐνῷ τοὐναντίον λυπεῖται νά δώσῃ ὀλίγα λεπτά εἰς τόν πτωχόν· ὁ καπνιστής ρίπτει δεκάδας καί ἑκατοντάδας ρουβλίων, λυπεῖται δέ νά δώσῃ λεπτά τινα εἰς τόν πτωχόν, τά ὁποῖα θά ἠδύναντο νά σώσουν τήν ψυχήν του· ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά ἐνδύωνται πολυτελῶς ἤ ἀγαποῦν τά ὡραῖα ἔπιπλα καί τά κινέζικα δαπανοῦν ὑπέρογκα ποσά εἰς αὐτά καί παρέρχονται μέ ἀδιαφορίαν καί περιφρόνησιν τούς πτωχούς· ὅσοι ἀγαποῦν νά ζοῦν πλουσίως δέν λυποῦνται νά ἐξοδεύουν δεκάδας καί ἑκατοντάδας ρουβλίων διά γεύματα, ἐνῶ τοὐναντίον λυποῦνται νά δώσουν καί ὀλίγα μόνον λεπτά εἰς τούς πτωχούς.

Εἶναι ἀναγκαία ἐπίσης ἡ νηστεία διά τόν χριστιανόν, διότι, μέ τήν ἐνσάρκωσιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀνθρώπινη φύσις ἀποπνευματώθη καί προσήγγισε πρός τό Θεῖον, ἤδη δέ σπεύδομεν πρός τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δέν εἶναι “βρῶσις καί πόσις, ἀλλά δικαιοσύνη καί εἰρήνη καί χαρά ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ” (Ρωμ. 14,17).
“Τά βρώματα τῇ κοιλία καί ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δέ Θεός καί ταύτην καί ταῦτα καταργήσει” (Α´ Κορ. 6,13). Ἡ βρῶσις καί ἡ πόσις – ἤτοι ἡ μέριμνα δι᾽ αἰσθητικάς ἡδονάς– εἶναι φυσική μόνον εἰς τόν ἐθνικόν, ὁ ὁποῖος μή γνωρίζων τά πνευματικά, ἐπουράνια θέλγητρα, ὅλην του τήν ζωήν τήν συγκεντρώνει εἰς τάς ἀπολαύσεις τῆς κοιλίας, εἰς τό νά τρώγῃ καί νά πίνῃ καθ᾽ ὑπερβολήν.
Δι᾽ αὐτό πολλάκις ὁ Κύριος ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ κατακρίνει τό ὀλέθριον τοῦτο πάθος. Διατί, λοιπόν, νά σκοτίζωμεν καί καταπνίγωμεν τάς ψυχάς μας καί νά φονεύωμεν τάς πνευματικάς δυνάμεις των;
Ὁ χειρότερος ἐχθρός μου 
Ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ἱκανοποιεῖ τάς αἰσθήσεις του, γίνεται σαρκικός καί ἀπομακρύνει ἀφ᾽ ἑαυτοῦ τό Πα- νάγιον Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖον δέν δύναται νά κατοικῇ εἰς ὅσους ζοῦν σαρκικήν ζωήν. “Τίς κοινωνία φωτί πρός σκότος;” (Β´ Κορ. 6,14). Τοιαύτη κατάστασις, ἀξία δακρύων, δοκιμάζεται ἀπό πολλούς· ἀλλ᾽ ἀλλοίμονον, οὔτε κἄν θέλουν νά ἀναγνωρίσουν ὅτι δέν ἔχουν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐν ἑαυτοῖς– ὅπως ἀκριβῶς ὁ τυφλός ἐκ γενετῆς δέν ἔχει συναίσθησιν τῆς μεγάλης του ἀπωλείας, τοῦ ὅτι δέν βλέπει τό φῶς. Ἄνθρωποι τοιοῦτοι δέν ἔχουν οὔτε πίστιν οὔτε ἀγάπην εἰς τάς καρδίας των οὔτε τῆς προσευχῆς τό πνεῦμα καί ἀποφεύγουν τήν μετά τῆς Ἐκκλησίας κοινωνίαν. Θεέ μου, πόσοι κίνδυνοι ὑπάρχουν δι᾽ ἐμέ εἰς τήν ζωήν! Ὅταν ὑπερβολικά ἱκανο- ποιῶ τήν σάρκα μου, γίνομαι ὁ χει- ρότερος ἐχθρός μου.

 Ὁ καλός διδάσκαλος 

Ἄν λαιμάργως καί ἀπλήστως τρώγῃς καί πίνῃς θά γίνῃς σάρξ· ἐνῶ, ἄν νηστεύῃς καί προσεύχεσαι, θά γίνῃς πνεῦμα. “Μή μεθύσκεσθε οἴνῳ ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτεία, ἀλλά πληροῦσθε ἐν πνεύματι” (Ἐφεσ. 5,18). Νήστευε καί προσεύχου καί θά κατορθώσῃς μεγάλα. “Πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι” (Μᾶρκ. 9,23).

Ἔσο ἄγρυπνος καί ζηλωτής καί θά κάμῃς μεγάλα πράγματα. Ἡ νηστεία εἶναι καλός διδάσκαλος: 1) Κάμνει κάθε ἄνθρωπον, πού νηστεύει νά ἐννοῇ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκην πολύ ὀλίγης τροφῆς καί ποτοῦ καί γενικῶς εἴμεθα λαίμαργοι καί τρώγομεν πολύ περισσότερον ἀπό ὅ,τι ἔχομεν ἀνάγκην, ἤτοι ἀπό ὅ,τι ἀπαιτεῖ ἡ φύσις μας.
2) Ἡ νηστεία φανερά ἀποδεικνύει ἤ ἀποκαλύπτει ὅλας τάς ἀδυναμίας τῆς ψυχῆς μας, ὅλας της τάς ἀσθενείας, τά ἐλαττώματα, τάς ἁμαρτίας καί τά πάθη· ἀκριβῶς ὅπως ὅταν τό ἀκάθαρτον, ἀκίνητον ὕδωρ ἀρχίζῃ νά καθαρίζεται δεικνύει πόσα ἔντομα καί πόσην ἀκαθαρσίαν περιέχει.
3) Μᾶς φανερώνει τήν ἀνάγκην τῆς στροφῆς πρός τόν Θεόν μέ ὅλην τήν καρδίαν μας καί τῆς ἐκζητήσεως τοῦ οἴκτου Του, τῆς βοηθείας, τῆς σωτηρίας.
4) Ἡ νηστεία μᾶς ἀποδεικνύει ὅλην τήν πανουργίαν, τήν πονηρίαν καί τήν μοχθηρίαν τῶν ἀσωμάτων πνευμάτων, τά ὁποῖα ἕως τώρα χωρίς νά θέλωμεν ὑπηρετούσαμεν καί τῶν ὁποίων ἡ πονηρία τώρα, ὅπου ἐφωτίσθημεν μέ τό Φῶς τῆς θείας Χάριτος, γίνεται φανερά καί τά ὁποῖα τώρα μᾶς καταδιώκουν μοχθηρῶς, διότι ἀφήσαμεν τάς ὁδούς των.

Τί λησμονοῦν 

Ὅσοι ἀπορρίπτουν τήν νηστείαν λησμονοῦν ἀπό τί προῆλθεν ἡ πτῶσις τῶν πρωτοπλάστων (ἀπό τήν ἀκρασίαν) καί ποῖα μέσα κατά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ πειρασμοῦ ὑπέδειξεν εἰς ἡμᾶς ὁ Σωτήρ, ὅταν Αὐτός ὀ Ἴδιος ἐπειράσθη ἐν τῇ ἐρήμῳ. (Ἐνήστευσεν ἡμέρας καί νύκτας τεσσαράκοντα).
Δέν γνωρίζουν ἤ δέν ἐπιθυμοῦν νά γνωρίζουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, πίπτει μακράν τοῦ Θεοῦ διά τῆς ἀκρασίας, ὅπως συνέβη μέ τούς κατοίκους τῶν Σοδόμων καί Γομόρρων, καί μέ τοῦ Νῶε τούς συγχρόνους –διότι ἡ ἀκρασία εἶναι ἡ αἰτία πάσης ἁμαρτίας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων.

Ὅσοι ἀπορρίπτουν τήν νηστείαν ἀφαιροῦν ἀπό τούς ἑαυτούς των καί ἀπό τούς ἄλλους τά ὅπλα κατά τῆς σαρκός καί ὅλων τῶν παθῶν της καί κατά τοῦ Διαβόλου, ἅτινα ἀμφότερα εἶναι ἰδιαιτέρως ἰσχυρά ἐναντίον μας ἕνεκα τῆς ἀκρασίας μας· διά τοῦτο αὐτοί δέν εἶναι στρατιῶται τοῦ Χριστοῦ, διότι ρίπτουν τά ὅπλα των καί παραδίδονται ἑκουσίως ὡς αἰχμάλωτοι εἰς τήν αἰσθητικήν καί φιλαμαρτήμονα σάρκα των· τέλος, εἶναι τυφλοί καί δέν βλέπουν τήν σχέσιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξύ τῶν αἰτίων καί τῶν συνεπειῶν τῶν πράξεων.

Ἔλλειψις ὑποταγῆς εἰς τόν Θεόν

Οἱ ἄνθρωποι λέγουν ὅτι δέν ἔχει σημασίαν ἄν τρώγης κρέας κατά τόν χρόνον τῆς Νηστείας, διότι ἡ Νηστεία δέν συνίσταται εἰς τήν τροφήν· ὅτι δέν ἔχουν σημασίαν τό ἄν ἐνδύεσαι πολυτελῶς, ἐνδύματα λαμπρά, θέατρα συχνά, ἑσπερίδες, μεταμφιέσεις· ὅτι ἐπίσης δέν ἔχει σημασίαν ἄν ἐφοδιάζεσαι μέ πολυτελεῖς παροψίδας, κινέζικα ἔπιπλα, πολυτελῆ ὀχήματα, ἵππους θυμοειδεῖς· ὅτι δέν ἔχει σημασίαν ἄν συσσωρεύῃς καί κρύπτῃς χρήματα κ.λπ.
Ποῖον ὅμως εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἀποστρέφει τήν καρδίαν μας ἀπό τόν Θεόν, τήν πηγήν τῆς ζωῆς; Ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον μᾶς κάμνει νά χάνωμεν τήν αἰώνιον ζωήν;
Δέν εἶναι τοῦτο ἡ λαιμαργία, τά πολυδάπανα ἐνδύματα, τά ὁποῖα ἀπώλεσαν τόν πλούσιον τοῦ Εὐαγγελίου; Δέν εἶναι τοῦτο τά θέατρα καί αἱ μεταμφιέσεις;
Ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον μᾶς κάμνει σκληροκαρδίους πρός τούς πτωχούς, ἀκόμη δέ καί πρός τούς συγγενεῖς μας;
Δέν εἶναι τοῦτο ἡ προσήλωσίς μας εἰς σαρκικάς ἀπολαύσεις γενικῶς, εἰς τήν κοιλίαν μας, τό ἔνδυμα, τά ἔπιπλα, τά ὀχήματα, τό χρῆμα κ.λπ;
Δύναται ὁ ἄνθρωπος νά ὑπηρετῇ Θεόν καί μαμωνᾶν, νά εἶναι φίλος τοῦ Θεοῦ καί φίλος τοῦ κόσμου, νά ἐργάζεται διά τόν Χριστόν καί τόν Διάβολον; Εἶναι ἀδύνατον. Διά ποῖον λόγον ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ἔχασαν τόν Παράδεισον, διά ποῖον λόγον ἔπεσαν εἰς τήν ἁμαρτίαν καί τόν θάνατον; Μήπως δέν ἔγινε τοῦτο ἕνεκα τῆς τροφῆς καί μόνον;
Ἄς ἐξετάσωμεν καλῶς ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον μᾶς κάμνει νά μή φροντίζωμεν περί σωτηρίας τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἐστοίχισε τόσον πολύ εἰς τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ· ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον μᾶς κάμνει νά προσθέτωμεν τήν μίαν ἁμαρτίαν ἐπί τῆς ἄλλης· ποῖον εἶναι ἐκεῖνο, τό ὁποῖον μᾶς ἀναγκάζει νά περιπίπτωμεν εἰς ἐναντίωσιν πρός τόν Θεόν, εἰς ζωήν ματαιότητος.

Μήπως δέν εἶναι ἡ προσήλωσις εἰς τά γήϊνα καί ἰδιαιτέρως εἰς γηΐνας ἀπολαύσεις;
Τί κάμνει τήν καρδίαν μας παχεῖαν; Τί μᾶς κάμνει νά εἴμεθα σάρξ καί ὄχι πνεῦμα, καί διαφθείρει τήν ἠθικήν μας φύσιν; Δέν εἶναι ἡ προσήλωσις εἰς τήν τροφήν καί τό ποτόν καί ἄλλα γήϊνα ἀγαθά;
Πῶς εἶναι δυνατόν ὕστερον ἀπό αὐτά νά εἴπῃ τις ὅτι δέν ἔχει σημασίαν ἄν τρώγῃ κανείς κρέας κατά τόν χρόνον τῆς νηστείας;
Τό νά λέγῃ τις αὐτό ἀποτελεῖ ὑπερηφάνειαν, ἀπείθειαν σοφιστικήν, ἔλλειψιν ὑποταγῆς εἰς τόν Θεόν καί ἀπο- ξένωσιν ἀπό Αὐτόν.

Ορθόδοξος Τύπος  Αρ. Φυλ.1916  24/2/2012 


 http://anavaseis.blogspot.com/2012/02/blog-post_5269.html#more

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ανήκει στους τελευταίους Κολλυβάδες και υπήρξε κληρικός με μεγάλη μόρφωση


Ή μεγαλύτερη ηγουμενική μορφή της Ί. Μονής Εικονίστριας



(Από τον Α' Τόμο Σκιαθίτικα του Ί. Ν. Φραγκούλα)
Ήταν γιος του Έπιφανίου Δημητριάδη και γεννήθηκε στη Σκιάθο το 1802...

Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη και έπειτα στην Πάρο, κοντά στον ιεροδιδάσκαλο Ηλία και εδώ έγινε μοναχός από τον ονομαστό ασκητή Κυριλλάκη και μετονομάστηκε Δανιήλ από Δημήτριος πού ήταν το βαπτιστικό του όνομα. Αργότερα κάλεσε το Δανιήλ στη Σκιάθο ο θείος του Αλύπιος που ήταν ηγούμενος στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού και δίδαξε στην πατρίδα του από το 1828-1830 τα ελληνικά γράμματα.

Από τη Σκιάθο ο Δανιήλ ήρθε πάλι στην Πάρο και στο μετόχι του Αγίου Αθανασίου της Λογγοβάρδας ίδρυσε σχολείο με οικοτροφείο. Και εδώ άκουσε τον Δανιήλ να διδάσκει ο μεγάλος γερμανός φιλόλογος Θείρσιος, ο οποίος τον θαύμασε για τη μεθο­δική και σοφή διδασκαλία του. Από την Πάρο όμως αναγκάστη­κε σε λίγο να φύγει, γιατί ήρθε σε ρήξη με το νέο επίσκοπο του νησιού και κατέφυγε στο Άγιο Όρος. Εδώ στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα έγινε μεγαλόσχημος και ιερέας και πήρε το όνομα Διονύσιος.

Ή ικανότητα του στο μεταξύ έγινε γνωστή και το 1836 ο Οικου­μενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο ΣΤ' τον προσκάλεσε για σύμ­βουλο του στα εκκλησιαστικά πράγματα και γνωρίστηκε στο Φανάρι με τις καλύτερες οικογένειες πού ήταν ο πνευματικός τους. Στη θέση αυτή ο Διονύσιος έμεινε πέντε χρόνια και τον Αύγουστο 1841 ήρθε πάλι στην πατρίδα του τη Σκιάθο και μόνα­σε στο μοναστήρι της Παναγίας της Κουνίστρας, το οποίο με δικά του έξοδα το ανακαίνισε. Το μοναστήρι έγινε τότε κάτω από την πνευματική επιστασία του Γέροντα πραγματικό εργαστήριο μοναχικής ζωής με κοινωνική και θεραπευτική ακτινοβολία.

Αλλά τον Ιούνιο 1852 διώχτηκε από την Κουνίστρα, γιατί κατη­γορήθηκε, ότι βρισκόταν σε συνεννόηση με τον Παπουλάκο που ήταν αντίθετος με το βασιλιά Όθωνα και ξορίστηκε στη Θήρα. Από τη Θήρα όμως τον άλλο χρόνο ο ναύαρχος Αθανάσιος Μιαούλης έφερε το Διονύσιο στην Ύδρα ως ιεροκήρυκα και ηγούμενο στον Προφήτη Ηλία και εδώ έμεινε 13 ολόκληρα χρόνια. Το 1866 τον κάλεσε κοντά του ο αρχιεπίσκοπος της Σύρου Αλέξανδρος Λυκούργος και στο μοναστηράκι της Αγίας Παρασκευής έμεινε 16 χρόνια και έγινε εδώ «πνευματικός της επισκοπής επίζηλος, αλιεύς επιτήδειος των πεπλανημένων», όπως γράφει ο Μωραϊτίδη.
Το 1882 ο Διονύσιος, γέρος πια, ήρθε για τρίτη φορά στην πατρίδα του Σκιάθο, οπού στο γραφικό ύψωμα του Αι-Λιά έχτισε μεγάλη τριώροφη οικοδομή με το σκοπό να τη χρησιμοποιήσει ως σχολείο. Αλλά το πολύτιμο αυτό έργο δεν πρόλαβε να το θέσει σε εφαρμογή, γιατί πέθανε στις 30 Δεκεμβρίου 1887. Και «ή μεγάλη οικοδομή υψούται εκεί ακόμη ως στρατών έρημος, μελαψή και πένθιμος εις την δροσόπνοον εκείνη κορυφή της νήσου».
Ό Διονύσιος ανήκει στους τελευταίους Κολλυβάδες και υπήρξε κληρικός με μεγάλη μόρφωση. Άφησε παντού ζωηρά τα σημεία της διαβάσεως του. Στην Πάρο εκτιμήθηκε ή διδακτική του ικανό­τητα και ή δύναμη πού είχε να αποδίνει με βαθύτητα τα αρχαία ελληνικά κείμενα. Στην Κωνσταντινούπολη θαυμάστηκαν οι γνώ­σεις του στα εκκλησιαστικά ζητήματα και ή σταθερότητα του χαρακτήρα του. Στη Σκιάθο έπειτα, Ύδρα και Σύρα άφησε αληθινά εποχή ως ακούραστος κήρυκας του θείου λόγου και ως σπουδαίος πνευματικός. και παντού διαφημίστηκε ο ενάρετος βίος του και ο μεγάλος πατριωτισμός του.
«Ό βίος του», γράφει και ο Παπαδιαμάντης, «ήτο αδιάλειπτος άγων πνευματικός, οι πόνοι του ήσαν άρεταί, ή ζωή του όλη ήτο σταδιοδρομία». Υπήρξε, προσθέτει και ο Βαλέττας, «πνευματι­κός, κήρυξ, προσηλυτιστής, κατηχητής. σχεδόν απόστολος και άφησε πίσω του πνευματικά αναστήματα ποτισμένα από τη διδαχή και το παράδειγμα του».



 http://apantaortodoxias.blogspot.com/2010/05/blog-post_1310.html

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

«ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ, ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΑΙ, ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΙ ΜΕΓΑΛΗΝ ΩΦΕΛΕΙΑΝ ΠΡΟΞΕΝΟΥΝ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ» (Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης)




Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου:
«Συναξαριστὴς τοῦ ἐνιαυτοῦ»
Ἐκδόσεις «Δόμος», Ἀθῆναι 2005

Τὸ Σάββατον πρὸ τῆς Ἀπόκρεω
Μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κεκοιμημένων εὐσεβῶν πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν.

Ἀμνημόνησον πταισμάτων νεκροῖς, Λόγε,
Τὰ χρηστὰ νεκρὰ σπλάγχνα Σου μὴ δεικνύων.

.       Τὸ Σάββατον αὐτό, ποὺ προηγεῖται τῆς Κυριακῆς τῆς Δευτέρας Παρουσίας, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν, νὰ ἐπιτελῶμεν μνήμην ὅλων τῶν ἀπ’ αἰώνων εὐσεβῶς τελευτησάντων ἀνθρώπων, ἀπὸ φιλανθρωπίαν εἰς τοῦτο κινούμενοι. Ἐπειδὴ γὰρ ἀνάμεσα εἰς τόσων λογιῶν θανάτους, ποὺ συμβαίνουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἴσως πολλοὶ πένητες καὶ ἄποροι, δὲν ἠξιώθησαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ψαλμωδιῶν καὶ μνημοσύνων, διὰ τοῦτο οἱ θεῖοι Πατέρες διέταξαν, νὰ κάμνη ἡ Ὀρθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία μνημόσυνα κοινὰ διὰ ὅλους, διὰ νὰ περιλαμβάνωνται μέσα εἰς τὰ κοινὰ καὶ ὅσοι κατὰ μέρος δὲν ἔτυχον τῶν συνήθων μνημοσύνων, ἀπὸ κάποιαν ἀφορμήν. Ταύτην δὲ τὴν περὶ τῶν μνημοσύνων διάταξιν, ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Ἀποστόλους ἔλαβον οἱ Πατέρες, κατὰ παράδοσιν, διδάσκοντες ὅτι τὰ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων γινόμενα, μεγάλην εἰς αὐτοὺς προξενοῦν ὠφέλειαν.
.       Λοιπόν, κατὰ ἕνα τρόπον, τοῦτον ὁπού εἴπομεν, ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία ἐπιτελεῖ σήμερον τὰ κοινὰ μνημόσυνα, κατὰ δεύτερον δέ, ἐπειδὴ ἔμελλον τὴν αὔριον, δηλαδὴ τὴν Κυριακήν, νὰ βάλουν τὴν Δευτέραν τοῦ Χριστοῦ Παρουσίαν, ἔτσι ἁρμοδίως, ἐδιώρισαν νὰ γίνωνται σήμερον ὅλων τῶν ψυχῶν τὰ μνημόσυνα, τρόπον τινὰ δεόμενοι καὶ παρακαλοῦντες τὸν φοβερὸν καὶ ἀλάνθαστον Κριτὴν νὰ γίνη ἵλεως πρὸς αὐτούς, δείχνοντας πρὸς αὐτοὺς τὴν φυσικήν του συμπάθειαν, καὶ νὰ τοὺς κατατάξη εἰς ἐκείνην τὴν τρυφήν, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ὑπέσχετο. Καὶ κατὰ ἄλλον τρόπον ἀκόμα, ἐπειδὴ σκοπὸν ἔχουν οἱ Ἅγιοι εἰς τὴν ἐρχομένην Κυριακὴν νὰ βάλουν καὶ τὴν ἐξορίαν τοῦ Ἀδάμ, τρόπον τινὰ προεπινοοῦν, ὡσὰν μίαν κατάπαυσιν καὶ τέλος ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων, μὲ τὴν σημερινὴν κατάπαυσιν, διὰ νὰ ἀρχίσουν ἐκεῖθεν, ἤτοι ἀπὸ τὴν ἐξορίαν τοῦ Ἀδὰμ ὡσὰν ἀπὸ ἀρχήν, ἐπειδὴ τὸ πλέον ὁλοϋστερινὸν ἀπὸ ὅλα τοῦ κόσμου τούτου, ἡ ἐξέτασις εἶναι τῶν ἐδικῶν μας πράξεων, ποὺ μέλλει νὰ γένη ἀπὸ τὸν ἀδέκαστον Κριτήν.
.       ν Σαββάτῳ δ πάντοτε κοινς μνημονεύομεν τν ψυχν, πειδ τ Σάββατον που εναι νομα βραϊκόν, θέλει ν επ κατάπαυσις. Καὶ λοιπόν, ἐπειδὴ καὶ οἱ ἀπεθαμένοι ἔπαυσαν ἀπὸ τὰ βιωτικά, καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, δηλαδὴ φροντίδας καὶ περισπασμούς, διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὴν ἡμέραν, ποὺ σημαίνει κατάπαυσιν, κάνομεν ὑπὲρ αὐτῶν τὰς δεήσεις. Καὶ τοῦτο ἐπεκράτησε νὰ γίνεται, ὡς εἴπομεν, κάθε Σάββατον, ἀλλὰ εἰς τὸ σημερινὸν Σάββατον κοινῶς καὶ καθόλου μνημονεύομεν δεόμενοι τοῦ Θεοῦ δι᾽ ὅλους τοὺς εὐσεβεῖς. Διατί, μὲ τὸ νὰ ἠξεύρουν καλῶς οἱ θεῖοι Πατέρες ὅτι τὰ γινόμενα ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων, μνημόσυνα δηλαδή, κα λεημοσύναι κα λειτουργίαι, μεγάλην φέλειαν προξενον ες ατούς, διὰ τοῦτο παρακινοῦν καὶ διδάσκουν, καὶ μερικῶς καθ’ ἕνας νὰ τὰ κάνη διὰ τοὺς ἐδικούς του, καὶ κοινῶς ἡ Ἐκκλησία καθόλου, καθὼς ἐκ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, αὐτὴν τὴν πράξιν παρέλαβον, ὡς προείπομεν, καὶ ὁ μέγας Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης αὐτὸ τοῦτο παραδίδουν.
.           Ὅτι δὲ ὠφελοῦν τὰς ψυχὰς τὰ ὑπὲρ αὐτῶν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας γινόμενα, καὶ ἀπὸ ἄλλα μὲν πολλὰ τοῦτο δείχνεται, μάλιστα δὲ καὶ ἐκ τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἁγίου Μακαρίου. Διότι αὐτὸς ὁ πατὴρ εὑρὼν ἕνα ξηρὸν κρανίον ἀνδρὸς ἀσεβοῦς Ἕλληνος, ἐκεῖ ποὺ ἐπήγαινεν εἰς τὸν δρόμον, ἠρώτησεν αὐτὸ ἀνίσως καμμίαν φορὰν εἰς τὸν ᾍδην αἰσθάνονται καμμίαν παραμυθίαν. Καὶ ἀπεκρίθη τὸ κρανίον λέγον, ναί, τίμιε πάτερ, πολλὴν ἄνεσιν λαμβάνομεν, ὅταν ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων παρακαλῆς τὸν Θεόν, ἐπειδὴ ἔκανε τοῦτο ὁ μέγας Μακάριος καὶ τὸν Θεὸν ἐπαρακάλει, νὰ τοῦ ἀποκαλύψη, ἀνίσως ἐκ τῶν προσευχῶν αὐτοῦ, ἐλάμβαναν οἱ προκεκοιμημένοι καμμίαν ὠφέλειαν. Ἀλλὰ καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Διάλογος διὰ προσευχῆς τὸν βασιλέα Τραϊανὸν ἔσωσεν, ὅμως ἤκουσεν ἀπὸ τὸν Θεόν: δεύτερον νὰ μὴ παρακαλέση ὑπὲρ ἀσεβοῦς. Πρὸς τούτοις ἔχομεν ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν ὅτι καὶ Θεοδώρα ἡ Βασίλισσα ἐξήρπασε τῶν βασάνων τὸν εἰκονομάχον Θεόφιλον τὸν ἄνδρα της, μὲ τὰς ἐκτενεῖς προσευχὰς καὶ δεήσεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἁγίων καὶ Ὁμολογητῶν ἀνδρῶν. Βεβαιώνουν δὲ πολλοὶ μεγάλοι Πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ὡς καλὰς καὶ ὠφελίμους τὰς ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων γινομένας ἐλεημοσύνας, ἀπὸ τοὺς ὁποίους εὐθὺς ἕνας, ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, εἰς τὸν ἐπιτάφιον ποὺ κάνει εἰς τὸν ἀδελφόν του τὸν Καισάριον. Μετὰ τοῦτον ὁ μέγας Χρυσόστομος ἐν τῇ πρὸς Φιλιππησίους οὕτω λέγει: ἂς ἐπινοήσωμεν διὰ τοὺς κεκοιμημένους ὠφέλειαν, ἂς δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν δυνατὴν βοήθειαν, ἐλεημοσύνας λέγω καὶ προσφοράς, ὅτι μεγάλην φέλειαν κα πολ τ κέρδος προξενον ες ατος τ παρμν γινόμενα.
.       Ὅτι ὄχι ἔτσι ἁπλῶς καὶ ματαίως αὐτὰ ἐνομοθετήθησαν, καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ ὑπὸ τῶν Ἱερῶν Ἀποστόλων ἐπαραδόθησαν, καὶ ἐπὶ τῶν φρικτῶν Μυστηρίων νὰ μνημονεύη ὁ Ἱερεὺς ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων. Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς χρυσοῦς Ἅγιος λέγει τέτοιας λογῆς εἰς τὴν διαθήκην σου, βάνε συγκληρονόμον μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ καὶ μὲ τοὺς συγγενεῖς καὶ τὸ ὄνομα τοῦ κριτοῦ, καὶ ὁ χάρτης ἂς ἔχει μέσα καὶ τὴν ἐνθύμησιν τῶν πτωχῶν, καὶ ἐγὼ σοῦ γίνομαι αὐτῶν ἐγγυητής. Καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, κἂν εἰς τὸν ἀέρα ὁ εὐσεβὴς τελειωθεὶς διελύθη, μὴν ἀποφεύγης ἀπὸ τὸ ν νάπτης ες τν τάφον του κερ κα λάδι, παρακαλέσας Χριστν τν Θεόν, τι δεκτ εναι ατ κοντ ες τν Θεόν, κα πολλν προξενον τν ντίδοσιν.
.       Ἕως νὰ φθάση λοιπὸν ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὅσα ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων γίνονται, ὠφέλειαν προξενοῦν, κατὰ τοὺς θείους Πατέρας, καὶ μάλιστα εἰς ἐκείνους ποὺ εἶχαν πράξει ὀλίγα τινὰ καλὰ καὶ ἐν μετανοίᾳ καὶ ἐξομολογήσει ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν παροῦσαν ζωήν. Εἰ δὲ λέγει κάποια τινὰ (καθὼς πρέπει) ἡ Θεία Γραφή, πρὸς σωφρονισμὸν τῶν πολλῶν, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ νικᾶ.
.       Πρέπει δὲ νὰ ἠξεύρωμεν, ὅτι μετὰ θάνατον, οἱ δίκαιοι ὅλοι θέλει γνωρίσουν ἀλλήλους, καὶ ὅσους ἤξευραν, καὶ ὅσους πώποτε δὲν εἶδον, καθὼς λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, βεβαιώνοντας τὸν λόγον του, ἀπὸ τὴν παραβολὴν τοῦ Πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου. Ὅμως ὄχι ἀπὸ σωματικὸν σημάδι, ἐπειδὴ ὅλοι θέλουν ἔχει μίαν ἡλικίαν, καὶ τὰ φυσικὰ γνωρίσματα θέλουν λείψει, καὶ μὲ μόνον τὸ διορατικὸν χάρισμα τῆς ψυχῆς, θέλουν γνωρίζονται, καθὼς λέγει καὶ ὁ Θεολόγος ἐν τῷ εἰς Καισάριον τὸν ἀδελφόν του ἐπιτάφιον, τότε λέγων, Καισάριον ὄψομαι, φαιδρόν, ἔνδοξον, οἷος μοι κατ’ ὄναρ πολλάκις ἐφάνης, ἀδελφῶν, φίλτατε. Τὰ ἴδια λέγει καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐν τῷ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων λόγῳ, ὅτι καὶ πρὶν τῆς κοινῆς ἀναστάσεως, οἱ Ἅγιοι ἔλαβον χάρισμα παρὰ Θεοῦ, νὰ γνωρίζουν ἀλλήλους καὶ νὰ συνευφραίνωνται, οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ καὶ τούτου ὑστέρηνται. Εἰς δὲ τοὺς Ἁγίους Μάρτυρας ἐδόθη, λέγει, τὸ νὰ ἐφοροῦν καὶ τὰ παρ’ ἡμῶν τελούμενα, καὶ νὰ μᾶς ἐπισκέπτωνται εἰς τὰς ἀνάγκας μας. Εἰς δὲ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅλοι θέλουν γνωρίσουν ἀλλήλους, ὅταν καὶ τὰ κεκρυμμένα ἔχουν νὰ φανερωθοῦν.
.       Πρέπει δὲ νὰ ἠξεύρωμεν ὅτι κατὰ τὸ παρόν, ἤτοι πρὸ τῆς κοινῆς ἀναστάσεως, αἱ ψυχαὶ τῶν δικαίων εἰς κάποιους διορισμένους τόπους εὑρίσκονται, καὶ πάλιν τῶν ἁμαρτωλῶν εἰς ἄλλο μέρος. Καὶ οἱ μὲν δίκαιοι μὲ τὴν καλήν τους ἐλπίδα χαίρουν, οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ μὲ τὸ νὰ ἀναμένουν τὰ δεινὰ λυποῦνται, ἐπειδὴ οἱ Ἅγιοι δὲν ἔλαβον ἀκόμα τὴν ἐπαγγελίαν τῶν ἀγαθῶν, κατὰ τὸν θεῖον Ἀπόστολον λέγοντα: τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττον τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσιν.
.       Ἂς μὴ νομίζη δέ τις ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ κρημνίζονται ἢ πνίγονται εἰς τὴν θάλασσαν ἢ εἰς τὸ πῦρ καίονται καὶ ἀπὸ τὰ λεγόμενα θανατικὰ ἢ ἀπὸ κρύον καὶ πείναν ἐκτρίβονται, ἂς μὴ νομίζη, λέγω τις, ὅτι κατὰ προσταγὴν Θεοῦ ταῦτα πάσχουν. Ὅτι τὰ ἔργα τῆς Θείας Προνοίας ἄλλα γίνονται κατὰ τὸ προηγούμενον θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ λέγεται εὐδοκία, καὶ ἄλλα γίνονται κατὰ τὸ δεύτερον, ἤτοι ἑπόμενον, ποὺ λέγεται παραχώρησις, καὶ ἄλλα γίνονται πρὸς εἴδησιν καὶ σωφρονισμὸν ἄλλων. Καὶ ὁ μὲν Θεὸς ὡς προγνώστης, πάντα βλέπει καὶ πάντα γινώσκει, ὅσα μέλλουν νὰ γίνουν, καὶ μὲ τὸ θέλημά του γίνονται, εἴτε τὸ προηγούμενον εἴτε τὸ ἑπόμενον, καθὼς διὰ τὰ στρουθία λέγει τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον, ὅμως δὲν ὁρίζει, τουτέστι δὲν ἀποφασίζει ἔτσι ἢ ἔτσι νὰ γίνουν, δηλαδὴ αὐτὸς φερ’ εἰπεῖν νὰ πνιγῆ, ἐκεῖνος δὲ νὰ ἀποθάνη μὲ τὸν φυσικὸν θάνατον ἢ οὗτος μὲν γέρων νὰ ἀποθάνη, ἐκεῖνος δὲ νήπιον. Ἀλλὰ μίαν φορὰν ἀπεφάσισε τὸν καθολικὸν καὶ ἀνθρώπινον χρόνον, καὶ τοὺς διαφόρους τρόπους τῶν θανάτων, καὶ προορισμὸς δὲν εἶναι ζωῆς. Εἰ δὲ καὶ λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος ζωῆς ὄρον, ἀλλὰ τὸ γῆ εἰ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσει, δηλοὶ ὁ πατήρ. Διότι ἂν ἦτον διωρισμένη ἡ ζωὴ τοῦ καθενὸς ἀνθρώπου, διατὶ λέγει πρὸς Κορινθίους ὁ Ἀπόστολος, ὅτι μὲ τὸ νὰ μεταλαμβάνετε ἀναξίως τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦτο ἐν ἡμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι, καὶ κοιμῶνται ἱκανοί, ἤτοι ἀποθνήσκουν πολλοί; Καὶ διατὶ ὁ Δαβὶδ λέγει, μὴ ἀναγάγης μὲ ἐν ἠμίσει ἡμερῶν μου; Καὶ παλαιστὰς ἔθου τὰς ἡμέρας μου. Καὶ ὁ Σολομών, υἱὲ τίμα τὸν πατέρα σου, ὅπως ἔσῃ πολυχρόνιος. Καὶ πάλιν, ἵνα μὴ ἀποθάνης ἐν οὐ καιρῷ σου. Καὶ ἐν τῷ Ἰώβ, πρὸς τὸν Ἐλιφὰζ λέγει ὁ Θεός: ἐξωλόθρευσα ἂν ὑμᾶς, εἰ μὴ διὰ Ἰὼβ τὸν θεράποντά μου. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦτο εἶναι φανερόν, πὼς δὲν εἶναι διωρισμένη ἡ ζωή, διατὶ ἂν ἦτον ὅρος ζωῆς, διὰ ποίαν αἰτίαν παρακαλοῦμεν τὸν Θεὸν καὶ ἰατροὺς καλοῦμεν, καὶ ὑπὲρ τῶν παιδιῶν εὐχόμεθα, διὰ νὰ ζήσουν;
.       Καὶ τοῦτο δὲ τελευταῖον πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν, τὰ βεβαπτισμένα νήπια, ἀποθνήσκοντα, ἀπολαύουν τῆς τρυφῆς. Τὰ δὲ ἀφώτιστα καὶ τὰ τῶν ἐθνῶν οὔτε εἰς τρυφὴν οὔτε εἰς τὴν γέενναν ὑπάγουν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ ψυχὴ φεύγη ἀπὸ τὸ σῶμα, καμμίαν φροντίδα δὲν ἔχει διὰ τὰ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰ ἐκεῖ φροντίζει. Τρίτα δὲ μνημόσυνα ποιοῦμεν, ὅτι τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ὁ ἄνθρωπος ἀλλάζει τὴν ὄψιν καὶ μεταβάλλεται. Ἔνατα δέ, ὅτι τότε ὅλη ἡ πλάσις φθείρεται καὶ μόνη μένει ἡ καρδία. Τεσσαρακοστὰ δέ, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ καρδία ἀπόλλυται, καὶ ἡ γέννησις δὲ οὕτω προβαίνει. Τῇ τρίτῃ ἡμέρα σχεδιάζεται ἡ καρδία. Τῇ ἐνάτῃ πήγνυται καὶ γίνεται σάρκα, τῇ δὲ τεσσαρακοστῇ εἰς τελείαν ὄψιν καταντᾶ. Διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν κάνομεν τῶν ψυχῶν τὰ μνημόσυνα, τὰς ὁποίας ἄμποτες νὰ κατατάξη ὁ Δεσπότης Χριστὸς ἐν ταῖς τῶν δικαίων Αὐτοῦ σκηναῖς, καὶ ἡμᾶς ἐλεῆσαι, ὡς μόνος ἀθάνατος. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: orp.gr

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΤΗΣ ΧΙΟΥ (1869 -1960)


Η αγιότητα είναι ένα χάρισμα, που δεν έλλειψε από καμιά εποχή και που εξακολουθεί να ανθίζει ακόμα και στη σημερινή εγωκεντρική και τεχνοκρατική εποχή μας, η οποία διακατέχεται από τον άκρατο ευδαιμονισμό και την υπέρμετρη φιληδονία. Έτσι στην πνευματικά αποβιταμινωμένη και κοινωνικά παγερή κοινωνία του 20ού αιώνα, έλαμψαν με την ακτινοβολούσα αγιαστική και θαυματουργική τους χάρη οσιακές μορφές, που λαμπρύνουν το πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας προς δόξα του παναγίου ονόματος του Χριστού μας, του «θαυμαστού εν τοις αγίοις Αυτού».
Ανάμεσα στις πολυάριθμες μορφές μαρτύρων, νεομαρτύρων, οσίων και ιεραρχών, που ανέδειξε η Πρόνοια του Θεού στο ευλογημένο και μυροβόλο νησί της Χίου, ξεχωρίζει ο πολύαθλος ασκητής και θαυματουργός Άγιος Άνθιμος, ο ιδρυτής και κτίτωρ της Ιεράς Μονής της Παναγίας Βοήθειας της Χίου. Ο κατά κόσμον Αργύριος Βαγιάνος γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1869 στην περιοχή του Αγίου Λουκά των Λιβαδίων της Χίου. Αν και ο νεαρός Αργύριος ήταν απλός και ολιγογράμματος, ήταν προορισμένος από τον Θεό να αναδειχθεί σε σκεύος εκλογής της Θείας Χάριτος και να καταστεί «παιδαγωγός εν Χριστώ».
Οι ευσεβείς γονείς του, Κωνσταντίνος και Αγγεριώ, φρόντισαν να αναθρέψουν χριστιανικά τον Αργύριο, ο οποίος από την βρεφική του ηλικία έβλεπε στον ύπνο του την Υπεραγία Θεοτόκο μέσα σε λάμψη θείου φωτός. Ο θείος έρωτας τον οδήγησε να αρνηθεί τις πρόσκαιρες απολαύσεις και να αναζητήσει τα άφθαρτα και τα αιώνια. Γι' αυτό και ο ένθεος ζήλος τον οδήγησε στη Σκήτη των Αγίων Πατέρων στο Προβάτειο Όρος της Χίου, όπου με την καθοδήγηση του σεβασμίου Γέροντος Παχωμίου επιδόθηκε στην αδιάλειπτη προσευχή και την απόκτηση της αρετής της ταπεινοφροσύνης. Από τη στιγμή κατά την οποία ο Γέροντας Παχώμιος τον έκειρε μοναχό δίνοντάς του το όνομα Άνθιμος, επιδόθηκε σε ακόμη σκληρότερους πνευματικούς αγώνες, ώστε κατόρθωσε να υπερβεί όλους στην αρετή και τη νήψη. Από την υπέρμετρη όμως άσκηση εξαντλήθηκε και αρρώστησε βαρύτατα με στομαχικούς πόνους. Τότε με την ευλογία του Γέροντός του εγκατέλειψε τη Σκήτη των Αγίων Πατέρων και μετέβη στο πατρικό του σπίτι στην περιοχή του Αγίου Λουκά των Λιβαδίων της Χίου. Εκεί έκτισε ένα μικρό απομονωμένο κελί και αντιμετωπίζοντας την ασθένειά του ως θεία ευλογία, συνέχισε την πνευματική του άθληση, ενώ ταυτόχρονα ασκούσε και την τέχνη του υποδηματοποιού για να ελεεί τους φτωχούς και τους αδυνάτους. Ως στήριγμα και παρηγοριά είχε μέσα στο κελί του τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Βοήθειας, ενώ χάρη στην απαστράπτουσα αρετή του δοκιμάστηκε σκληρά από τους πειρασμούς, που όμως δεν κατόρθωσαν να κάμψουν το αγωνιστικό του φρόνημα. Το κελί του είχε καταστεί ιατρείο ψυχών, αφού πολυάριθμοι πιστοί έβρισκαν την παρηγοριά και την ανακούφιση στα ποικίλα προβλήματα της ζωής. Γι’ αυτό και άρχισε να προβάλλεται επίμονα το αίτημα να χειροτονηθεί ιερέας, για να μπορεί να τελεί και το μυστήριο της εξομολογήσεως.
Στην αρχή ο ενάρετος μοναχός Άνθιμος προέβαλλε αντιρρήσεις, αλλά κάτω από το επίμονο αίτημα του ευσεβούς Χιακού λαού δέχθηκε αυτή την ύψιστη τιμή. Το αίτημα όμως απορρίφθηκε από τον τότε Μητροπολίτη Χίου Ιερώνυμο, επειδή ο προτεινόμενος μοναχός ήταν ολιγογράμματος και δεν γνώριζε τη γλώσσα της Εκκλησίας. Τότε η Πρόνοια του Θεού οδήγησε τον μοναχό Άνθιμο στο Αδραμύττιο της Μ. Ασίας, όπου αφού παρακολούθησε μαθήματα αναγνώσεως του Ευαγγελίου, χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Εφέσου Ιωακείμ και πρεσβύτερος από τον Επίσκοπο Μυρίνης Αλέξανδρο, από τον οποίο έλαβε και το αξίωμα του πνευματικού. Κατά την εις πρεσβύτερον χειροτονία του σημειώθηκαν φαινόμενα, που αποκάλυψαν περίτρανα την ευαρέσκεια του Θεού και τη θεία συγκατάθεση. Σεισμός, αστραπές, βροντές, κατακλυσμιαία βροχή και κινήσεις καντηλιών ήταν οι «θεοσημείες ευδοκίας», που έζησαν oι πιστοί κατά τη διάρκεια της χειροτονίας του Αγίου. Μετά από λίγες ημέρες και αφού ο Άγιος Άνθιμος θεράπευσε με τη χάρη του Θεού έναν δαιμονιζόμενο, εγκατέλειψε το Αδραμύττιο και μετέβη στο Άγιο Όρος για να συλλέξει πολύτιμες πνευματικές εμπειρίες.
Το 1912 επέστρεψε στη Χίο και διορίσθηκε εφημέριος στο Λεπροκομείο, το οποίο αναδείχθηκε χάρη στον Άγιο σε πνευματικό κέντρο ψυχικής και σωματικής υγείας για τους λεπρούς. Ο Άγιος Άνθιμος συνέτρωγε μαζί τους στην κοινή τράπεζα και τους επισκεπτόταν στα δωμάτιά τους, προσφέροντας την πατρική του αγάπη και στοργή. Έχοντας μάλιστα εκδιώξει τον φόβο της μολύνσεως, κοινωνούσε τούς λεπρούς και στη συνέχεια κατέλυε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
Όμως ο διακαής πόθος και ο οραματισμός του ήταν η ανέγερση μιας μονής για να στεγάσει τις πολυάριθμες μοναχές, που είχαν έρθει το 1914 από τη Μ. Ασία και είχαν συναθροιστεί γύρω του. Η συνέργεια της χάριτος του Θεού φάνηκε, αφού κατάφερε μέσα σε δύο χρόνια (Φεβρουάριος 1928-Μάρτιος 1930) και παρά τις δυσκολίες να ανεγείρει το μοναστήρι της Παναγίας της Βοήθειας, στο οποίο αφιέρωσε τη θαυματουργή εικόνα του κελιού του. Αφού ο Άγιος Άνθιμος προίκισε το μοναστήρι με τις πολύτιμες συμβουλές του και με τις αναρίθμητες θαυματουργίες του, άρχισαν να κάμπτονται οι σωματικές του δυνάμεις. Έτσι στις 15 Φεβρουαρίου 1960 παρέδωσε το πνεύμα του στον Πανάγαθο Θεό. Η είδηση της κοιμήσεως του Αγίου συνεκλόνισε τον Χιακό λαό και πλήθος λαού έσπευσε να ασπασθεί την τιμία σορό του και να παραστεί στην εξόδιο ακολουθία του. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1965 πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή των ιερών του λειψάνων, τα οποία φυλάσσονται μέχρι σήμερα εντός πολύτιμης λειψανοθήκης στο Καθολικό της Μονής. Στις 14 Αυγούστου 1992 συναριθμήθη επισήμως και με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη χορεία των Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, ενώ στις 16 Αυγούστου 1993 εγκαινιάσθηκε ο πρώτος ιερός ναός επ’ ονόματί του. Ο περικαλλής αυτός ναός ανεγέρθηκε με δαπάνη της Ιεράς Μονής της Παναγίας Βοήθειας στον χώρο του κατεδαφισθέντος παλαιού κελιού του Αγίου στην περιοχή του Αγίου Λουκά των Λιβαδίων της Χίου.
Είθε ο ένθερμος αντιλήπτορας των πτωχών, των λεπρών και των κατατρεγμένων Άγιος Άνθιμος ο θαυματουργός και πολύαθλος ασκητής, ο οποίος κατά το έτος 2010 συμπλήρωσε πενήντα έτη από την οσιακή του κοίμηση, να μας διδάξει και να μας αφυπνίσει πνευματικά με τον ένθεο ζήλο, τη φιλόθεη βιοτή και τις πολύτιμες διδαχές του.

Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος, εκπαιδευτικός
 
 http://kallimasia.blogspot.com/2012/02/1869-1960.html

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Ποτέ να μη χορταίνεις επικαλούμενος τον Ιησού!



( Αγ.  Νικοδήμου του Αγιορείτη)
Με άλλο τρόπο δεν μπορεί ο άνθρωπος να φυλάξει την πρώτη και μεγάλη εντολή, δηλαδή το «να αγαπήσεις Κύριον τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη τη ψυχή σου και με όλη τη δύναμή  σου και με όλη τη διάνοιά σου», καθώς μας προστάξει ο Κύριος (Λουκ. 3, 27), παρά με το μέσον της νοεράς προσευχής.
    Νοερά και καρδιακή προσευχή, κατά τους Αγίους Πατέρες που ονομάζονται Νηπτικοί, είναι κυρίως το να συμμαζεύει ο άνθρωπος το νου του μέσα στην καρδιά του, και χωρίς να λαλεί με το στόμα, αλλά μόνο με τον «ενδιάθετο λόγο», ο οποίος λαλείται μέσα στην καρδιά, να λέγει τη σύντομη αυτή και μονολόγιστη προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», κρατώντας και λίγο την αναπνοή.
    Έτσι μέσα στα ίδια τα βάθη της καρδιάς του επικαλείται το πανάγιο όνομα του Κυρίου, ζητεί με επιμονή το έλεός Του προσέχοντας αποκλειστικά και μόνο στα λόγια της προσευχής και τίποτε άλλο δεν δέχεται ούτε από μέσα ούτε απ’ έξω, διατηρώντας τη διάνοιά του εντελώς ασχημάτιστη, χωρίς καμία εικόνα. Την δε αφορμή και το περιεχόμενο αυτής της εργασίας την πήραν όσοι ασχολούνται μ’ αυτήν από την ίδια τη διδασκαλία του Κυρίου, ο οποίος σε κάποιο σημείο λέγει: «Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας» (Λουκ. 17, 21), και σε κάποιο άλλο: «Υποκριτή, καθάρισε πρώτα το εσωτερικό του ποτηριού και του πίατου, για να γίνει και το εξωτερικό  καθαρό» (Ματθ. 23,  26).
     Και ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Εφεσίους: «γι’ αυτό γονατίζω, μπροστά στον Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρακαλώ να  ενισχύει πλουσιοπάροχα και δυναμικά με το Πνεύμα του, τον  εσωτερικό σας άνθρωπο, να   κατοικήσει ο Χριστός στις καρδιές σας με την πίστη» (Εφεσ. 3, 14).
      Τί σαφέστερο θα μπορούσε να υπάρχει από αυτή τη μαρτυρία; Ότι τούτο είναι απαραίτητο, το διδάσκει το Πνεύμα το Άγιο σε κάθε ευσεβή και σε μύριες όσες άλλες σελίδες της Νέας Γραφής, όπως μπορούν να διαπιστώσουν όσοι τις ερευνούν προσεκτικά.
    Από αυτή την πνευματική και επιστημονική εργασία, όταν συνοδεύεται από την όσο το δυνατόν ακριβέστερη πραγματοποίηση των αρετών, από την θέρμη που δημιουργείται στη καρδιά και από την πνευματική ενέργεια που ακολουθεί την επίκληση του Παναγίου ονόματος, καταστρέφονται τα πάθη  ο νους και η καρδιά σιγά-σιγά καθαρίζονται και ενώνονται μεταξύ τους, όποτε οι σωστικές εντολές κατορθώνονται ευκολότερα… Και για να ειπώ με συντομία, με αυτόν τον τρόπο μπορούμε γρηγορότερα να επανέλθουμε στην τελεία χάρη του Πνεύματος που μας δόθηκε στην αρχή, η οποία υπάρχει μέσα μας, άλλα σαν την σπίθα που κρύβεται στη στάχτη έχει καταχωθεί κι αυτή μέσα στα πάθη, και να την δούμε να λάμπει δυνατά και να φωτίζει το νου μας και στη συνέχεια να τελειωθούμε και να θεοθούμε με τον κατάλληλο τρόπο.
     Εάν δε κάποτε μερικοί ξέφυγαν λίγο, τί το θαυμαστό; Αυτό το έπαθαν τις περισσότερες φορές από οίηση, όπως λέγει ο Σιναΐτης Γρηγόριος. Εγώ νομίζω ότι το κύριο αίτιο της παρεκτροπής τους είναι το ότι δεν ακολούθησαν με ακρίβεια τη διδασκαλία των Πατέρων για την εργασία αύτη· δεν ευθύνεται η ίδια η εργασία, για όνομα του Θεού.
     Επειδή αυτή είναι αγία και με αυτήν παρακαλούμε να απαλλαγούμε από όλη την πλάνη· επειδή και η εντολή του Θεού η οποία οδηγεί στη ζωή, όπως λέει ο Παύλος, «βρέθηκε να κοστίσει σε μερικούς τον θάνατο, αυτό όμως δεν έγινε εξαιτίας της εντολής. Και πώς να γίνει, αφού αυτή είναι αγία και δίκαιη και αληθινή;» (Ρωμ. 7, 10-12). Αλλά έγινε εξαιτίας της μοχθηρίας εκείνων που την έπραξαν κάτω από την κυριαρχία της αμαρτίας. Τί λοιπόν να κάνουμε; Να καταδικάσουμε τη θεία εντολή για την αμαρτία μερικών; Και να παραμελήσουμε μία τέτοια σωτηριώδη εργασία εξαιτίας της παρεκκλίσεως μερικών; Με κανένα τρόπο. Ούτε εκείνη, ούτε αυτή. Αλλά μάλλον έχοντας θάρρος σ’ Εκείνον που είπε «Εγώ είμαι ο δρόμος,  η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14, 6) με πολλή ταπεινοφροσύνη και πενθική διάθεση ας επιχειρήσουμε το έργο. Γιατί όταν κάποιος είναι απαλλαγμένος από την οίηση και την ανθρωπαρέσκεια, ακόμη κι αν ολόκληρη η στρατιά των δαιμόνων συγκρουστεί μαζί του, ούτε να τον πλησιάσει δεν θα μπορέσει, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Πατέρων.
     Ο Ιησούς ας είναι το γλυκό μελέτημα της καρδίας σου· ο Ιησούς ας είναι το εντρύφημα της γλώσσας σου· ο Ιησούς ας είναι η αναπνοή σου· και ποτέ να μη χορταίνεις επικαλούμενος τον Ιησού. Διότι από αυτή τη συνεχή και γλυκύτατη μνήμη του Ιησού θα φυτευτούν, θα αυξηθούν και θα γίνουν μεγάλα δένδρα στη καρδιά σου οι τρεις μεγάλες εκείνες και θεολογικές αρετές: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Η ψυχή η οποία αγαπά τον Ιησού, επειδή ο Ιησούς είναι στους ουρανούς και δεν είναι ορατός, ώστε να τον βλέπει και να τον απολαμβάνει, με άλλο τρόπο δεν μπορεί να παρηγορεί την αγάπη της προς Αυτόν παρεκτός με την συνεχή ενθύμηση του αγίου Του ονόματος, με το να βοά πάντοτε με αγάπη και δάκρυα και πόνο καρδιάς: Ιησού μου, Ιησού μου αγαπημένε!
(«Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)




 http://vatopaidi.wordpress.com/2012/02/14/%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AD-%CE%BD%CE%B1-%CE%BC%CE%B7-%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%84/

Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, ένας μεγάλος ησυχαστής Πατέρας (Α')


Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) υπήρξε μιά μεγάλη μορφή τού μοναχισμού πού έζησε μερικά χρόνια στό Άγιον Όρος καί εκφράσθηκε στίς σλαβικές χώρες, καί κυρίως στήν Ουκρανία, τήν Μολδαβία καί τήν Βλαχία, αλλά επεκτάθηκε σέ όλο τόν χώρο τών Βαλκανίων, τής Ρωσίας καί σέ άλλες περιοχές.
Πρόκειται γιά μιά εκπληκτική προφητική φυσιογνωμία στόν χώρο τού μοναχισμού τόν 18ο αιώνα πού επανέφερε τόν μοναχισμό τών Βαλκανίων καί τής Ρωσίας στίς πατερικές αρχαίες πηγές του, αφού ο μοναχισμός είχε αλλοιωθή από τίς μεταρρυθμίσεις πού έγιναν επί Μεγάλου Πέτρου, όταν εισέρρευσε στήν Ρωσία τό δυτικό, διαφωτιστικό καί ρομαντικό πνεύμα τής Δύσεως.
Από τίς μελέτες μου εγνώριζα γενικά γιά τήν δράση καί τήν διδασκαλία τού οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, καί κυρίως ότι έζησε γιά ένα χρονικό διάστημα στό Άγιον Όρος, καί ότι μετέφρασε στά ρωσοσλαβονικά κείμενα τών αγίων Πατέρων τής Εκκλησίας πού κάνουν λόγο γιά τήν ησυχαστική παράδοση τής Εκκλησίας, γιά τήν κάθαρση τής καρδιάς, τόν φωτισμό τού νού καί τήν θέωση, δηλαδή κείμενα πού απαρτίζουν τήν γνωστή «Φιλοκαλία». Δέν αρκέσθηκε, όμως, στό νά ανακαλύψη καί νά μεταφράση αυτά τά σημαντικά κείμενα, αλλά έκανε καί πρακτική εφαρμογή τους, μέ αποτέλεσμα νά προσελκύση πολλούς μοναχούς πού επιθυμούσαν νά ζήσουν αυτήν τήν ησυχαστική παράδοση καί στούς οποίους καί τήν δίδαξε γενόμενος πνευματικός τους διδάσκαλος στήν ησυχαστική ζωή.
Ο Ομότιμος Καθηγητής τής Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, πού δίδαξε γιά χρόνια τήν ιστορία τών Σλαβικών καί λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ασχολήθηκε ιδιαιτέρως μέ τήν ησυχαστική παράδοση στά Βαλκάνια καί τήν Ρωσία, αφού η διδακτορική του διατριβή είχε ως θέμα Επιδράσεις τού ησυχασμού εις τήν εκκλησιαστικήν πολιτικήν εν Ρωσία, καί ακόμη ασχολήθηκε μέ τόν όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι, αφού η διατριβή του επί υφηγεσία είχε τίτλο Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκι καί η ασκητικοφιλολογική Σχολή του. Αυτές καί άλλες μελέτες του απεκάλυψαν τήν ζωή καί τό έργο τού μεγάλου αυτού Ουκρανού ασκητού.
Τελευταία (2009) όμως, ο ίδιος Καθηγητής κυκλοφόρησε τό βιβλίο μέ τίτλο Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, έκδοση τού Uniνersity Studio Press. Τό βιβλίο αυτό είχε ήδη δημοσιευθή σέ άλλες γλώσσες, μέ τήν αυτοβιογραφία καί τήν βιογραφία τού μεγάλου αυτού Ουκρανού ησυχαστού μοναχού καί μέ τήν έκδοση αυτή μεταφράσθηκε καί στήν ελληνική γλώσσα.
Συγκεκριμένα τό βιβλίο αυτό, τό οποίο θεωρώ πολύ σημαντικό, διαιρείται σέ τρία κεφάλαια. Στό πρώτο παρατίθεται η αυτοβιογραφία τού οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι πού τελειώνει μέχρι τήν εποχή εκείνη πού μετέβη στό Άγιον Όρος. Στό δεύτερο κεφάλαιο περιλαμβάνεται η βιογραφία τού οσίου Παϊσίου πού γράφηκε από τόν μαθητή του ιερομόναχο Μητροφάνη, από τό σημείο εκείνο πού διακόπτεται η αυτοβιογραφία μέχρι τήν κοίμηση τού μεγάλου αυτού ησυχαστού Πατρός. Καί στό τρίτο κεφάλαιο δημοσιεύεται η αφήγηση τού ιδίου τού οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι στόν ηγούμενο Θεοδόσιο τού ερημητηρίου τού Αγίου Σωφρονίου στήν Ρωσία γιά τήν ανακάλυψη στό Άγιον Όρος τών συγγραμμάτων τών νηπτικών Πατέρων καί τήν μετάφρασή τους στήν ρωσοσλαβονική γλώσσα.
Στήν εισαγωγή, πού προηγείται τού όλου έργου, ο Καθηγητής Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, μέ επιστημονική ακρίβεια καί ιδιαίτερη γνώση, κάνει εύστοχες παρατηρήσεις πάνω στά κείμενα πού ακολουθούν, καί κυρίως στήν αυτοβιογραφία τού οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι τήν οποία ανακάλυψε στήν Ιερά Μονή Σέκου η αείμνηστη Βαλεντίνα Πελίν καί μετέφρασε ο Καθηγητής. Επίσης, σημαντικές παρατηρήσεις, πού διευκολύνουν τόν αναγνώστη, καταγράφονται στίς υποσημειώσεις πού παρατίθενται στά κείμενα. Η καταγραφή τής βιβλιογραφίας στό τέλος τού βιβλίου δείχνει τήν μεγάλη προσφορά τού οσίου Παϊσίου.
Πρόκειται γιά ένα έργο πολύ σημαντικό καί πρέπει νά διαβασθή από όλους όσοι ενδιαφέρονται γιά τά θέματα αυτά, γιατί συνδέεται μέ τήν αναγέννηση τού μοναχισμού στήν Μολδαβία, τήν Ρουμανία, τήν Ρωσία, αλλά καί στήν ευρύτερη περιοχή. Είναι δέ γνωστόν ότι η μετάφραση τών σημαντικών αυτών νηπτικών κειμένων στήν ρωσοσλαβωνική γλώσσα, πού έγινε από τόν όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι καί από εκεί στήν Βλαχική-Ρουμανική γλώσσα, βοήθησε πολλούς μοναχούς πού έζησαν αυτήν τήν ησυχαστική παράδοση, μάλιστα δέ αυτήν τήν Φιλοκαλία είχε υπ’ όψη του ο προσκυνητής στό περίφημο βιβλίο Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού.
Στήν συνέχεια θά εντοπισθούν πέντε σημεία από τήν ζωή τού μεγάλου αυτού Ουκρανού νηπτικού καί ησυχαστού αγίου τής Εκκλησίας.

1. Η πορεία του πρός τόν μοναχισμό
Τό βαπτιστικό όνομά του ήταν Πέτρος καί γεννήθηκε στήν Πολτάβα τής Ουκρανίας, τής Μικράς Ρωσίας, όπως λεγόταν η Ουκρανία, τό έτος 1722. Έμεινε ορφανός από πατέρα σέ ηλικία 4 ετών. Στήν ηλικία τών δέκα χρόνων διάβαζε τήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, τό βιβλίο Μαργαρίτης τού ιερού Χρυσοστόμου, τόν όσιο Εφραίμ τόν Σύρο, τόν αββά Δωρόθεο καί άλλα βιβλία. Μέ τήν ανάγνωση αυτή γεννήθηκε μέσα του η αγάπη γιά τόν μοναχισμό.
Όταν σπούδαζε στό Κίεβο έδειχνε περισσότερο ζήλο γιά τά πνευματικά ζητήματα, παρά γιά τά σχολαστικά μαθήματα πού διδάσκονταν τότε στήν Εκκλησιαστική Σχολή. Ο ίδιος περιγράφει έναν χαρακτηριστικό διάλογο μέ τόν Σχολάρχη του πού δείχνει τόν πρώϊμο ζήλο του γιά τήν πατερική ησυχαστική Παράδοση. Επισκεπτόταν τήν σπηλαιώτικη Λαύρα τού Κιέβου καί εμπνεόμενος από τήν μοναχική ζωή καί από τήν άσκηση τών μοναχών αναπτυσσόταν μέσα του η αγάπη γιά τόν μοναχισμό καί μάλιστα γιά τήν ερημική ζωή, μέ τήν πλήρη ξενιτεία.
Διαβάζοντας κανείς τήν αφήγησή του παρατηρεί τόν μεγάλο ζήλο του γιά τόν ησυχαστικό μοναχισμό πού αναπτύχθηκε στήν εφηβική του ηλικία. Υπάρχουν μερικές φράσεις πού ο ίδιος χρησιμοποιεί στήν αυτοβιογραφία του καί δείχνουν τήν αγάπη του γιά τόν μοναχισμό καί μάλιστα τόν ησυχαστικό μοναχισμό πού κυρίευσε τήν ψυχή του. Διηγείται ο ίδιος:
«Η αγάπη γιά τόν μοναχισμό υπερίσχυε στήν ψυχή μου, καί δέν μέ έσπρωχνε πιά στό νά φοιτώ στά μαθήματα, παρά μέ εξωθούσε στό νά απαρνηθώ τόν κόσμο καί όσο τό δυνατό γρηγορότερα νά γίνω μοναχός». «Ερχόμουν τά βράδια, καί μή γνωρίζοντας εκεί κανέναν καθώς ήμουν ξένος, περνούσα τή νύχτα είτε κάπου στήν πλησιέστερη σπηλιά κοντά στήν εκκλησία, είτε στό μεγάλο μοναστήρι κοντά στό μεγάλο καμπαναριό, όπου έμενα ώσπου νά σημάνει γιά τόν Κανόνα». «Μακάριζα τήν τρισμακάριστη ησυχία». «Τόσο έκαιγε στήν ψυχή μου η επιθυμία γιά ένα πράγμα πού ήταν ακατόρθωτο, ώστε, άν ήταν δυνατόν, δέν θά ήθελα μέ κανέναν τρόπο νά φύγω από εκείνα τά ιερά σπήλαια, παρά, παραμένοντας εκεί, νά τελειώσω μέσα σ’ αυτά τή ζωή μου. Βλέποντας όμως ότι αυτό ήταν αδύνατο, έφευγα από τά ιερά εκείνα σπήλαια μέ θλίψη καί στεναγμό».
Μέ συμμαθητές του στήν Σχολή πού είχαν τόν ίδιο πόθο υποσχέθηκαν: «Νά ξενιτευθούμε από τήν πατρίδα μας σέ κάποιον έρημο καί ήσυχο τόπο, καί αφού βρούμε γιά τίς ψυχές μας κάποιον έμπειρο οδηγό, νά παραδοθούμε στήν υπακοή του καί όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή νά λάβουμε από αυτόν τή μοναχική κουρά». Αποφάσισαν νά ζήσουν «έως τήν τελευταία μας (τους) πνοή μέσα στή μοναχική πτωχεία», «μέσα στήν κακοπάθεια».
Αναζητούσε ασκητές, ερημίτες Πατέρες καί ωφελείτο από τήν παρουσία τους καί τά λόγια τους. «Εγώ, στέκοντας εκεί κοντά, άκουα ψυχωφελείς λόγους καί μού φαινόταν ότι ήταν ρήματα ζωής αιωνίου».
Γιά τήν ικανοποίηση τού μεγάλου του πόθου νά μονάση μέσα σέ ξενιτεία, ησυχία καί κακοπάθεια εγκατέλειψε τίς σπουδές του στό Κίεβο, καθώς επίσης αποχωρίσθηκε τήν μητέρα του, μέσα σέ μιά συγκινητικότατη καί συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα. Είναι εκπληκτικός αφ' ενός μέν ο ζήλος του γιά τήν μοναχική ζωή, αφ' ετέρου δέ η ισχυρή του θέληση γιά τήν εκπλήρωση τού πόθου του.
Εκπλήσσεται κανείς διαβάζοντας τίς ταλαιπωρίες του γιά τήν αναζήτηση ενός κατάλληλου τόπου, τήν επίσκεψή του σέ διάφορα μοναστικά κέντρα καί τήν συνάντησή του μέ ερημίτες στούς οποίους ήθελε νά κάνη υπακοή γιά τήν σωτηρία του, χαρακτηριστική δέ περίπτωση είναι ο ερημίτης Ησύχιος. Πέρασε ποτάμια, δάση, σύνορα, μέ πολλές δυσκολίες, μέ αφάνταστες καί απερίγραπτες ταλαιπωρίες.
Όταν κατατάγηκε σ’ ένα Μοναστήρι, ως δόκιμος μοναχός, ο Ηγούμενος τού πρότεινε νά φορέση, άν θέλη, μερικά ρούχα μοναστηριακά. Διηγείται ο ίδιος: «Εγώ τού έβαλα μετάνοια καί παίρνοντας τήν ευλογία του πήγα στό κελλί μου, έβγαλα τά κοσμικά μου ρούχα καί μέ τέτοια χαρά ντύθηκα αυτά πού μού έδωσε ο ηγούμενος, πού τά φίλησα πολλές φορές σάν νά ήταν κάτι τό ιερό. Καί τά φορούσα συνέχεια, ώσπου έλιωσαν επάνω μου, καί ευχαριστούσα τόν Θεό, πού αντί γιά τά κοσμικά ρούχα πού φορούσα έως τώρα, αξιώθηκα αυτά πού έπρεπε, τά μοναστηριακά».
Στήν αναζήτηση κατάλληλου τόπου έφθασε στήν Ιερά Μονή τού Αγίου Νικολάου πού βρίσκεται στόν ποταμό Τιασμίνα καί ονομάζεται Μεντβέντοβσκι, όπου καί έλαβε τό μικρό μοναχικό σχήμα καί ονομάσθηκε Πλάτων. Ο διωγμός, όμως, πού ξέσπασε εναντίον τής Μονής, αφού οι αξιωματούχοι τής περιοχής τούς πίεζαν νά προσχωρήσουν στήν Ουνία, τόν εξανάγκασε νά επιστρέψη στήν Σπηλαιώτικη Λαύρα τού Κιέβου.
Ευρισκόμενος εκεί ωφελήθηκε ψυχικά από τήν παρουσία μεγάλων ασκητών Πατέρων, πού διακρίνονταν γιά τήν άσκησή τους καί τίς αρετές τους. Ο ίδιος δηγείται γιά κάποιον μοναχό: «Καί από μόνη τή θέα του η ταλαίπωρη ψυχή μου δεχόταν ωφέλεια». Αναφερόμενος σέ μεγάλους ασκητές διηγείται: «Αυτά βλέποντας καί σκεπτόμενος φλέχθηκα ολόκληρος από αγάπη γιά τόν άγιο αυτόν τόπο καί απ' όλη τήν ψυχή μου ευχαρίστησα τόν Θεό, γιατί μέ αξίωσε καί εμένα τόν ανάξιο νά βρεθώ σέ τέτοια άγια Λαύρα».
Οι ασκητές, όμως, αυτοί δέν δέχονταν συνήθως νά καθοδηγήσουν άλλους, ενώ εκείνος αναζητούσε πνευματικό καθοδηγό γιά τήν πνευματική του ζωή. Γι’ αυτό αναζήτησε αυτόν τόν πνευματικό καθοδηγό στήν Μολδαβία, περνώντας διάφορα μέρη μέσα στό χιόνι πού έφθανε μέχρι τό γόνατο, αντιμετωπίζοντας απροσδόκητες δυσκολίες όταν περνούσε τά σύνορα μέ άλλους συνοδοιπόρους του. Στήν πορεία του αυτή συνάντησε πολλούς καλούς ασκητές πού ζούσαν μέ βαθειά καί μεγάλη άσκηση. Γράφει κάπου: «Μαζεύονταν οι αδελφοί μέ τόν γέροντα στόν ίδιο τόπο καί συζητούσαν έως τά μεσάνυχτα. Μαζί μ’ αυτούς καθόμουν καί εγώ ο έσχατος καί, ακούοντας προσεκτικά τά λεγόμενα, χαιρόμουν χαρά ανείπωτη καί δόξαζα τόν Θεό μέ δάκρυα, διότι μέ αξίωσε στή νεότητά μου νά ακούσω από τό στόμα τέτοιου πνευματικού ανθρώπου παρόμοια λόγια γεμάτα από πολλή ωφέλεια, πού γιά όλη μου τή ζωή μού ήταν οδηγός».
Στήν σκήτη Κίρνουλ συνάντησε ασκητές, ερημίτες πατέρες πού ζούσαν τήν ησυχαστική παράδοση. Εκεί διδάχθηκε ο όσιος Παΐσιος «τί είναι εργασία καί θεωρία καί αληθινή νοερά ησυχία. Εκεί, όχι μόνο έμαθε τήν νήψη καί προσοχή πού τελείται στήν καρδιά διά τού νοός καί τή νοερά προσευχή, αλλά καί απήλαυσε στήν καρδιά τή θεία ενέργεια πού κινείται από αυτήν».
Η θεία, όμως, Πρόνοια ήθελε τόν όσιο Παΐσιο στό Άγιον Όρος «ώστε νά επαυξήσει τόν θησαυρό καί νά δώσει αφθόνως σέ όλους πού ζητούν από αυτόν ωφέλεια από τήν πνευματική διδασκαλία». Αναζητούσε εκεί «κάποιον πεπειραμένο πνευματικό πατέρα, πού θά ζούσε στήν ησυχία, γιά νά παραδοθεί στήν υπακοή του μέ τό σώμα καί τήν ψυχή, καί γιά νά μάθει από αυτόν τόν τρόπο τής πνευματικής ζωής».
Έφθασε στήν Μεγίστη Λαύρα, εόρτασε μέ τούς Πατέρες τήν πανήγυρη τού οσίου Αθανασίου καί από εκεί πήγε στήν Σκήτη τής Μονής Παντοκράτορος. Εγκαταστάθηκε σέ μιά καλύβη καί αναζητούσε τόν κατάλληλο πνευματικό οδηγό. Ζούσε μέ μεγάλη άσκηση, μετάνοιες, εγκράτεια, απόλυτη ακτημοσύνη, πτωχεία, σκληραγωγία, ακόμη καί στό κρεβάτι, συντριβή τής καρδιάς, αδιάλειπτη προσευχή, αγάπη στόν Θεό καί τόν πλησίον, μνήμη θανάτου, ψαλμωδία, ανάγνωση τών Αγίων Γραφών, αλλά καί συνεχή δάκρυα, γιατί δέν βρήκε ησυχαστή Πνευματικό Πατέρα γιά νά τού κάνη υπακοή. Μέ τόν τρόπο αυτής τής ασκήσεως «ανερχόταν από μιά δύναμη πνευματική σέ άλλη, πραγματοποιώντας στήν καρδιά του ανάβαση. Φλεγόμενος έτσι από θείο ζήλο γιά μεγάλους άθλους, απόλαυσε τήν ησυχία επί δυόμισι χρόνια».
Τήν εποχή αυτή έλαβε τό μέγα αγγελικό σχήμα περί τό έτος 1750. Ήταν τότε σέ ηλικία 28 ετών καί μετονομάσθηκε από Πλάτων σέ Παΐσιο. Καί αφού δέν είχε κατάλληλο πνευματικό οδηγό, ακολουθούσε τήν διδασκαλία τών αγίων Πατέρων τής Εκκλησίας πού διάβαζε στά συγγράμματά τους.
Έτσι, ο ζήλος του γιά τήν μοναχική ζωή, πού αναπτύχθηκε από τήν μικρή του ηλικία, ικανοποιήθηκε μέ τήν δωρεά τού μεγάλου μοναχικού σχήματος, καί τήν αγάπη του γιά τήν ιερά ησυχία καί τήν μοναχική ζωή.
(συνεχίζεται στό επόμενο)
http://www.parembasis.gr/2012/12_01_11.htm

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Ὁ πόλεμος που ἄναψε ὁ Χριστός. Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου



«Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΨΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ»
Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου
ἀπό τά “Πνευματικά Γυμνάσματα”
τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Ἀπό τό βιβλίο «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ»
Ὁ πόλεμος που ἄναψε ὁ Χριστός. Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου Συλλογίσου, ἀγαπητέ, τό νοητό πόλεμο, πού ἦρθε ν’ ἀνάψει στόν κόσμο ὁ Κύριός μας, ὅπως λέει ὁ Ἴδιος: «Οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλά μάχαιραν» (Ματθ.10, 34). Σ’ αὐτόν τόν πόλεμο δές τό λυτρωτή μας Ἰησοῦ σάν ἕνα ἀρχιστράτηγο καί βασιλιά πολύ ἔνδοξο καί δυνατό, σοφό κι ἀξιαγάπητο, συντροφιασμένο μ’ ὅλους τούς ἀγγέλους καί τούς ἁγίους. Ἕνα βασιλιά, πού δέν θέλει νά ἐπιβαρύνει τό λαό του μέ φόρους καί χαράτσια γιά νά πλουτίσει ὁ ἴδιος, ἀλλά γίνεται αὐτός φτωχός γιά νά πλουτίσει ἐκείνους.
Συλλογίσου τόν Ἰησοῦ μας σάν ἕνα βασιλιά, πού ἔχει ὅλα τά προνόμια καί τά χαρίσματα τόσο τῆς θεϊκῆς ὅσο καί τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, καί τά προσφέρει γιά τό καλό τῶν ὑπηκόων του. Γιατί ὁ Χριστός ὄχι μόνο σάν Θεός ἀλλά καί σάν ἄνθρωπος εἶναι Βασιλιάς τῶν βασιλευόντων καί Κύριος τῶν κυριευόντων, ὅπως τό βεβαιώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στήν Ἀποκάλυψη: «Καί ἔχει ἐπί τό ἱμάτιον καί ἐπί τόν μηρόν αὐτοῦ ὄνομα γεγραμμένον, Βασιλεύς βασιλέων καί Κύριος κυρίων» (19, 16).
Ὕστερα ἀπ’ αὐτά σκέψου, ὅτι ὁ Βασιλιάς αὐτός καλεῖ στόν πόλεμο ὅλους τούς ἀνθρώπους, καί σένα προσωπικά. Μᾶς προσκαλεῖ γιά νά πολεμήσουμε τούς ἐχθρούς μας, δηλαδή τή σάρκα, τόν κόσμο καί τόν διάβολο. Στόν πόλεμο αὐτό ὁ Βασιλιάς πηγαίνει μπροστά ἀπ’ ὅλους, ὅπως εἶναι γραμμένο: «Ἐγώ ἔμπροσθέν σου πορεύσομαι καί ὅρη ὁμαλιῶ, θύρας χαλκᾶς συντρίψω καί μοχλούς σιδηρούς συγκλάσω καί δώσω σοι θησαυρούς σκοτεινούς, ἀποκρύφους, ἀοράτους ἀνοίξω σοι» (Ἡσ. 45, 2-3). Σ’ όλη τή διάρκεια τοῦ πολέμου, εἶναι ὁ πρῶτος πού ἀντιμετωπίζει τούς κινδύνους καί δέχεται τίς πληγές στίς μάχες. Μόλις ὅμως τελειώσει ὁ πόλεμος, ἡ νίκη καί τά στεφάνια καί τά λάφυρα ἀνήκουν ὅλα στούς στρατιῶτες.
Ἦρθε λοιπόν ὁ Κύριος στή γῆ. Ζώντας μέσα στή φτώχεια, στίς θλίψεις, στήν καταφρόνηση, καί πεθαίνοντας τελικά μέ σταυρικό θάνατο, νίκησε καί τούς τρεῖς ἐχθρούς μας.
  • Νίκησε τόν κόσμο, γι’ αὐτό καί ἔλεγε: “Θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον” (Ἰω. 16, 33).
  • Νίκησε τόν διάβολο, γι’ αὐτό καί ἔλεγε: “Νῦν κρίσις ἐστί τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω” (Ἰω.12, 31)
  • Νίκησε καί τή σάρκα, γι’ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε: “Ὁ Θεός τόν ἑαυτοῦ Υἱόν πέμψας ἐν ὁμοιώματι σαρκός ἁμαρτίας καί περί ἁμαρτίας, κατέκρινε τήν ἁμαρτίαν ἐν τή σαρκί” (Ρωμ. 8, 3).
Ἔτσι ἀκολούθησαν ἀναρίθμητες ψυχές στά θριαμβευτικά ἴχνη τῶν παραδειγμάτων τοῦ Κυρίου, καί ἀφοῦ πολέμησαν τούς ἐχθρούς πού ἀναφέραμε, τώρα θριαμβεύουν μαζί Του στόν παράδεισο.
Ὤ, τί νόμος παράδοξος γιά πόλεμο! Στούς ἐπιγείους πολέμους οἱ στρατιῶτες πολεμοῦν καί ὁ βασιλιάς ἡσυχάζει. Ἀλλά τά ὀφέλη ἀπό τή νίκη τά καρπώνεται ὁ βασιλιάς. Στόν πνευματικό πόλεμο, ἀντίθετα, πρῶτος πολεμάει ὁ Βασιλιάς καί ἀκολουθοῦν οἱ στρατιῶτες. Ἀλλά τά ὀφέλη εἶναι τῶν στρατιωτῶν!
Τώρα ἐσύ τί κάνεις; Ἀνταποκρίνεσαι στό κάλεσμα τοῦ Κυρίου γι’ αὐτό τόν πόλεμο; Ὁ πόλεμος εἶναι σύντομος, μά ἡ νίκη καί ἡ ἀπόλαυση αἰώνια. Οἱ ἐχθροί πού θέλει νά ὑποτάξει ὁ Ἰησοῦς, εἶναι ἐχθροί περισσότερο δικοί σου παρά δικοί Του. Γιατί Ἐκείνου δέν μποροῦν νά Τοῦ στερήσουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν τούς νικήσεις.
Σήκω λοιπόν καί πάρε μιά σταθερή ἀπόφαση ν’ ἀκολουθήσεις πιστά τόν Κύριο καί νά Τόν μιμηθεῖς σέ ὅλα. Νά ντραπεῖς γιά τήν προηγούμενη ζωή σου, πού ἦταν ἀντίθετη στή ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή εἶχες ἐχθρούς τους φίλους Ἐκείνου – τή φτώχεια καί τούς φτωχούς, τίς θλίψεις καί τούς θλιμμένους, τίς καταφρονήσεις καί τούς καταφρονεμένους – κι ἐμοίασες ἔτσι περισσότερο στόν Ἑωσφόρο, τόν ἀρχηγό τῶν κολασμένων, παρά στό δεσπότη Χριστό, τόν ἀρχηγό τῶν σωσμένων. Ἄλλαξε ἀπό τώρα τακτική. Κάνε φίλους ὅσους εἶχες μέχρι σήμερα ἐχθρούς. Καί κάνε ἐχθρούς ὅσους εἶχες μέχρι σήμερα φίλους, στρέφοντας ἐναντίον τους ὅλα τά πνευματικά ὅπλα γιά νά τούς νικήσεις.
Ἐπειδή ὅμως ἡ νίκη, πού ἀκολουθεῖ τό νοητό αὐτό πόλεμο, δίνεται ἀπό τόν Κύριο – ὅπως εἶναι γραμμένο: “ἵππος ἑτοιμάζεται εἰς ἡμέραν πολέμου, παρά δέ Κυρίου ἡ βοήθεια” (Παρ. 21, 31)-, παρακάλεσε τόν Κύριο νά σέ φωτίσει μέ τή Χάρη Του, ὥστε νά βλέπεις μέ ἄλλα μάτια τούς σταυρούς καί τά βάσανα πού σοῦ στέλνει.
Ζήτησέ Του νά σοῦ δίνει δύναμη, γιά νά ὑπομένεις τίς δυσκολίες ἀγόγγυστα καί πρόθυμα, σάν μιμητής καί ἀκόλουθός Του. Νά σκέφτεσαι, πώς ὅλες οἱ δοκιμασίες εἶναι πολύτιμες καί ἀξιοζήλευτες, γιατί εὐλογήθηκαν μέ τό παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ. Κι ἄν στήν προσωρινή αὐτή ζωή μιμηθεῖς τόν Ἰησοῦ ὑπομένοντας τίς θλίψεις, θά Τόν ἀπολαύσεις ἀργότερα γιά πάντα, καί θά εὐφραίνεσαι μαζί Του στήν Αἰώνια Βασιλεία Του, ὅπως λέει ὁ θεῖος Παῦλος: “εἰ ὑπομένομεν, καί συμβασιλεύσομεν” (Β΄ Τιμ. 2, 12).
Συλλογίσου τώρα, ἀγαπητέ, ὅτι τριῶν εἰδῶν ἄνθρωποι ἀκολουθοῦν τό Χριστό στόν πόλεμο αὐτό.
Στήν πρώτη τάξη ἀνήκουν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, πού Τόν ἀκολουθοῦν μόνο μέ τό λογισμό. Αὐτοί στέκονται ἀπό μακριά, θαυμάζουν τό μεγαλεῖο του πολέμου, ἀλλά δέν παίρνουν ποτέ ἀπόφαση νά πιάσουν τά ὅπλα, νά πολεμήσουν καί νά νικήσουν. Δηλαδή δέν θέλουν νά μιμηθοῦν τό παράδειγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νικημένοι ἀπό τήν ψυχρότητα καί τήν ἀπραξία.
Στή δεύτερη τάξη ἀνήκουν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, πού πιάνουν τ’ ἅρματα καί βγαίνουν στόν πόλεμο, ἀλλά πολεμοῦν ὅπως τούς ἀρέσει. Μεταχειρίζονται ὅλα τά πολεμικά μέσα, πού θεωροῦν οἱ ἴδιοι σωστά καί ὄχι ἐκεῖνα πού εἶναι σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θέλουν νά πηγαίνουν μπροστά ἀπό τόν Κύριο, ὄχι νά Τόν ἀκολουθοῦν. Καί νομίζουν ὅτι θά νικήσουν τά πάθη τους καί τό διάβολο μέ τήν ἀναπαυτική ζωή, τήν ἰδιορρυθμία καί τήν ὑπερηφάνεια.
Στήν τρίτη τάξη ἀνήκουν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, πού, μολονότι γνωρίζουν ὅτι καί τό καλό τῆς ψυχῆς τους καί ὅλη ἡ δόξα πού μπορεῖ ν’ ἀποδοθεῖ στό Θεό βρίσκονται στή μίμηση τοῦ παραδείγματος τοῦ Χριστοῦ, ἐντούτοις δέν προχωρᾶνε στόν πόλεμο παρά μόνο μέ τίς συμβουλές καί ὁδηγίες τῶν πνευματικῶν τους πατέρων, κόβοντας ἔτσι τό θέλημά τους.
Ἡ πρώτη τάξη εἶναι ψυχρή καί ἀργή. Ἡ δεύτερη εἶναι χλιαρή καί ὀκνηρή. Ἡ τρίτη εἶναι θερμή καί ἐπιμελής.
Τώρα ἐσύ, ἀδελφέ, σέ ποιά τάξη ἀνήκεις;
Ἄν εἶσαι στήν πρώτη, ἀλλοίμονο σέ σένα! Γιατί, ἀπό τήν ὥρα πού ἔλαβες τό βάπτισμα, ἔταξες στό Θεό νά πολεμήσεις τά πάθη σου καί τό διάβολο. Ἐσύ ὅμως στέκεσαι μακριά, ἀργός. Δέν πιάνεις τά ὄπλα νά πολεμήσεις. Καί ξεχνᾶς, ταλαίπωρε, πώς ἄν δέν πολεμήσεις καί νικήσεις τούς ἐχθρούς ἐδῶ, αὐτοί θά σέ θανατώσουν αἰώνια. Δέν γνωρίζεις, ὅτι χωρίς ἀγώνα δέν κερδίζονται ἔπαθλα καί βραβεῖα; Ποιός νίκησε ποτέ κοιμισμένος ἤ ἄπρακτος; Ἤ ποιός μέ τρυφές καί ξεφαντώματα στεφανώθηκε; “Τίς καθεύδων τρόπαιον ἔστησεν; ἤ τίς τρυφῶν καί καταυλούμενος κατεκοσμήθη στεφάνοις;”, Λέει ὁ Μέγας Βασίλειος.
Ἄφησε λοιπόν τήν ὀκνηρία, ἀγαπητέ, πιάσε τ’ ἅρματα καί πολέμησε τούς θανάσιμους ἐχθρούς σου. Μήν κάθεσαι ἀμέριμνος, βλέποντας τούς ἄλλους νά πολεμοῦν, γιά νά μήν ἀκούσεις κι ἐσύ ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Μωϋσῆς στίς φυλές Γάδ καί Ρουβήν: “Οἱ ἀδελφοί ὑμῶν πορεύονται εἰς τόν πόλεμον, καί ὑμεῖς καθήσεσθε αὐτοῦ;” (Ἀριθ. 32, 6).
Ἄν πάλι ἀνήκεις στή δεύτερη τάξη, τότε οὔτε θερμός εἶσαι οὔτε ψυχρός, ἀλλά χλιαρός. Γι’ αὐτό τόν ἄνθρωπο λέει ὁ Θεός στήν Ἀποκάλυψη: “Ὅτι χλιαρός εἶ καί οὔτε ζεστός, οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματος Μου” (3, 16). Κι αὐτό θά γίνει τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὅταν ὁ Κύριος θά πεῖ σ’ ὅλους τούς πνευματικά νωθρούς τά φοβερά τοῦτα λόγια: “Οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τήν ἀνομίαν” (Ματθ. 7, 22). Γιατί ὅμως θά πεῖ καί σέ σένα τά ἴδια;
Γιατί θέλεις μέν τήν ἀρετή, ἀλλά χωρίς κόπο. Θέλεις νά κάνεις τό καλό, ἀλλά δέν θέλεις νά λυπήσεις τόν κόσμο. Θέλεις νά κόψεις τίς κακές σου συνήθειες, ἀλλά δέν θέλεις νά πιεστεῖς. Θέλεις νά ὑπηρετεῖς τό Θεό, ἀλλά μόνο μέ λόγια. Κοντολογῆς, θέλεις ταυτόχρονα μέ τό ἴδιο μάτι νά βλέπεις καί τόν οὐρανό καί τή γῆ. Κι ἄν ποτέ ἀποφασίσεις νά νικήσεις κανένα ἐλάττωμα ἤ πάθος σου, πιάνεις τά ὅπλα καί πολεμᾶς ὅπως σοῦ ἀρέσει, κατά τό θέλημά σου καί τή φαντασία σου. Θέλεις νά διώξεις τό πάθος πού σέ πειράζει λιγότερο, καί ἀφήνεις ἐκεῖνο πού σ’ ἔχει κυριεύσει περισσότερο.
Ὁ Χριστός σέ καλεῖ νά μεταβάλεις τόν ἑαυτό σου, κι ἐσύ ἀλλάζεις μόνο τήν ἐξωτερική σου στάση, χωρίς ν’ ἀνακαινίζεσαι ἐσωτερικά. Δέν φτάνει ὅμως νά πολεμάει κανείς, ἀλλά πρέπει νά πολεμάει σωστά καί οὐσιαστικά: “Ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις οὐ στεφανοῦται, ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ” (Β΄ Τιμ. 2, 5).
Νά ντραπεῖς λοιπόν γιά τήν ἀκαταστασία καί τή ρηχότητά σου. Κι ἀπό δῶ καί πέρα ν’ ἀφήσεις ὁλόκληρο τόν ἑαυτό σου στά χέρια τοῦ Κυρίου, κάνοντας πάντα τό δικό Του θέλημα καί λέγοντας μ’ ὅλη σου τήν καρδιά: “Ἀκολουθήσω Σοι ὅπου ἐάν ἀπέρχῃ, Κύριε” (Λουκ. 9, 57).
ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ
Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Παρακλήτου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά  Μονή.
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
...

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Κώστας Παπαδημητρίου - Οἱ δύο Ἀλέξανδροι



Α´ Μέρος (Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβασις, τ.152, Μάρτιος 2009)

«Ὁ Θεὸς ἔπλασε δύο παράλληλα πρόσωπα ἐκεῖ στὸ ὄμορφο νησὶ τῆς Σκιάθου καὶ πῆρε μιὰ ψυχή, τὴ μοίρασε στὰ δύο καὶ φύτεψε τὴ μισὴ στὸν ἕναν καὶ τὴν ἄλλη μισὴ στὸν ἄλλον Ἀλέξανδρο. Κι ἔτσι ὅ,τι λείπει ἀπ᾿ τὸν ἕναν Ἀλέξανδρο, τὸν Παπαδιαμάντη, τὸ συναντοῦμε στὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη. Καὶ τὸ ἀντίστροφο», γράφει ὁ Ἰ. Μ. Παναγιωτόπουλος. («Τὰ πρόσωπα καὶ τὰ κείμενα» τόμ. 12, σελ. 174). Ἔτσι δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ γράψῃ γιὰ τὸν ἕναν καὶ νὰ μὴν ἀναφερθῇ στὸν ἄλλον. Ἡ κοινὴ γνώμη τῶν Γραμμάτων τοὺς θεωρεῖ δίδυμους πνευματικούς, Διόσκουρους, μέσα στὴν λάμψη τοῦ ἴδιου λογοτεχνικοῦ φωτοστέφανου. Ἀλέξανδροι καὶ οἱ δύο, συμπατριῶτες, συνασκητές, συναθλητὲς τοῦ λόγου, ἀχώριστοι στὴν πίστη, στὴν πέννα καὶ στὸν πατσιά, ποὺ ἦταν στὴν ἐποχὴ τοὺς «ἀκαδημία τῆς λογοτεχνικῆς μποεμίας», ὅπως χαριεντιζόμενος εἶπε ὁ Σπύρος Μελᾶς. (ἐφημ. «Ἐλεύθερον Βῆμα» (27-10-1929).
Γιὸς παπᾶ ὁ πρῶτος, ἐγγόνι ὁ δεύτερος, ξαδέρφια στενά, μὲ ἐπιρροὴ ἐκκλησιαστικῶν ἰδανικῶν πάνω τους, ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἴδια βυζαντινὴ φλέβα, χριστιανοὶ ἀπὸ ἀνατροφὴ καὶ ἀπὸ ἰδιοσυγκρασία, κάνουν ἄρωμα τῆς χριστιανοσύνης τους τὸ ἐλαφρὸ καὶ τὸ χαρμόσυνο καὶ τὸ σκορπίζουν στὶς πλέον παγανιστικὲς γιορτὲς τῆς ἑλληνικῆς φύσης.
Μισοῦν τὰ εὔκολα καὶ δεινά του πολιτισμοῦ καὶ οἱ δύο, συμφωνοῦν πὼς ὁ πλοῦτος εἶναι δυστυχία καὶ ἀσκήμια, ἂν δὲν διαχειρίζεται σωστά, ἡ φτώχεια εἶναι ὡραιότητα καὶ ἀρετή. Ἐξαίσιοι στὴν περιγραφὴ τῆς φτώχειας, ἀμείλικτοι στὴν ἰδιοκτησία, τὸ ἰδανικό τους ἡ ἁπλὴ ζωή. Ἡ καλλιέργεια καὶ ἡ γεύση τῶν καρπῶν τῆς γῆς. Θέλουν τὴν ζωὴ χωρὶς τὴν ἀγωνία τῆς μεγάλης ἀπόλαυσης, θέλουν τὴν φυσικὴ κατάσταση. Εἶναι ἀπόκοσμοι. Θέλουν νὰ ἀγνοοῦν τὶς βιοτικὲς μέριμνες, μὲ τὶς κακίες καὶ τὰ πάθη τους, μὲ τὶς μωρὲς φιλοδοξίες τους, μὲ τὰ θέλγητρα ποὺ αἰχμαλωτίζουν τὴν ζωή. Ἐπιζητοῦν τὴν μόνωση, τὴν ἐσωτερική. Τοὺς εἶπαν κάποιοι ἀκοινώνητους καὶ μισάνθρωπους, γιατὶ παρεξήγησαν τὶς ἐνοράσεις τους.
Εἶναι θαυμάσιοι ζωγράφοι τῆς φύσης καὶ τῆς ἀγροτικῆς ζωῆς. «Ξέρουν», γράφει ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου, (ἐφημ. «Πατρὶς» 17-1-1921), «νὰ μᾶς ἡδονίζουν μέσα σὲ παρθένους θάμνους, νὰ μᾶς πηγαίνουν πίσω ἀπὸ κατσίκια πλανηθέντα εἰς τὴν κόψιν βράχων, νὰ μᾶς πλανοῦν εἰς ἀκρογιάλια καὶ ξηρονήσια, νὰ μᾶς κοιμίζουν ὑπὸ τὰ ἄστρα...».
Θαυμάσιο εἶναι τὸ διήγημα τοῦ Μωραϊτίδη μὲ τίτλο: «Μὲ τὰ πανιὰ τοῦ βοριᾶ», ὅπου ὁ συγγραφέας τραγουδᾶ τὴν θάλασσα. Ταξιδεύει ἐκεῖ μὲ μιὰ σκούνα. Ἄφθονες εἰκόνες θαυμαστές, βιβλικὲς καὶ μεθυστικὲς διηγήσεις φυσικῶν φαινομένων. Ἡ κίνηση τῆς θάλασσας γίνεται λυρικὸ τραγούδι, ἕνα τραγούδι φυσιολατρείας καὶ δράσης ἀπὸ τὴν Σκιάθο ὡς τὴν Κωνσταντινούπολη. Τὸ ταξίδι καταλήγει σὲ μιὰ ἐκκλησιά. Ὁ καπετάνιος ἀλλάζει τὴν πατατούκα του μὲ τὸ ράσο τοῦ καλόγηρου. Ἐκεῖ ὁ συγγραφέας ἀρκεῖται νὰ βλέπῃ τὸ ἀργυρὸ μικρὸ ὁμοίωμα τῆς σκούνας του κρεμασμένο στὸν πολυέλαιο τῆς ἐκκλησίας καὶ νὰ προσεύχεται. Δηλαδὴ ἡ τρικυμία τῆς θάλασσας γίνεται προσευχή. Σ᾿ αὐτὸ τὸ διήγημα κρύβεται ὁλόκληρος ὁ Μωραϊτίδης.
Δυνατὴ ἀπεικονίζεται καὶ ἡ ἁπλὴ ζωὴ στὰ διηγήματά του «Καλικάντζαρος», «Κουκίτσα» κ.ἄ. κάτι παρόμοια μὲ «Τὸν Χριστὸ στὸ Κάστρο» τοῦ Παπαδιαμάντη.
Μᾶς παρουσιάζει τὸν ἱερέα καβάλα στὸ γαϊδουράκι του, χωμένο μέσα στὸ ζεστὸ σάλι ποὺ τὸν τύλιξε ἡ πρεσβυτέρα του, τριγυρισμένον ἀπὸ λίγους νησιῶτες, προπαντὸς εὐλαβικὲς γριοῦλες, νὰ πηγαίνουν στὰ ἐξωκκλήσια ἢ μισογκρεμισμένες ἐκκλησιές, νὰ λειτουργήσουν. Οἱ αἰσθήσεις τους πάντα ἀνοιχτὲς καὶ ἄγρυπνες στὸ πανόραμα τῆς ἑλληνικῆς φύσης καὶ τῆς ἁπλῆς ζωῆς.
Στὸ διήγημά του «Χριστούγεννα στὸν ὕπνο μου» γράφει καὶ τοῦτα: «Τὰ ἔθιμα ριζώνουν, βλέπετε, μέσα εἰς τὴν καρδίαν τῶν ἀνθρώπων καὶ ὅταν καταργῶνται, νεῦρον εὐαίσθητον ξερριζώνεται βιαίως ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδίαν, ἥτις πονεῖ καὶ ὀδυνᾶται μεταδίδουσα τὸν πόνον εἰς ὅλον τὸ σῶμα. Ὁ ἄνθρωπος ὅστις δὲν ἔχει τὸ νεῦρον τοῦτο δὲν ἀνήκει εἰς ἔθνος. Εἶναι ἀλλότριος αὐτοῦ. Νομίζει πὼς εἶναι εἰς τὸν κόσμον ὅλον καὶ δὲν εἶναι πουθενά. Εἶναι εἰς τὸν ἀέρα, ἀεροβατεῖ...».
Ἀπόφευγαν καὶ οἱ δυὸ τὶς στενὲς γνωριμίες τους μὲ ἄλλους λογοτέχνες. Μεταξύ τους εἶχαν στενὸ δεσμό. Στὰ μυστικά τους δεῖπνα μάλιστα, τὰ γενναῖα τους ἑλληνικὰ φαγοπότια, τὰ συντροφευμένα μὲ σιγαληνὰ ψαλμοτράγουδα καὶ χωρατά, ποὺ θυμίζανε θυμάρι μαζὶ καὶ λιβάνι, ἦταν πολὺ δυσκολοτέρα οἱ δυὸ φίλοι νὰ δεχτοῦνε συντροφιά. Μεγάλη ἦταν ἡ χάρη σου νὰ καθίσῃς νὰ φᾶς μαζί τους τὰ παχιὰ λαδωμένα τους σαρακοστιανὰ καὶ νὰ τσουγκρίσῃς τὶς γιομάτες «καντῆλες ποὺ θύμιζαν τὶς ἀλησμόνητες καλογερικὲς “μακαριές”. Ἅμα μάλιστα τύχαινε», γράφει ὁ Γ. Βλαχογιάννης, «νὰ φτάσῃ στὸν Πειραιᾶ σκιαθίτικο καράβι κι ἀριβάρανε στὴν ταβέρνα οἱ μεζέδες τοῦ νησιοῦ, ἀστακοουρὲς καὶ τέτοιες λιχουδιὲς λιαστές, μὰ δυσκολοχώνευτες, χωρὶς τῆς ρετσίνας τὸ μπόλικο κατάβρεγμα, τότε θά ᾿σουνα πολὺ ἀδιάκριτος νὰ καλεστεῖς ἀδιάκριτα στὸ τραπέζι τους...» (ἐφημ. «Πολιτεία» 13-9-1925). Κι ἄλλες φορὲς πάλι, συγκεντρωμένοι, στοχαστικοί, ἀντάλλαζαν γνῶμες καὶ περνοῦσε τὶς πληροφορίες του ὁ ἕνας στὸν ἄλλο μὲ κατάνυξη συνωμοτική.
Καὶ πολλὰ ἄλλα συνέδεαν τοὺς δυὸ αὐτοὺς μεγάλους διηγηματογράφους μας. Γεννήθηκαν καὶ οἱ δυὸ στὴ Σκιάθο κι ἔζησαν μὲ τὸ θλιβερὸ προαίσθημα καὶ οἱ δυὸ νὰ πεθάνουν περιστοιχιζόμενοι ἀπὸ τοὺς δικούς τους καὶ νὰ ἀναπαυθοῦν γιὰ πάντα στὴν γῆ ποὺ τόσο ἀγάπησαν καὶ τραγούδησαν. Ἀπὸ Σκιαθίτες ἔγιναν μὲ τὸ ἔργο τους Πανελλήνιοι. «Κάθε καλλιεργημένη χώρα», γράφει ὁ Καμπούρογλου, («Νέα ἐφημερίς», 24-4-1891) «θὰ ἐθεώρει ἐαυτὴν εὐτυχῆ ἀνακαλύπτουσα μεταξύ των συγγραφέων τῆς τοὺς δύο τούτους ἀστέρας, οἱ ὁποῖοι δύνανται ν᾿ ἀποβῶσι καύχημά της, ἐὰν συναθροισθῶσιν τὰ ἔργα τους... Τοιαῦται ἰδιοφυΐαι δὲν βγαίνουν ὡς μανιτάρια καθ᾿ ἑκάστην...».
Διέφεραν ὅμως καὶ σὲ πολλὰ οἱ δυὸ αὐτοὶ μεγάλοι τῆς Νεοελληνικῆς διηγηματογραφίας. «Ἔπαιξαν βέβαια στὴν ἴδια ὀρχήστρα, ἀλλὰ μὲ διαφορετικὰ ὄργανα. Ὁ Παπαδιαμάντης κρατοῦσε τὸν γλυκύτερο αὐλὸ ποὺ ἔχει γνωρίσει ὁ νεώτερος πεζὸς λόγος. Ὁ Μωραϊτίδης κόντρα μπάσο» (Σ. Μελᾶς. ὅ.π). ... Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν πέρα γιὰ πέρα φύση καλλιτεχνική. Ἡ θρησκευτικὴ πίστη ἐνεργοῦσε σ᾿ αὐτὸν ὡς ζωντανὴ πηγὴ ἔμπνευσης. Ὁ Μωραϊτίδης ἦταν περισσότερο φύση ἀσκητική. Ἡ θρησκευτικότητά του σοβαρότερη καὶ αὐστηρότερη.
Καὶ φυσιογνωμικὰ διέφεραν. Ἔφεραν βέβαια καὶ οἱ δύο πλούσια καὶ κατάμαυρη γενειάδα, ἡ μορφὴ ὅμως τοῦ Μωραϊτίδη ἦταν πιὸ πλατειὰ καὶ πιὸ ἀνοιχτῆ ἀπὸ τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ ἡ φορεσιὰ τοῦ «πιὸ εὐπρόσωπη». Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ μαῦρο μακρὺ παλτὸ τοῦ Παπαδιαμάντη ὁ Μωραϊτίδης δὲν ἀποχωριζόταν ποτὲ τὴν μαύρη στενὴ καὶ κοντὴ ζακέτα, τὸ μαῦρο παλτὸ καὶ τὸ ἡμίψηλο καπέλο.
Διαφορετικοὶ ἦταν καὶ στὸν χαρακτήρα τους. Ὁ Παπαδιαμάντης, ποὺ οἱ συνθῆκες τῆς οἰκογενείας του δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ περατώσῃ τὶς σπουδές του, ἔβρισκε τὴν εὐτυχισμένη ὥρα του ἀνάμεσα στοὺς ταπεινοὺς καὶ καταφρονεμένους τῆς εἰδυλλιακῆς ζωῆς καὶ ἐθέλγετο ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ κάλλος τῶν θρησκευτικῶν ἐκδηλώσεων. Ἐνδιαφέρετο περισσότερο γιὰ τὰ πρόσωπα καὶ τὶς ἐκδηλώσεις τους. Ἔμεινε ἐκεῖνος ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ἦταν ἕνα παιδὶ μὲ νοῦν, εἶπε κάποιος, πιὸ αἰσθαντικὸς καὶ πιὸ τρυφερός.
Ὁ Μωραϊτίδης εἶναι ὁ ἐπιστήμονας, ὁ λεπτολόγος, ὁ παρατηρητής, ὁ θρησκευτικὸς μαχητής, ἡ τραγωδία του βρίσκεται παροῦσα σὲ κάθε του κίνηση. Ἡ καρδία του εἶναι ἀσήκωτη ἀπὸ ἔγνοιες. Κινεῖται πάντα ἀπὸ τὸν ἔρωτα τοῦ ἀπόλυτου. Ἴσως λιγότερο προικισμένος ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ ἰδιόρρυθμος στὴν γλώσσα του. Ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ ποὺ ἀφήνει πίσω κατά τι ὁ Παπαδιαμάντης τὸν Μωραϊτίδη εἶναι ποὺ ὁ πρῶτος μὲ προσωπική του συμμετοχὴ προσεγγίζει ὁ ἴδιος τὸ δράμα τῶν ἡρώων του. Τὸν βλέπεις νὰ στέκεται μὲ ἄφωνη ἐγκαρτέρηση στὴν ἀναπόφευκτα ἐπερχόμενη σύγκρουση, ποὺ εἶναι ὡς ἕνα σημεῖο καὶ μοίρα τοῦ συγγραφέα. Ἡ ζωὴ τῶν ἡρώων του εἰσχωρεῖ καὶ στὴν δική του. Καὶ ἡ γλώσσα του ἔχει τὸ χάρισμα νὰ μεταγγίζῃ μέσα μας τὴν πιὸ διεισδυτικὴ θέρμη. Γι᾿ αὐτὸ ὁ θαλερὸς πλάτανος τοῦ διηγηματογράφου Παπαδιαμάντη ἐπεσκίασε τὸν Μωραϊτίδη. Εἶναι ἀσύγκριτες ὅμως οἱ σελίδες του, ὅσες κυρίως παρουσιάζουν ἀνθρώπινους χαρακτῆρες. Ἐκεῖνες ξεπέρασαν τὸ χρόνο καθὼς ἀποδίδουν καταστάσεις καὶ συμπεριφορὲς χαρακτηριστικὲς μιᾶς ἐποχῆς καὶ μιᾶς συγκεκριμένης κοινωνικῆς καὶ βιοτικῆς στάθμης.
Τὸν Παπαδιαμάντη τὸν γνωρίζει κανεὶς περισσότερο μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο του, τὸν Μωραϊτίδη μέσα ἀπὸ τὴν ζωή του. Τὴν πίστη του ὁ Μωραϊτίδης δὲν τὴν ἐξαντλεῖ στὴν τυπολατρεία καὶ τὴν εὐλάβεια. Ἐξουσιαστής του εἶναι τὸ ἀπόλυτο. Τὸ δικό του δράμα ἐξαντλεῖται σ᾿ ἕναν ἀπέραντο ἐσωτερικὸ μονόλογο ἢ σὲ ἕναν διάλογό του μὲ τὸν Δημιουργό. Κυριαρχεῖται ἀποκλειστικὰ σχεδὸν ἀπὸ τὸ συναίσθημα ὅτι πλησιάζει πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ αὐτὴ ἡ γραμμὴ τῆς ἀνατάσεως πρὸς τὰ ὑπερκόσμια δεσπόζει στὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἔργου του. Τὴν ἐπίγεια ζωὴ τὴν αἰσθάνεται σὰν ἔκτιση ποινῆς μὲ πόθο καὶ ὑπομονὴ ἀναμένοντας τὸ τέλος της. Ἐφάρμοζε πιστὰ τὴν παρακάτω συμβουλὴ τοῦ Μάρκου Αὐρήλιου:
«Μὴ λησμονῇς, ἔλεγε πρὸς τὸν ἑαυτό του ὁ ἀβάπτιστος ἐκεῖνος χριστιανός, μὴ λησμονεῖς ὅτι εἶσαι ἁπλοῦς ταξιδιώτης. Τὸ πλοῖον ποὺ σὲ μεταφέρει εἰς τὴν πατρίδα σου προσορμίζεται εἰς ἕνα λιμένα, ἠμπορεῖς νὰ ἐξέλθῃς νὰ περιεργασθῇς τὴν πολυθόρυβον αὐτὴν πόλιν, νὰ ἴδῃς τὴν ἀγοράν της, τὰ ὑψηλά της κτίρια, τὰ καταστήματα, τὰ θέατρα, τὰς ἀσχολίας τῶν κατοίκων της. Ἠμπορεῖς ἀκόμη νὰ συνάψῃς συνομιλίας καὶ στιγμιαίας σχέσεις μὲ τοὺς κατοίκους της, τοὺς ἄρχοντας ἢ τοὺς καπήλους, ἀλλὰ μὴ ἀπατηθῆς καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν καὶ προσηλωθῆς εἰς τίποτε ἀπὸ αὐτά, τὰ παροδικά, τὰ ξένα, τὰ ἀδιάφορα. Ἔχε διαρκῶς τὴν προσοχήν σου εἰς τὸ πλοῖον σου, καὶ μὴ ἀπομακρυνθῆς πολὺ ἀπὸ τὸν λιμένα, διότι ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ὁ κυβερνήτης καλεῖ τοὺς ἐπιβάτας του διὰ τὸ τέρμα τοῦ ταξιδίου των».
Ἔζησε τὴν ζωή του καὶ ποτὲ δὲν ἐλησμόνησε πὼς ἦταν ἕνας παροδίτης καὶ ποτὲ δὲν πῆρε τὴν προσοχή του ἀπὸ τὴν ἀναμενόμενη πρόσκληση τοῦ κυβερνήτη. Συνέχεια φρόντιζε νὰ καθαρίζῃ τὴν ψυχή του καὶ σιγὰ σιγὰ ἄρχισε νὰ ἀπαρνιέται τὰ ἐγκόσμια. Τώρα πιὰ δὲν εἶναι ὁ λογοτέχνης ποὺ δούλευε τὸν τρόπο τῆς ἔκφρασής του. Εἶναι ὁ πιστὸς ποὺ ἀναζητεῖ καὶ στὸν λόγο του μιὰ πρόσθετη λύτρωση. Παλεύει μέσα του ὁ τεχνίτης τοῦ λόγου μὲ τὸν πιστό. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρουν τὰ ἄλλα βιβλία καὶ ἄρθρα του, ὁ καημός του εἶναι νὰ τυπωθῇ ὁ τόμος τῶν 400 σελίδων ποὺ μὲ πλούσια σχόλια ἀφιέρωσε στὶς ὁμιλίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στὶς ἀφιερωμένες στοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαυΐδ, καθὼς καὶ στὰ ἀφιερωμένα στὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο (Ναζιανζηνό), «Παρθενίας ἐγκώμιον» κ.ἄ.. Ἀπομακρύνεται ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες μελέτες του καὶ ἀγκιστρώνεται στὰ Πατερικὰ κείμενα καὶ σὲ ὕμνους πρὸς τὸν Δημιουργό. Στὴν ἄκρη ἡ κλασσικὴ φιλολογία, ὅπου τὸ πᾶν εἶναι ἐνσυνείδητο, τὸ πᾶν ὑποβάλλεται κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς λογικῆς. Τὸν ἐνδιαφέρει ὁ θρησκευτικὸς ὕμνος, τὸ θυμίαμα, ἡ προσευχή, τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα, ἡ «εἰς Κύριον ἀποδημία». Δυστυχῶς, ὁ θησαυρὸς τῶν ἔργων του, παράδεισος σωστός, ἔμεινε ἀθέατος ἀπὸ τοὺς πολλούς.
Ὡς καθηγητὴς στὸ Βαρβάκειο Γυμνάσιο μένει ὑποχρεωτικὰ στὴν Ἀθήνα. Ἡ μόνη ἀπόλαυσή του εἶναι νὰ ἐπισκέπτεται τὰ σκιαθίτικα καράβια στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Πατώντας τὴν κουβέρτα τῶν καραβιῶν τῆς πατρίδας του, ἔχει τὴν συναίσθηση πὼς πατεῖ τὰ ἀγαπημένα χώματά της. Ἔτσι «Τοῦ βοριᾶ τὰ κύματα», ποὺ ἔγινε καὶ τίτλος τοῦ βιβλίου του, τοῦ φέρνουν τὰ χαιρετίσματα ἀπὸ τὸ ἀγαπημένο του νησί.

Β Μέρος (Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβασις, τ.153, Ἀπρίλιος 2009)

Ὁ ἔγγαμος βίος τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη
Τὸ 1900 φεύγει ἀπὸ τὴν δημόσια ὑπηρεσία. Στὴν οὐσία παύθηκε ἀπὸ τὸ Βαρβάκειο Γυμνάσιο, γιατὶ δὲν ὑπῆρχαν χρήματα νὰ πληρωθῇ. Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ παντρεύτηκε μὲ τὴν Βασιλικὴ Φουλάκη, ποὺ τὴν γνώρισε στὶς ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου. Τὴν βαθειά του πίστη τὴν μεταβίβασε καὶ στὴν γυναίκα του, ποὺ μαζί της πρὶν ἀκόμα παντρευτοῦν, γύριζαν μαζὶ στὶς ἐκκλησίες. Κι ὅταν παντρεύτηκαν στὸ σπίτι τους ἔβαλαν εἰκόνες καὶ κεριά, προσεύχονταν μαζί, ἔψελναν τὸν ἑσπερινό. Κάποτε μιὰ γριὰ Σκιαθίτισσα πῆγε στὴν Αἰδηψὸ γιὰ νὰ κάνῃ λουτρά. Ἔμαθε πὼς ἦταν ἐκεῖ ὁ κυρ-Ἀλέκος μὲ τὴν γυναίκα του, νιόπαντροι, καὶ πῆγε νὰ τοὺς δῇ. Τοὺς βρῆκε νὰ κάθονται στὸ δωμάτιο ποὺ εἶχαν νοικιάσει τὴν ὥρα ποὺ ἔψελναν ἑσπερινό. Ξαφνιασμένη τοὺς ρώτησε: «Ὁσπιτεύετε ἢ καλογερεύετε;».
Λένε πὼς δὲν εἶχαν ἄλλο δεσμὸ μεταξύ τους ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶχαν συναναστροφὲς μὲ ἄλλους ἀνθρώπους. Ὁ Μωραϊτίδης γλιστροῦσε ἀθόρυβα καὶ βιαστικὰ ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, μὲ τὴν ἀπεριποίητη βιβλική του γενειάδα, γιὰ νὰ γίνη ἄφαντος νὰ χωθῇ γρήγορα στὸ ἱερὸ τοῦ σπιτιοῦ του μὲ τὰ μανουάλια καὶ τὰ ψαλτήρια, ὅπου ἱερουργοῦσε σὰν παπᾶς σὲ ἐρημοκκλήσι. Καὶ ἡ ἀγαπημένη του γυναίκα δὲν ἦταν παρὰ μιὰ ταπεινὴ ἐκκλησάρισσα στὸν μικρὸ ἐκεῖνο καὶ παράδοξο ναό. Τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχε ἐνδυθῆ τὸ μοναχικὸ σχῆμα μὲ τὸ ὄνομα Ἀθανασία.
Ὁ θάνατος τῆς συμβίας του
Δὲν κράτησε ὅμως πολὺ ἡ συμβίωσή τους ἐκείνη. Ἡ γυναίκα του, μοναχὴ Ἀθανασία, πεθαίνει καὶ αὐτὸ τὸν βυθίζει σὲ μεγάλο πένθος καὶ σὲ μεγαλύτερη σιωπή.
Σὲ μιὰ ἐπιστολή του μὲ ἡμερομηνία 30-10-1915, ἀπὸ τὴν Σκιάθο πρὸς τὴν Ἡγουμένη τοῦ μοναστηριοῦ Κεχροβουνίου τῆς Τήνου, τὴν Θεοδώρα, μὲ τὴν ὁποία συνδέθηκε πνευματικά, θὰ γράψῃ ἀναφερόμενος στὸν θάνατο τῆς συζύγου του:
«Ὁ θάνατός της ὑπῆρξε κοίμησις, ἐλαφρὰ μετάστασις ἀπὸ μίαν ζωὴν εἰς τὴν ἄλλην. Δὲν μοῦ λέγεις, πὼς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολαύσω ἐγὼ αὐτὸ τὸ μακάριον τέλος; Διαβάζω ὡσὰν νὰ ἔχω στάδιον ἐμπρός μου, κάμνω σχέδια πάντοτε καὶ σκέψεις διαφόρους. Κι ἐκεῖ ὁποὺ διαβάζω, π.χ. πόσα ἔτη ταλαίπωροι σᾶς μένουν; Τί προσμένετε; Ἡ ζωή μας εἶναι 70 ἢ 80 τὸ πολὺ ἔτη. Τότε ἑξαφνιάζομαι ὡσὰν ἑξαφνιάζεται ἕνας εἰς τὸν ὕπνον του ἀπὸ ἕνα ράπισμα κατ᾿ ὄναρ.
Ἑξαφνιάζομαι καὶ βλέπω ὅτι 5 χρόνια μοῦ μένουν, ἂν μοῦ μένουν καὶ αὐτά. Καὶ μένω ἄναυδος. Ἀλλ᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ κάμνω; Νὰ μένω ἄναυδος; Πρέπει νὰ τρέξω, νὰ ἀρράξω εἰς ἕνα ἥσυχον λιμένα ὅπου τα 5 αὐτὰ χρόνια νὰ ἐπισκευάσω τὸ καράβι μου νὰ τὸ ἔχω ἕτοιμον διὰ τὸ ταξείδι τοῦ Ὠκεανοῦ. Ὁ νοῶν νοείτω....»
Σὲ ἄλλο ὀκτασέλιδο γράμμα γράφει:
«Νύκτα τῶν Χριστουγέννων 1915.
Ἀγαπητὴ ἐν Χριστῷ ἀδελφὴ κυρία Θεοδώρα.
...Δὲν πρέπει νὰ παραξενεύεσθε διὰ τὴν ἀδυναμίαν μου τὴν σωματικήν, διότι τὸ πένθος ὡς εἶπας ἦτο, ναὶ ἦτο βαρύτατον. Καὶ μόνον ὁ θάνατος θὰ τὸ ἐξαλείψῃ μὲ σπαραγμόν. Βιάζομαι νὰ χωνεύω τὴν θλίψιν, καὶ αὐτὸ φαίνεται βλάπτει σωματικῶς· εἶναι ὅμως τώρα πολὺ ἐλαφρότερον, καὶ νὰ σοῦ τὸ παραστήσω κάπως αἰσθητῶς, φαντάζομαι ὅτι ἡ μακαρία Ἀθανασία μου κάπου ἀποδημεῖ καὶ μὲ περιμένει νὰ ὑπάγω καὶ ἐγώ».
Ὁ τραυματισμός του καὶ ἡ ἀντιμετώπισή του
Τὸ 1907 ἐπισκέπτεται τὸ Μέγα Σπήλαιο. Ἐκεῖ πέφτει καὶ χτυπᾶ τὸ πόδι του. Ὑποχρεώνεται ἀπὸ αὐτὸ νὰ μείνῃ ἀκίνητος ὡς τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1908 στὴν κλινικὴ καὶ στὸ σπίτι του στὴν Σκιάθο. Οἱ συνθῆκες διαβίωσής του εἶναι τραγικές. Τὶς ἀπαριθμεῖ σὲ ἐπιστολές του πρὸς τὴν ἴδια Ἡγουμένη μὲ ἡμερομηνίες 8 καὶ 11-10-1916.
«Ἐν Σκι­ά­θῳ τῇ 8ῃ Ὀκτωβρίου 1916
Θεοπεφιλημένη μου καὶ περιπόθητος ἀδελφὴ ἐν Χριστῷ.
Θύελλα καὶ ἀστραπαὶ καὶ κακοκαιρίαι καὶ βρονταί· ἡ στέγη τοῦ κελλίου μου σείεται διότι εἶναι ὑπὸ τὸ κωδωνοστάσιον τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας καὶ ἐν τῇ κορυφῇ τῆς πόλεως. Εἶναι 8 ἡ ὥρα περίπου τὸ βράδυ· μοῦ ἔφεραν τὸ κατσαρολάκι μὲ ζωμὸν ἀπὸ πικραλίδας, οὕτω λέγουν ἐδῶ τα ραδίκια τοῦ βουνοῦ. Τὰ παράθυρα φεγγοβολοῦν ἀπὸ τὰς ἀστραπάς. Ἤρχισε βροχή. Καὶ ὡς φαίνεται θὰ διαρκέσῃ ὄχι μόνο τὴν νύκτα ἀλλὰ καὶ ἡμέρας. Ἀλλ᾿ ὁ καιρὸς εἶναι νότιος θερμός. Ὅταν εἶναι κρύο καὶ βορρᾶς, καταβαίνω κάτω εἰς ἓν δωμάτιον (ὅπου καὶ κοιμῶμαι τώρα), τὸ ὁποῖον εἶναι σωστὸν σπήλαιον, φωτιζόμενον μόνον ἀπὸ τὴν κανδήλαν τῶν ἁγίων.
Ἐψάλαμεν ἀπόψε τὸν ἑσπερινὸν τῶν ὁσίων Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας. Ἔφερα μαζί μου καθὼς καὶ πέρυσι τὴν ἁγίαν εἰκόνα των καὶ τὴν ἐστόλισα μὲ ὡραῖα λουλούδια, κρίνα τῆς ἐρήμου κατὰ τὸ τροπάριον, πάλλευκα καὶ κάτι ἄλλα τῆς ἐποχῆς χρῶμα μέλιτος, βελούδινα μανιταράκια λέγομεν ἐδῶ. Θαῦμα τῶν ὁσίων. Διότι χωρὶς νὰ τὰ παραγγείλω, χωρὶς ἄλλην φορὰν νὰ μοῦ φέρουν, ἄγνωστος γυναίκα μοῦ τὰ ἔφερε χθὲς βράδυ ἀπὸ τὸ βουνὸ τοῦ ἀειμνήστου Γέροντα παπα-Διονυσίου. Μοῦ τὰ ἔδωσε, λέγει, ἡ ἀδελφή σου, ὄχι αὐτὴ ποὺ συγκατοικῶ, ἀλλ᾿ ἄλλη ἡ ὁποία δὲν γνωρίζει πὼς ἔχω τὴν πανήγυριν καὶ τὴν εἰκόνα τῶν ὁσίων προφανῶς. Καὶ εἶναι κρίνα λευκὰ ποὺ εἰς τὸ χωρίον δὲν ἔχει κανείς. Καὶ ἦσαν πολλὰ κρίνα καὶ εὐωδίαζαν. Ἂν προφθάσω θὰ θέσω μέσα εἰς τὴν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὴν ἁγίαν εἰκόνα.
Τὸ μεσημέρι μετὰ τὸ φαγητὸν μόνος μου ἔπλεξα τὸ στέφανον καὶ εἰς τὰς 4 περίπου τὸ ἐπῆγα εἰς τὴν ἐκκλησίαν μετὰ τῆς εἰκόνος καὶ τὴν ἐτοποθέτησα καταλλήλως. Ὁ ἑσπερινὸς διήρκεσε 1,30 ὥρα· μέγας ἑσπερινός. Ἂν ὑπῆρχε ἀλεύρι θὰ ἔκαμνα ἀρτοκλασίαν, ἀλλὰ εἶναι νηστικοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ περιμένουν αὔριον τὸ ἀτμόπλοιον. Τώρα ὅπου γράφω οἰκονόμησα 50 δράμια πετρέλαιον μὲ παρακλήσεις πολλάς.
Βοήθειά μας οἱ ὅσιοι!»
Καὶ ἡ δεύτερη ἐπιστολή:
«Ἐν Σκι­ά­θῳ τῇ 11 Ὀκτωβρίου 1916
Στεροῦμαι χειμερινοῦ οἰκήματος. Κοιμοῦμαι τώρα εἰς ὑγρὸν σπηλαιῶδες δωμάτιον καὶ μοῦ φαίνεται πὼς μὲ βλάπτει πολὺ ἡ ὑγρασία.
Πῶς ἐβάσταζαν οἱ Ὅσιοι εἰς τοὺς λάκους; Αὐτοὺς συλλογίζομαι καὶ ὁ νοῦς μου σαλεύεται. Διὰ νὰ ἵσταμαι ὀλίγον, διότι ἀπὸ τὸν καιρὸν τῶν καταγμάτων συνήθισα εἰς τὸ καθῆσθαι ἀείποτε, ἐπενόησα ἕναν κρεμαστήρα ὅπου τὸν ἔχω διὰ νὰ γυμνάζω τὴν θραυσμένην μου δεξιὰν - τρία χρόνια παρημέλησα τώρα καὶ αἰσθάνομαι βάρος ὕποπτον καὶ ὡς ρευματικόν. Λοιπὸν κρεμῶμαι καὶ λέγω τὸ μεσονύκτιον, τὸν Ἑξάψαλμον, τὰς Ὠδὰς καὶ ὅσα γνωρίζω ἀπὸ στήθους...».
Ἡ βράβευσή του
Τὸ 1928 ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τὸν ἀνακηρύσσει ὁμόφωνα πρόσεδρο μέλος της. Ὁ Μωραϊτίδης οὔτε ποὺ πῆγε νὰ παραστῇ στὴν ἐκλογή του. Ἀρκέστηκε σὲ μιὰ εὐχαριστήρια ἐπιστολή του πρὸς τὸν πρόεδρο τῆς Ἀκαδημίας.
Ἡ μοναχική του κλίση
Ζοῦσε ἀποσυρμένος, παντελῶς ξένος πρὸς τὰ ἐγκόσμια. Ὁ ἀσκητισμός του ἦταν αὐστηρός. Συγγένευε μὲ ἐκείνων τῶν πρώτων ἀναχωρητῶν. Ἡ χριστιανικὴ ταπείνωση δὲν ἦταν ἄδεια λέξη γι᾿ αὐτόν. Τὴν εἶχε ντυθῆ κατάσαρκα ἡ ψυχή του. Καταδίκασε στὴν ψυχή του τὴν ἐγκόσμια ζωὴ γιὰ νὰ βρῇ λύτρωση στὴν σιωπὴ τῆς ἔκστασης, στὴν οὐρανοπολιτεία τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπου θὰ ἀντάμωνε Ἐκεῖνον. Διψοῦσε γιὰ ἀλήθεια ἐσωτερική. Ἄκουε τὴν φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὴν Μάρθα ὅτι: «ἑνός ἐστι χρεία». Ἀνταποκρίνεται σ᾿ αὐτὸ τὸ κάλεσμα, παίρνει τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ὀνομάζεται Ἀνδρόνικος. Γιὰ μιὰ ἁπλὴ ἀλλαγὴ ρούχων πρόκειται, γιατὶ ὁ Μωραϊτίδης δὲν ἔγινε τότε μοναχός, ἦταν μοναχὸς καὶ μάλιστα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀναφέρονται στὰ πιὸ αὐστηρὰ μοναστήρια. Ἁπλὰ ἔδωσε τὴν ἐξωτερικὴ φόρμα στὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς του.
Ἡ κουρά του ἔγινε στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες τῆς Σκιάθου. Μὲ μεγάλη χαρὰ ντύθηκε τὸ «Ἀγγελικὸ Σχῆμα» γιὰ νὰ εἰσέλθῃ στὸν νυμφώνα τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα γράμμα του ποὺ ἔστειλε λίγες μέρες ἀργότερα σὲ μιὰ εὐλαβικὴ κυρία τῶν Ἀθηνῶν καὶ δημοσιεύθηκε στὴν «Ἑστία», νομίζει κανεὶς πὼς εἶναι γραμμένο ἀπὸ καθολικὴ παρθένα δεκατεσσάρων ἐτῶν, ποὺ ἔκαμε τὴν πρώτη μετάληψή της καὶ διηγεῖται σὲ μιὰ φιλενάδα της τὴν χερουβικὴ τελετή. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Μωραϊτίδης μὲ ἕνα παρθενικὸ ὕφος μιλάει γιὰ τὰ ράσα του, ποὺ τοῦ στέκανε ὡραία, γιὰ τὶς καμπάνες τῆς ἐκκλησίας, ποὺ σήμαιναν χαρμόσυνα, γιὰ τὴν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτη, γιὰ τοὺς χριστιανοὺς τοῦ ἐκκλησιάσματος, ποὺ δὲν χόρταιναν νὰ τὸν καμαρώνουν μέσα στὸ «Ἀγγελικὸ Σχῆμα».
Καὶ στὴν παραπάνω Ἡγουμένη Θεοδώρα θὰ γράψῃ στὶς 16-9-1929:
«Σήμερον εἶχον τὴν μεγαλυτέραν ἑορτὴν τῆς ζωῆς μου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπόθουν ἀπὸ τόσα χρόνια, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ ψυχή μου ἐμελετοῦσε νύκτας καὶ ἡμέρας, τὸ ἀπήλαυσα, τὸ ἀπέκτησα. Τὸ Μέγα καὶ Ἀγγελικὸν Σχῆμα. Δὲν εἶμαι πλέον ὁ Διδάσκαλος Ἀλέξανδρος, ὁ πρεσβύτης, ὁ πολυάσχολος μὲ τὰς μερίμνας τοῦ κόσμου. Εἶμαι ὁ μοναχὸς Ἀνδρόνικος...».
Ὁ θάνατός του
Ὁ θάνατος τοῦ Ἀνδρόνικου-Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη ἦρθε στὶς 25 Ὀκτωβρίου 1929. Πέθανε σὰν τὸν Τολστόϊ σὲ ἕνα μοναστήρι. Μιὰ καλόγρια τοῦ ἔκλεισε τὰ μάτια. Ἔτσι πέρασε στὴν γαλήνη τῆς αἰωνιότητας «εἰς προϋπάντησιν τοῦ Σωτῆρος», ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦσε.



 http://www.papadiamantis.org/index.php?option=com_content&view=article&id=163:papadimitriou&catid=49:articles&Itemid=56