Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εικών Δημητρέλος

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Με τη Γέννησή του ο Ιησούς Χριστός πολέμησε και θεράπευσε τον έρωτα του πλούτου.(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου)


Σκέψου, αγαπητέ, ότι, όπως υπάρχει αυτός ο αισθητός μέγας κόσμος, που αποτελείται από όλα τα κτίσματα, έτσι υπάρχει ένας άλλος νοητός κόσμος αποτελούμενος από αμαρτωλούς, του οποίου τα στοιχεία είναι οι τρεις διεστραμμένοι έρωτες, τους οποίους αναφέρει ο Θεολόγος Ιωάννης· πρώτον, ο έρωτας των ηδονών δεύτερον, ο έρωτας του πλούτου, και τρίτον, ο έρωτας της δόξας· «Όσα είναι του κόσμου η επιθυμία της σάρκας και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου» (Α΄ Επιστ. Ιωάν. 2,16). Τώρα αυτός ο πονηρός κόσμος, ο οποίος είναι όλος ενάντιος στον σκοπό του Θεού και εξουσιάζεται από τον εωσφόρο (ο οποίος γι’ αυτό και λέγεται κοσμοκράτορας), είναι εκείνος ο μεγάλος εχθρός τον οποίον ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού και Πατέρα που γεννήθηκε στην γη, ήλθε, για να πολεμήσει, πρώτα με το σιωπηλό παράδειγμά του και ύστερα, στον κατάλληλο καιρό, με τον λόγο και την διδασκαλία του· γι’ αυτό συλλογίσου, ότι πρώτα πολεμεί με την φτώχεια του τον παράλογο έρωτα του πλούτου. Ο κοσμικός άνθρωπος νομίζει, ότι έχει κάθε όφελος στα πρόσκαιρα αγαθά· γι’ αυτό, λοιπόν, και, ή για να τα αποκτήσει αυτά, ή για να μη τα χάσει, ξοδεύει σχεδόν όλο τον χρόνο που του έδωσε ο Θεός, για να κερδίσει τα αιώνια αγαθά. Και να που ο προαιώνιος Λόγος και Υιός του Θεού και Πατέρα, κατεβαίνει από τον ουρανό, για να μας λυτρώσει από αυτήν την πλάνη και να ξεριζώσει από τις καρδιές μας αυτήν την καταραμένη ρίζα όλων των κακών, την φιλαργυρία, όπως την ονομάζει ο θείος Παύλος· «Ρίζα πάντων των κακών η φιλαργυρία» (Α΄Τιμ. 6,10).
Πρόσεξε, όμως πόσο ταλαιπωρήθηκε για την αγάπη μας εκείνος, που διαμοιράζει τα πλούτη και τους θησαυρούς της παρούσας ζωής και της μέλλουσας·«Δικό μου είναι το αργύριο, δικός μου και ο χρυσός, λέει ο Κύριος ο παντοκράτορας» (Αγγαίου 2,9) και σκέψου πού είναι το παλάτι που γεννήθηκε; Πού οι προετοιμασίες Πού οι μαίες, πού το στρώμα το βασιλικό; Πού τα βρεφικά περιρραντήρια(λεκάνες με νερό); Πού η δορυφορία των δούλων; Πού η φωτιά και η ανάπαυση; Πού η συνδρομή των συγγενών και των φίλων; Μπες στο μέρος και πρόσεξε το πτωχότατο σπήλαιο, που γεννήθηκε και την ευτελέστατη φάτνη στην οποία ανακλήθηκε, και όχι μόνο δεν θα βρεις κανένα περιττό, αλλά θα βρεις και μεγάλη έλλειψη από όλα τα αναγκαία, επειδή ο γλυκύτατος μου Ιησούς γεννιέται σχεδόν σε τόπο ακάλυπτο, κατά την ώρα του μεσονυκτίου, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, μόνος με μόνη την μητέρα και τον υποτιθέμενο πατέρα, χωρίς σκεπάσματα, χωρίς ζεστά φαγητά, τα συνηθισμένα της γεννήσεις έως και αυτών των πολύ πτωχών παιδιών, χωρίς τις ελλειπείς εκείνες αναπαύσεις του πτωχικού σπιτιού, που είχε στην Ναζαρέτ. Και το περισσότερο, ότι χωριστά από την φτώχεια αυτή που διάλεξε ο Ιησούς με την θέλησή του, θέλει και άλλη σχεδόν βίαιη, επειδή ορίζει να μη δοθεί σ’ αυτόν εκεί στο σπήλαιο καμμίά υποδοχή και φιλοξενία από κανέναν άνθρωπο, για να διαφέρει από τόσους συμπατριώτες, που ανέβηκαν στην Βηθλεέμ, για να απογραφούν, οι οποίοι ήταν καλά εφοδιασμένοι, αναπαυμένοι και φιλοξενημένοι μέσα σε. σπίτια, όπως αυτό δηλώνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς λέγοντας· «Δεν βρήκαν μέρος στο πανδοχείο» (2,7). Και επειδή ο κόσμος όχι μόνο αποστρέφεται την φτώχεια και την νομίζει σαν μία μεγάλη ντροπή, αλλά διδάσκει τους ανθρώπους, αν και είναι πτωχοί, να υποκρίνονται φαινομενικά πως είναι πλούσιοι, γι’ αυτό και ο Ιησούς Χριστός δεν ντρέπεται για την φτώχεια του, αλλά μάλιστα κάνει και επίδειξη της φτώχειας του, και από μεν τους ουρανούς φωνάζει τους Αγγέλους· και από τους αγρούς και τα χωράφια, καλεί τους ποιμένες για να τον προσκυνήσουν σε εκείνη την κατάσταση, την τόσο ανεφοδίαστη και πτωχική, σε εκείνον τον θρόνο μιας ευτελέστατης φάτνης και σε κείνη την αυλή ενός πενιχρότατου σπηλαίου. Ω, φτώχεια υπέρπλουτη! Ω, συγκατάβαση υπερύψιστη!
Τώρα, εσύ, που μελετάς αυτές τις αλήθειες; τί λες; Ποιός από αυτούς τους δύο μεγάλους εχθρούς νομίζεις πως έχει δίκιο να σε νικά και να σε κυριεύει; Ο κόσμος ή ο Χριστός, που νίκησε τον κόσμο; Ο κόσμιος σε παρακινεί να ζητάς πρώτα τα επίγεια αγαθά και να τα θεωρείς σαν ένα μεγάλο καλό· ο Χρίστος σε συμβουλεύει και με το παράδειγμά του και με την διδασκαλία του, να ζητάς πρώτα την βασιλεία του Θεού και να καταφρονείς όλα τα καλά της γης σαν έναν πηλό· «Να ζητάτε πρώτα την βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη του» (Ματθ. 6,33). Ακόμη σε συμβουλεύει να στερείσαι και από αυτά τα γήινα καλά, ή κατά μέρος δίνοντάς τα ελεημοσύνη στους πτωχούς ή και ολοκληρωτικά, απαρνούμενος τα πάντα με την μοναχική ζωή και εξαγοράζοντας έναν θησαυρό στον παράδεισο1 «Πώλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό και έλα και ακλούθησέ’ με» (Ματθ. 19,21). Και πάλι· «Κάθε ένας από σας που δεν αρνείται όλα τα υπάρχοντά του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου» (Λουκ. 14.33). Λοιπόν, εσύ και ως μαθητής του Χριστού και ως φρόνιμος και στοχαστικός πρέπει να αποφασίσεις για να ακούσεις εκείνο που σου λέει ο Χριστός παρά εκείνο που σου λέει ο κόσμος και όχι μόνο να το ακούσεις αλλά και να το κάνεις με έργο· «Επειδή, δεν είναι οι ακροατές του νόμου δίκαιοι κοντά στον Θεό, αλλ’ οι ποιητές του νόμου» (Ρωμ. 2,13). Είναι αλήθεια πως δεν είσαι υποχρεωμένος ως λαϊκός Χριστιανός να είσαι ακτήμονας και πάμφτωχος είσαι, όμως υποχρεωμένος να υπολογίζεις τόσο λίγο τα πλούτη και τα χρήματα, ώστε γι’ αυτά όλα μαζί να μη παρακινηθείς ποτέ να παραβείς κάποια εντολή του Θεού· και τόσο να είναι ξεκολλημένη από αυτά η καρδιά σου, ώστε να τα έχεις με τόση απροσπάθεια σαν να μη τα έχεις και να τα χρησιμοποιείς, δηλαδή να τα ξοδεύεις στα μάταια και στα περιττά και για τις ανάγκες σου, όπως λέει ο Παύλος· «Ο καιρός που απομένει είναι πολύ λίγος… ώστε και όσοι ασχολούνται με τα αγαθά του κόσμου αυτού, σαν να μην ασχολούνται. Επειδή δεν θα διαρκέσει πολύ η μορφή αυτού του κόσμου» (Α’ Κορ. 7,29). Πλην επάνω σ’ αυτήν την υπόθεση συμβουλέψου το πανάγιο βρέφος τον Ιησού, και νιώσε ντροπή μπροστά του, επειδή μέχρι τώρα είχες σε τόση εκτίμηση και αγάπη τα πλούτη, που το βρέφος αυτό τόσο τα καταφρονεί· και αντίθετα, πως είχες σε τόσο μίσος και καταφρόνηση εκείνη την φτώχεια και την ευτέλεια, που αυτό τόσο αγαπά· και ζήτησέ του συγχώρηση για όλα τα κακά που έκανες ή για να αποκτήσεις πλούτο και γήϊνα αγαθά, ή για να χρησιμοποιήσεις αυτά· και παρακάλεσέ τον να σου δώσει χάρη, καθώς αυτός ενώ ήταν πλούσιος έγινε πτωχός για την αγάπη σου, έτσι και εσύ να γίνεις πτωχός για την αγάπη του, για να πλουτίσεις από τη δική του θεότητα· «Γνωρίζετε την χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου· ήταν πλούσιος και έγινε για χάρη σας πτωχός, για να μπορέσετε κι εσείς με την δική του φτώχεια να πλουτήσετε» (Β΄ Κορ. 8,9) και γι’ αυτό παρακάλεσέ τον να μη σε αφήσει πλέον να πλανηθείς από τον κόσμο, αλλά, ή όταν έχεις τα υπάρχοντά σου, ή όταν τα στερείσαι για την αγάπη του Κυρίου, να μη τα χρησιμοποιείς για άλλον σκοπό, παρά μόνο και μόνο, για να εξαγοράσεις με αυτά μία αιώνια ευδαιμονία, καθώς είναι γραμμένο· «Λύτρο της ζωής του ανθρώπου είναι ο πλούτος του» (Παροιμ. 13,8).
(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Πνευματικά Γυμνάσματα, εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγίου Όρους 2008, σ. 186-189)

 http://fdathanasiou.wordpress.com/2012/12/24/%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B7-%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BF-%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%82-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD/

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Φώτης Κόντογλου - Οἱ τρεῖς μάγοι


Πῶς τοὺς ἐπροφήτευσε ὁ μάντης Βαλαὰμ 1300 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση

Κατὰ τὴν ἁγία Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἑνωθήκανε τὰ οὐράνια μὲ τὰ ἐπίγεια. Ὁ οὐρανὸς ἔδωσε τὸν Ἀστέρα καὶ τοὺς Ἀγγέλους ποὺ δοξολογούσανε ψέλνοντας, καὶ ἡ γῆ ἔδωσε τὴν Παναγία, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς τσομπάνηδες καὶ τοὺς μάγους. Αὐτοὶ οἱ μάγοι εἶναι μυστήριο πὼς βρεθήκανε σὲ κεῖνο τὸ ἔρημο μέρος, ξεκινημένοι ἀπὸ τὴ μακρινὴ Χαλδαία. «Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρώδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ.» Αὐτὰ λέγει τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο. Καὶ πὼς σὰν ἄκουσε ὁ Ἡρώδης πὼς γεννήθηκε ὁ Χριστός, ὁ βασιλέας τῶν Ἰουδαίων, νόμισε πὼς εἶναι ἐπίγειος βασιλιὰς κι ἐπειδὴ φοβήθηκε μήπως τοῦ πάρει τὴν βασιλεία, σύναξε ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, καὶ τοὺς ρωτοῦσε ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Καὶ ἐκεῖνοι τοῦ εἴπανε: Στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, γιατὶ ἔτσι εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, ποὺ εἶπε: «Καὶ ἐσύ, Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, δὲν εἶσαι καθόλου μικρὴ ἀνάμεσα στοὺς ἡγεμόνες τοῦ Ἰούδα. Γιατὶ ἀπὸ σένα θὰ βγεῖ ἕνας ἄρχοντας, ποὺ θὰ κυβερνήσει τὸν λαό μου τὸν Ἰσραήλ». Καὶ παρακάτω γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Τότε ὁ Ἡρώδης φώναξε κρυφὰ τοὺς μάγους καὶ πληροφορήθηκε ἀπὸ πότε φανερώθηκε τὸ ἄστρο, καὶ τοὺς ἔστειλε στὴ Βηθλεέμ, λέγοντάς τους: ῾Πηγαίνετε καὶ ἐξετάσετε καλὰ γιὰ τὸ παιδί, καὶ σὰν τὸ βρεῖτε, εἰδοποιῆστε με γιὰ νὰ ἔρθω κι ἐγὼ νὰ τὸ προσκυνήσω᾿. Καὶ ἐκεῖνοι τὸν ἀκούσανε καὶ τραβήξανε. Καὶ νά, τὸ ἄστρο ποὺ εἴδανε στὴν Ἀνατολὴ τοὺς ὁδηγοῦσε, πηγαίνοντας μπροστά τους, ὡς ποὺ πῆγε καὶ στάθηκε ἀπάνω ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ ἤτανε τὸ παιδί. Καὶ σὰν εἴδανε τὸ ἄστρο, πήρανε πολὺ μεγάλη χαρά, καὶ πηγαίνοντας στὸ μέρος ποὺ γεννήθηκε, εἴδανε τὸ παιδὶ μαζὶ μὲ τὴ μητέρα του τὴ Μαρία, καὶ πέσανε καὶ τὸ προσκυνήσανε, κι ἀνοίξανε τὰ θησαυροφυλάκια τους καὶ τοῦ προσφέρανε γιὰ δῶρα, χρυσάφι καὶ λιβάνι καὶ σμύρνα. Κι ἐπειδὴ εἴδανε κάποιο σημεῖο στὸ ὄνειρό τους νὰ μὴν ξαναγυρίσουνε στὸν Ἡρώδη, ἀπὸ ἄλλον δρόμο μισέψανε στὴ χώρα τους».
Ποιοί, λοιπόν, ἤτανε τοῦτοι οἱ Μάγοι κι ἀπὸ ποῦ κινήσανε, καὶ γιατί καταλάβανε τί λογῆς ἄστρο ἤτανε ἐκεῖνο, καὶ πῶς γνωρίζανε πῶς γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἀφοῦ δὲν τὸ ἤξερε μήτε ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰουδαίας; Αὐτὴ ἡ παράξενη ἱστορία ἀρχίζει ἀπὸ χρόνια πολὺ παλιά, χίλια τρακόσια χρόνια, ἀπάνω-κάτω, πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Τέτοιες ἱστορίες ποὺ βαστᾶνε χίλια χρόνια ὡς νὰ φανεῖ τὸ τέλος τους, μονάχα στὴν Ἀνατολὴ γίνουνται.
Σὲ ἐκεῖνον τὸν παμπάλαιο καιρό, ζοῦσε στὴ Φαθουρὰ τῆς Μεσοποταμίας ἕνας Βαλαάμ, γιὸς κάποιου Βεώρ, μάγος φημισμένος. Οἱ Ἑβραῖοι, φεύγοντας ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, μὲ τὸν Μωυσῆ ἀρχηγό τους, εἴχανε φτάξει, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ βάσανα, στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, καὶ πολεμούσανε μὲ τὶς διάφορες φυλὲς ποὺ τοὺς φράζανε τὸ δρόμο. Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς φυλὲς ἤτανε καὶ οἱ Μωαβίτες, ποὺ κατοικούσανε στὰ ἀνατολικὰ τῆς Νεκρῆς Θάλασσας, ἄνθρωποι πολεμικοὶ ἀφοῦ λέγανε πὼς βαστούσανε ἀπὸ τοὺς γείτονες Ὀμμίν. Αὐτοί, λοιπόν, εἴχανε τότες βασιλέα τὸν Βαλάκ. Βλέποντας ὁ Βαλὰκ πὼς οἱ Ἰσραηλίτες νικήσανε τοὺς Ἀμορραίους καὶ τὸν Ὤρ, τὸν βασιλέα τοῦ Βασάν, φοβήθηκε πὼς δὲν θὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τοὺς Ἑβραίους, κι ἔστειλε κάποιους ἄρχοντες στὸν Βαλαάμ, νὰ τοῦ ποῦνε πὼς οἱ Ἰσραηλίτες φτάξανε στὰ σύνορά του καὶ πὼς εἶναι πολὺς στρατός, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουνε νὰ πάγει νὰ τοὺς καταραστεῖ, ὥστε νὰ νικηθοῦνε. Ἐπειδὴ πίστευε ὁ Βαλὰκ πὼς ὅποιον θὰ βλογοῦσε ὁ Βαλαάμ, θὰ νικοῦσε, κι ὅποιον καταριότανε θὰ νικιότανε. Οἱ ἀποστελλάμενοι φτάξανε τὸ βράδυ στὸ χωριὸ τοῦ Βαλαὰμ καὶ τοῦ εἴπανε γιατί τοὺς ἔστειλε ὁ Βασιλιάς τους. Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε νὰ καταλύσουνε τὴ νύχτα στὸ χωριό, καὶ πὼς τὴν ἄλλη μέρα θὰ τοὺς πεῖ ὅτι τοῦ λαλήσει ὁ Θεός. Καὶ τὸ πρωί, σὰν σηκωθήκανε, τοὺς εἶπε ὁ Βαλαὰμ πὼς ὁ Θεὸς τὸν πρόσταξε νὰ μὴν πάγει νὰ καταραστεῖ τοὺς Ἰσραηλίτες, γιατὶ εἶναι βλογημένοι. Κι οἱ Μωαβίτες φύγανε, καὶ γυρίσανε στὸν τόπο τους καὶ εἴπανε στὸν βασιλιὰ ὅτι τοὺς εἶχε πεῖ ὁ Βαλαάμ. Τότες ὁ Βαλὰκ τοὺς ξανάστειλε στὸν μάγο, παρακαλώντας τὸν νὰ πάγει, καὶ τάζοντάς του μεγάλες τιμὲς καὶ πολλὰ πλούτη. Μὰ ὁ Βαλαὰμ ἀποκρίθηκε πὼς δὲν θὰ πάγει, κι ἂν τοῦ δώσει ὁ βασιλιὰς ἀκόμα καὶ τὸ παλάτι του γεμάτο χρυσάφι, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ παρακούσει στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Πλὴν φανερώθηκε ὁ Θεὸς τὴ νύχτα στὸν Βαλαάμ, καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάγει στὸν Βαλάκ, μὰ νὰ κάνει ὅτι θὰ τοῦ πεῖ αὐτός. Τὸ πρωί, λοιπόν, καβαλίκεψε τὴ γαϊδάρα του, καὶ τράβηξε, μαζὶ μὲ τοὺς Μωαβίτες καὶ μὲ τοὺς δυὸ γιούς του. Ἀλλά, ἐκεῖ ποὺ περπατούσανε, ἡ γαϊδάρα ξεστράτισε ἀπὸ τὸν δρόμο, κι ὁ Βαλαὰμ τὴν ἔδερνε μὲ τὸ ραβδὶ ποὺ βαστοῦσε, ὡς ποὺ φτάξανε σὲ ἕνα μέρος ποὺ περνοῦσε ὁ δρόμος ἀνάμεσα στ᾿ ἀμπέλια, μεταξὺ σὲ δύο ξεροτρόχαλους (ξερολιθιές), κι ἐκεῖ ἡ γαϊδάρα κόλλησε ἀπάνω στὸν τοῖχο καὶ ζούληξε τὸ ποδάρι τοῦ Βαλαάμ, κι ἐκεῖνος ἔπιασε καὶ τὴ χτυποῦσε μὲ τὸ ραβδί. Μὰ ἡ γαϊδάρα δὲν σάλευε ἀπὸ τὸν τόπο της, ἀλλὰ κώλωνε καὶ πίσω, κι ὁ γέρος τὴν ἔδερνε θυμωμένος. Τότες, ἄνοιξε ἡ γαϊδάρα τὸ στόμα της καὶ μίλησε μὲ ἀνθρώπινη φωνὴ καὶ εἶπε στὸν Βαλαάμ: «Τί ἔκανα καὶ μὲ δέρνεις;» Κι εἶπε ὁ Βαλαάμ: «Μὲ περιπαίζεις ἄτιμο ζωντόβολο! Ἂν εἶχα μαχαίρι, θὰ σὲ ἔσφαζα». Κι εἶπε ἡ γαϊδάρα: «Μὲ καβαλικεύεις ἀπὸ τὰ νιάτα σου, καὶ δὲν σὲ στεναχώρησα ὡς τὰ σήμερα. Λοιπὸν δὲν φταίγω ἐγώ, ποὺ δὲν πηγαίνω μπροστά». Καὶ τότες ξεσκέπασε ὁ Θεὸς τὰ μάτια τοῦ Βαλαάμ, κι εἶδε ἕναν Ἄγγελο μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι, ποὺ μπόδιζε τὴ γαϊδάρα νὰ περπατήξει. Κι ὁ Βαλαὰμ ἔσκυψε καὶ τὸν προσκύνησε. Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Ἄγγελος: «Μὲ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ σὲ μποδίσω. Τώρα πήγαινε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Μὰ ἐγὼ θὰ σοῦ πῶ τί λόγο θὰ λαλήσεις».
Φτάνοντας λοιπὸν στὴ χώρα τοῦ Μωάβ, τὸν ὑποδέχτηκε μὲ τιμὴ ὁ Βαλάκ, κι ἀνεβήκανε μαζὶ σὲ ἕνα βουνὸ Φαγιώρ. Κι εἶπε ὁ Βαλαάμ: «Ὅτι μοῦ πεῖ ὁ Κύριος, αὐτὸ θὰ κάνω». Καὶ σὰν εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸ στράτευμα τῶν Ἑβραίων, ἄκουσε φωνὴ Κυρίου ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Εὐλογημένος εἶναι ὁ λαός μου ὁ Ἰσραήλ. Ἀπὸ τὸ σπέρμα του θὰ βγεῖ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ θὰ βασιλέψει ἀπάνω σὲ πολλὰ ἔθνη. Ὅποιος τὸν βλογήσει, θὰ εἶναι βλογημένος κι ὅποιος τὸν καταραστεῖ, θὰ εἶναι καταραμένος». Καὶ βλόγησε, λοιπόν, ὁ Βαλαὰμ τοὺς Ἰσραηλίτες. Κι ὁ Βαλὰκ θύμωσε, μὰ ὁ Βαλαὰμ τοῦ εἶπε πὼς δὲν μπορεῖ νὰ μὴν κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ». Ὅπως βλέπει κανένας, ὁ Βαλαὰμ εἶναι ὁ δεύτερος, ὕστερα ἀπὸ τὸν Ἰακώβ, ποὺ προφήτεψε πὼς ὁ Χριστὸς θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὸ γένος τῶν Ἑβραίων, κατὰ τὰ λόγια του Θεοῦ ποὺ τοῦ εἶπε πὼς ἀπὸ αὐτὸ τὸ γένος θὰ γεννηθεῖ ἕνας ἄρχοντας ποὺ θὰ βασιλέψει πάνω στὰ ἔθνη. Ἡ προφητεία του μοιάζει μὲ τὴν προφητεία ποὺ εἶπε γιὰ τὸν Χριστὸ ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, γιατὶ παρομοίασε, καὶ κεῖνος, τὸν Χριστὸ μὲ λιοντάρι, λέγοντας: «Ἀναπεσὼν ἐκοιμήθη ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος. Τίς ἐγείρει αὐτόν;» Κ᾿ ἡ προφητεία τοῦ Βαλαὰμ λέγει:«Κατακλιθεὶς ἀνεπαύσατο ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος. Τίς ἀναστήσει αὐτόν;» (Ἀριθ. κγ´ 9).
Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ὁ μάντις Βαλαάμ, ὁ προπάτορας τῶν μάγων ποὺ πήγανε ἀπὸ τὴ Χαλδαία νὰ προσκυνήσουνε τὸν Χριστὸ στὸ σπήλαιο ποὺ γεννήθηκε. Ὁ Βαλαὰμ εἶπε στοὺς μαθητάδες του πὼς θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα ὁ μέγας Βασιλιάς, καὶ τοὺς προανάγγειλε νὰ κοιτάξουνε τὸν οὐρανὸ ὡς νὰ δοῦνε ἕνα καινούργιο ἄστρο, κι ἅμα τὸ δοῦνε, νὰ τρέξουνε νὰ τὸ ἀκολουθήσουνε, καὶ κεῖνο θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν τόπο ποὺ θὰ γεννηθεῖ ὁ Χριστός. Αὐτὸν τὸν λόγο τὸν φυλάξανε οἱ μαθητάδες τοῦ Βαλαὰμ καὶ τὸν μεταδώσανε στοὺς μαθητάδες τους, καὶ περιμένανε χίλια τρακόσια χρόνια, ὡς ποὺ νὰ δοῦνε ἐκεῖνον τὸν ἐξαίσιον Ἀστέρα. Καὶ δὲν ἐβγῆκε ψεύτικη ἡ προφητεία τοῦ γέρο Βαλαάμ, ἀλλὰ ἀληθινή, καὶ σὰν εἴδανε τὸ παράξενο ἄστρο, σκιρτήσανε ἀπὸ χαρά, καὶ τρέξανε νὰ προσκυνήσουνε τὸν Κύριο, ποὺ δὲν βαρεθήκανε νὰ τὸν περιμένουν χίλια τρακόσια χρόνια, νύχτα μὲ νύχτα. Ὤ! Πόση ὑπομονὴ ἔχει ἡ πίστη! Ἀνάμεσα στὰ εὐωδιασμένα ἄνθη τῆς ὑμνωδίας, μὲ τὰ ὁποῖα στολίζει ἡ Ἐκκλησία μας τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, εἶναι καὶ τοῦτο τὸ ὡραῖο τροπάρι ποὺ εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ Βαλαάμ: «Τοῦ Μάντεως πάλαι Βαλαάμ, τῶν λόγων μυητᾶς σοφούς, ἀστεροσκόπους χαρᾶς ἔπλησας, ἀστὴρ ἐκ τοῦ Ἰακώβ, ἀνατείλας Δέσποτα, Ἐθνῶν ἀπαρχὴν εἰσαγομένους· ἐδέξω δὲ προφανῶς, δῶρά σοι δεκτὰ προσκομίζοντας».

Ποια είναι η «επί γης ειρήνη» του Αγγελικού ύμνου της Βηθλεέμ;



 του Αρχ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου


 Ελάχιστα χωρία της Αγίας Γραφής έχουσι τόσον οικτρώς παρερμηνευθεί όσον το χωρίον Λουκ. β΄ 14. Πρόκειται περί του Ύμνου όστις εψάλλετο υπό των Αγγέλων κατά την θεσπεσίαν εκείνην νύκτα της κατά σάρκα γεννήσεως του Ανάρχου Θεού Λόγου, του Κυρίου Ιησού. Η παρερμηνεία αυτή υπό πολλών ορθοδόξων δεν είναι βεβαίως ηθελημένη και σκόπιμος (μόνον οι αιρετικοί παρερμηνεύουσιν ηθελημένως), αλλ’ οφείλεται εις άγνοιαν του καθόλου νοήματος της Αγίας Γραφής. Ένεκεν αυτής της αγνοίας καθ’ έκαστον έτος εν τη ημέρα των Χριστουγέννων ακούομεν κηρύγματα ή αναγιγνώσκομεν δημοσιεύματα πολλών διδασκάλων του Ευαγγελίου της ημετέρας Εκκλησίας, κληρικών και λαϊκών, αποδυρόμενα διότι οι πόλεμοι δεν έλαβαν ακόμη τέλος και τα όπλα δεν κατηργήθησαν και η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου δεν επεκράτησεν εισέτι επί της γής. Ακόμη και εις επισήμους Εκκλησιαστικάς  Εγκυκλίους βλέπομεν διατυπουμένας τοιαύτας θέσεις, ως και παρακλήσεις προς τον Θεόν όπως επί τέλους επιτρέψει την επικράτησιν επί της γής της ειρήνης αυτής «ήτις επί δύο σχεδόν χιλιάδας ετών εξακολουθεί να παραμένει μακράν της πραγματικότητος, απλή ελπίς, απλούν όνειρον, απλή και εναγώνιος προσδοκία». Αγνοούσιν οι ευλογημένοι ότι η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ήδη πραγματικότης και έχει επικρατήσει επί της γής απ’ αυτής της σαρκώσεως του Κυρίου. Κακώς και εκ παρεξηγήσεως εκλαμβάνομεν την ειρήνην αυτήν ως εξωτερικήν, ως κατάστασιν φιλίας μεταξύ των ανθρώπων, ατόμων προς άτομα και λαών προς λαούς, ως κατάπαυσιν των πολέμων και των μαχών. Τοιαύτην ειρήνην ουδέποτε επηγγείλατο το Ευαγγέλιον.
Η ειρήνη του Ευαγγελίου είναι εσωτερική, είναι η κατάστασις γαλήνης, ήτις βασιλεύει εν τη ψυχή του πιστού ανθρώπου, του ανθρώπου όστις έχει φιλίαν και κοινωνίαν προς τον Θεόν. Είναι ειρήνη μεταξύ ανθρώπου και Θεού και ουχί ανθρώπων προς ανθρώπους. Είναι η κατάλυσις του «μεσοτοίχου του φραγμού», όπερ εχώριζε γην και Ουρανόν, άνθρωπον και Θεόν· είναι η λήξις της ανταρσίας, το τέλος της επαναστάσεως του πλάσματος προς τον Πλάστην. Αυτήν την ειρήνην ήλθε κομίζων εις τον κόσμον ο Υιός του Θεού. Και έκτοτε πας ο πιστεύων εις Ιησούν Χριστόν Σαρκωθέντα, Σταυρωθέντα, και Αναστάντα, έχει πλέον φίλον τον Θεόν, ευρίσκεται εις κοινωνίαν υιικήν προς Αυτόν. Δεν είναι πλέον αντάρτης, δεν είναι αποστάτης, δεν είναι εχθρός του Θεού. Συνεφιλιώθη και «αποκατηλλάγη» προς Αυτόν δια του Αιωνίου Μεσίτου Κυρίου Ιησού Χριστού. Η διά της παραβάσεως του Αδάμ κατάστασις ανταρσίας και εχθρότητος προς τον Θεόν ανήκει πλέον εις το παρελθόν και αποτελεί, διά τον πιστόν άνθρωπον, απλήν πικράν ανάμνησιν. Από της εποχής του Κυρίου και δυνάμει της Σταυρικής Αυτού Θυσίας, εισήλθεν ο άνθρωπος εις νέαν περίοδον, εις νέαν κατάστασιν· εις κατάστασιν Χάριτος, Φιλίας, Υιοθεσίας. Αι περί ειρήνης υποσχέσεις του Ευαγγελίου εις αυτήν την ειρήνην αναφέρονται και ουχί εις την εξωτερικήν ειρήνην. «Ειρήνην αφίημι υμίν», έλεγεν ο Κύριος προς τους Αποστόλους, «ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν». Και ίνα τονίσει ότι η ειρήνη αυτή είναι άλλου είδους ειρήνη, συμπληροί: «Ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν» (Ιωάν. ιδ’ 27). Και αλλαχού ομιλών περί της εξωτερικής ειρήνης, λέγει ότι δεν κομίζει τοιαύτην ειρήνην. Απεναντίας προβλέπει ότι η εις Αυτόν πίστις θα αποβεί αιτία διαστάσεων και πολέμων μεταξύ των ανθρώπων. Οι άπιστοι θα διώκωσι τους πιστούς του Ιησού και ούτως οι πόλεμοι όχι μόνον δεν θα ελαττωθώσιν, αλλά θα αυξηθώσιν, εφόσον εις τους υπάρχοντας θα προστεθεί και ο κατά της νέας πίστεως. «Μη νομίσητε», λέγει, «ότι ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι’ 34-35). Πριν δε οδηγηθεί εκουσίως εις τον Γολγοθάν, ίνα πιεί φρικτού θανάτου ποτήριον, παρείχεν εις τους Αποστόλους την εσωτερικήν ειρήνην, ήτις δεν θα επηρεάζετο υπό των μυρίων εξωτερικών θλίψεων και διωγμών. Παρά πάντα ταύτα θα υπήρχεν, ακριβώς διότι ήτο εσωτερική: «Ταύτα λελάληκα υμίν ίνα εν εμοί ειρήνην έχητε. Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωαν. ιστ’ 33). Εχαρίζετο εις τους Αποστόλους ειρήνην, καίτοι εγνώριζεν ότι επώδυνοι θάνατοι ανέμενον αυτούς, καίτοι ρητώς έλεγεν ότι απέστειλεν αυτούς ως «πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματθ. ι’ 16). Ήτο δυνατόν λοιπόν να παρέχει εξωτερικήν ειρήνην; Αναμφιβόλως όχι!
Και ο θείος Παύλος αυτής της εσωτερικής, της προς τον Θεόν ειρήνης είναι κήρυξ και απόστολος. «Δικαιωθέντες ούν εκ πίστεως, ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» γράφει προς Ρωμαίους (ε’ 1). Γράφων δε προς Εφεσίους, λέγει ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «η ειρήνη ημών», είναι ο τους ανθρώπους «αποκαταλλάξας τω Θεώ» διά του σταυρού, ός έλθών, «ευηγγελίσατο ειρήνην…, ότι δι’ αυτού έχομεν την προσαγωγήν… προς τον πατέρα» (Εφεσ. β’ 14-18).
Συμπέρασμα: Η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ειρήνη του ανθρώπου προς τον Θεόν και ουχί εξωτερική. Η ειρήνη αυτή επεκράτησεν όντως «επί γης», εφόσον πλέον αυτή συνεφιλιώθη προς τον ουρανόν δια της μέχρι Σταυρού ταπεινώσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Περιττόν βεβαίως να λεχθεί ότι ο έχω «ειρήνην προς τον Θεόν» άνθρωπος, είναι ειρηνικός και προς τους έξω. Πάντας αγαπά, ουδένα μισεί. Μόνος αυτός δύναται να λέγει το «και μετά των μισούντων την ειρήνην ήμην ειρηνικός» (Ψαλμ. 119,6). Αγαπά και ευεργετεί και αυτούς ακόμα τους εχθρούς του. Η εσωτερική ειρήνη είναι προϋπόθεσις της εξωτερικής. Και η εξωτερική είναι όχι απλώς ανεπίτευκτος, αλλά αδιανόητος άνευ της εσωτερικής. Η δε τραγωδία της συγχρόνου εποχής εις τούτο ακριβώς έγκειται: Ενώ εκήρυξε τον πόλεμον κατά του Θεού, επιζητεί εναγωνίως την ειρήνην μεταξύ των ανθρώπων. Ενώ αδιαφορεί παντελώς δια την εσωτερικήν ειρήνην, επιδιώκει κραυγαλέως την εξωτερικήν. Εκριζοί το δένδρον και αναμένει καρπούς, κρημνίζει την οικίαν και αναζητεί θαλπωρήν, απομακρύνεται εκ του ηλίου και θέλει φώς!...
Ανέκαθεν η ειρήνη, «το γλυκύ πράγμα και όνομα», ήτο «ποθούμενη τοις πάσιν ανθρώποις» (Εσθ. γ΄, 12α). Ουδεμία όμως εποχή είχε τόσον πόθον, τόσην δίψαν ειρήνης, όσον και όσην η εποχή μας. Θα επιτύχει λοιπόν αυτή όπου όλαι οι άλλαι εποχαί απέτυχαν οικτρώς; Θα κατορθώσει δηλαδή να οικοδομήσει την ειρήνην άνευ Θεού; Θα καταργήσει τους φρικαλέους σημερινούς εξοπλισμούς; Θα καταστήσει τους πολέμους μακρινήν ιστορικήν ανάμνησιν; Με βοηθόν ποίον; Την Επιστήμην; Την Τεχνολογίαν; Τον Ανθρωπισμόν; Τη Φιλοσοφίαν; Τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα; Αλλά εκ του βάθους των αιώνων ακούεται σαφής και κατηγορηματική η συγκλονιστική προειδοποίησις, ης την αξίαν και την αλήθειαν επιβεβαιοί φευ! η πικρότατη πείρα των διαρρευσασών έκτοτε τριών σχεδόν χιλιετιών «εάν θέλητε και εισηκούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθαι· εάν δε μη θέλητε, μηδέ εισακούσητέ μου, μάχαιραν υμάς κατέδεται· το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα» (Ησ. α΄19-20). Εάν η «μάχαιρα» θα είναι η γνωστή και συνήθης ή άλλη τις, νέας κατασκευής, προϊόν εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας, τούτο μικράν σημασίαν έχει….
«Κύριε ο Θεός ημών, ειρήνην δος ημίν, πάντα γαρ απέδωκας ημίν, Κύριε ο Θεός ημών, κτήσαι ημάς...» (Ησ. κστ’ 12-13).

«ΚΟΙΝΩΝΙΑ» φύλλον Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 1984 


 http://periodikoendon.blogspot.gr/2012/12/blog-post.html

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

«Ἅγιε Νικόλαε, νὰ ἀνέβης μαζὶ μὲ τὸ νερό, ἐὰν θέλης νὰ σοὺ ἀνάβω τὸ καντήλι»


Πηγή: Ρωμαίϊκο Οδοιπορικό


διήγηση ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου «Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα» ποὺ συνέγραψε Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Μετὰ τὴν διήγηση παραθέτουμε ὁλόκληρη τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ποὺ ἀναφέρεται στὴν πίστη, τὴν ἁπλότητα, τὴν ταπείνωση καὶ τὸ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα τῶν παλαιῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἐποχή μας στὴν ὁποία, ὅπως γράφει ὁ Γέροντας Παΐσιος, «ἔχουν αὐξηθεῖ οἱ γνώσεις, δυστυχῶς ἡ λογικὴ κλόνισε τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ θεμέλια καὶ γέμισε τὶς ψυχὲς ἀπὸ ἐρωτηματικὰ καὶ ἀμφιβολίες. Ἔτσι, ἑπόμενο εἶναι νὰ στερούμεθα τὰ θαύματα, γιατί τὸ θαῦμα ζῆται καὶ δὲν ἐξηγεῖται μὲ τὴν λογική».
Στὴν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, ὁ Γέρο-Νικόλαος ἀπὸ τὴ συνοδεία τῶν Μαρκιανῶν μου διηγήθηκε γιὰ ἕναν Πατέρα, ποὺ εἶχε καὶ αὐτὸς παιδικὴ ἁπλότητα, ὅτι κάποτε, ὅταν εἶχε...
στερέψει τὸ πηγάδι τους, εἶχε κατεβάσει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ ξεροπήγαδο, μὲ τὸ σχοινὶ δεμένη ἀπὸ τὸν χαλκά, καὶ εἶπε:
- Ἅγιε Νικόλαε, νὰ ἀνέβης μαζὶ μὲ τὸ νερό, ἐὰν θέλης νὰ σοὺ ἀνάβω τὸ καντήλι, ἀφοῦ μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις αὐτό. Βλέπεις, ἔρχονται τόσοι ἄνθρωποι, καὶ δὲν ἔχουμε λίγο κρύο νερὸ νὰ τοὺς δώσουμε.
Ὢ τοῦ θαύματος! τὸ νερὸ ἀνέβαινε σιγὰ-σιγά, καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου ἔπλεε ἐπάνω, μέχρι ποὺ τὴν ἐπίασε μὲ τὰ χέρια του, τὴν ἀσπάσθηκε μὲ εὐλάβεια καὶ τὴν πῆγε στὸν Ναό.
Ὁλόκληρη ἡ Εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου "Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα"
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Πολὺ μὲ πειράζει ἡ συνείδησή μου, ποὺ δὲν κράτησα σημειώσεις μὲ λεπτομέρειες γιὰ τοὺς ἐνάρετους Πατέρες, ποὺ ἔζησαν τώρα τὰ τελευταία χρόνια, γιὰ τοὺς ὁποίους μου διηγοῦνταν οἱ εὐλαβεῖς Γεροντάδες, ὅταν ἤμουν ἀρχάριος μοναχός, ὅπως ἐπίσης καὶ στὴν συνέχεια, γιὰ τὴν μεγάλη μου ἀμέλεια, ποὺ δὲν κράτησα, ἔστω στὴν μνήμη μου, ὅλα τὰ θεία γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔζησαν ἐκεῖνα τὰ ἅγια Γεροντάκια καὶ μοῦ τὰ διηγοῦνταν μὲ πολλὴ ἁπλότητα,γιὰ νὰ μὲ βοηθήσουν πνευματικά.
Οἱ Πατέρες ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εἶχαν πολλὴ πίστη καὶ ἁπλότητα καὶ οἱ περισσότεροι ἦταν μὲ λίγα μὲν γράμματα, ἀλλά, ἐπειδὴ εἶχαν ταπείνωση καὶ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα, δέχονταν συνέχεια τὸν θεῖο φωτισμό. Ἐνῶ στὴν ἐποχή μας, ποὺ ἔχουν αὐξηθεῖ οἱ γνώσεις, δυστυχῶς ἡ λογικὴ κλόνισε τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ θεμέλια καὶ γέμισε τὶς ψυχὲς ἀπὸ ἐρωτηματικὰ καὶ ἀμφιβολίες.Ἔτσι, ἑπόμενο εἶναι νὰ στερούμεθα τὰ θαύματα, γιατί τὸ θαῦμα ζῆται καὶ δὲν ἐξηγεῖται μὲ τὴν λογική.
Τὸ πολὺ αὐτὸ κοσμικὸ πνεῦμα ποὺ ἐπικρατεῖ στὸ σημερινὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἔχει στρέψει ὅλη τὴν προσπάθεια στὸ πῶς νὰ ζήσει καλύτερα, μὲ μεγαλύτερη ἄνεση καὶ λιγότερο κόπο, δυστυχῶς ἔχει ἐπιδράσει καὶ στοὺς περισσότερους πνευματικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν πῶς νὰ ἁγιάσουν μὲ λιγότερο κόπο – πράγμα ποὺ δὲν γίνεται ποτέ, γιατί “οἱ Ἅγιοι ἔδιναν αἷμα καὶ ἐλάμβαναν Πνεύμα”.
Καὶ ἐνῶ χαίρεται κανεὶς τώρα γιὰ τὴν μεγάλη αὐτὴ στροφὴ πρὸς τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ τὸν Μοναχισμὸ καὶ θαυμάζει τοὺς ἀξιόλογους νέους ποὺ ἀφιερώνονται μὲ ἰδανικά, συγχρόνως ὅμως καὶ πονάει, γιατί βλέπει ὅλο αὐτὸ τὸ καλὸ ὑλικὸ νὰ μὴ βρίσκει τὸ ἀνάλογο πνευματικὸ προζύμι, καὶ ἔτσι δὲν ἀνεβαίνει ἡ πνευματικὴ αὐτὴ ζύμη καὶ καταλήγει νὰ γίνει σὰν τὸ λειψὸ ψωμί.
Παλαιότερα, πρὶν καὶ ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, ἔβρισκε κανεὶς ἀκόμη τὴν ἁπλότητα ἁπλωμένη στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, καὶ ἐκεῖνο τὸ ἄρωμα τῆς ἁπλότητας τῶν Πατέρων μάζευε τοὺς εὐλαβεῖς ἀνθρώπους, ποὺ μιμοῦνταν τὶς μέλισσες, καὶ τοὺς ἔτρεφε, καὶ αὐτοὶ μετέφεραν καὶ στοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν πνευματικὴ αὐτὴ εὐλογία, γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν. Ἀπὸ ὅπου δηλαδὴ καὶ ἂν περνοῦσες, θὰ ἄκουγες νὰ διηγοῦνταν θαύματα καὶ οὐράνια γεγονότα, πολὺ ἁπλά, γιατί τὰ θεωροῦσαν πολὺ φυσιολογικὰ οἱ Πατέρες.
Ζώντας λοιπὸν σὲ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς Χάριτος, ποτὲ δὲν περνοῦσες λογισμὸ ἀμφιβολίας γιὰ ὅσα ἄκουγες, γιατί καὶ ὁ ἴδιος κάτι θὰ ἔβλεπες ἀπὸ αὐτά. Ἀλλὰ οὔτε καὶ περνοῦσε λογισμός, γιὰ νὰ σημειώσεις ἢ νὰ κρατήσεις στὴν μνήμη σου ἐκεῖνα τὰ θεία γεγονότα γιὰ τοὺς μεταγενέστερους, γιατί νόμιζες ὅτι θὰ συνεχισθεῖ ἐκείνη ἡ Πνευματικὴ κατάσταση.
Ποῦ νὰ ἤξερες ὅτι μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια ὁ περισσότερος κόσμος θὰ παραμορφωθεῖ ἀπὸ τὴν πολλὴ μόρφωση –ἐπειδὴ διδάσκεται μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἀθεΐας καὶ ὄχι μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἁγιάσει καὶ τὴν ἐξωτερικὴ μόρφωση- καὶ ἡ ἀπιστία θὰ φθάσει σὲ τέτοιο σημεῖο, ποῦ νὰ θεωροῦνται τὰ θαύματα γιὰ παραμύθια τῆς παλιᾶς ἐποχῆς; Φυσικά, ὅταν εἶναι ὁ γιατρὸς ἄθεος, ὅσες ἐξετάσεις καὶ ἂν κάνει σὲ ἕναν Ἅγιο μὲ τὰ ἐπιστημονικὰ μέσα (ἀκτίνες κ.λπ.), δὲν θὰ μπορέσει νὰ διακρίνει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ, ἐὰν ἔχει ἁγιότητα καὶ ὁ ἴδιος, θὰ δεῖ τὴ θεία χάρη νὰ ἀκτινοβολεῖ.
Γιὰ νὰ δώσω μία ζωντανότερη εἰκόνα τῆς χάριτος, καὶ γιὰ νὰ καταλάβουν καλύτερα οἱ ἀναγνῶστες τὸ πνεῦμα τὸ Πατερικὸ ποὺ ἐπικρατοῦσε πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, θεώρησα καλὸ νὰ ἀναφέρω, σὰν παραδείγματα, μερικὰ περιστατικὰ ἀπὸ ἁπλὰ γεροντάκια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
Ὅταν ἤμουν ἀρχάριος στὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου, μοῦ εἶχε διηγηθεῖ ὁ εὐλαβὴς Γέρο-Δωρόθεος ὅτι στὸ Γηροκομεῖο ἐρχόταν καὶ βοηθοῦσε ἕνα Γεροντάκι μὲ τέτοια μεγάλη ἁπλότητα, ἀφοῦ νόμιζε ὅτι ἡ Ἀνάληψη, ποὺ ἑορτάζει ἡ Μονή, ἦταν μία μεγάλη Ἁγία ὅπως ἡ Ἁγία Βαρβάρα καί, ὅταν ἔκανε κομποσχοίνι, ἔλεγε:“Ἁγία του Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἠμών”! Μία μέρα εἶχε ἔρθει στὸ Γηροκομεῖο ἕνας φιλάσθενος ἀδελφός, καί, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε κανένα δυναμωτικὸ φάρμακο, τὸ Γεροντάκι κατέβηκε γρήγορα -γρήγορα τὰ σκαλιά, πῆγε στὸ ὑπόγειο καὶ ἀπὸ τὸ παραθυράκι ποὺ ἔβλεπε πρὸς τὴν θάλασσα, ἅπλωσε τὰ χέρια του καὶ εἶπε:
“Αγία μοῦ Ἀνάληψη, δωσ’ μοῦ ἕνα ψαράκι γιὰ τὸν ἀδελφό”. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! πετάχτηκε ἕνα μεγάλο ψάρι στὰ χέρια του, τὸ πῆρε πολὺ φυσιολογικά, σὰν νὰ μὴ συνέβη τίποτε, καὶ χαρούμενος τὸ ἑτοίμασε, γιὰ νὰ τονώσει τὸν ἀδελφό.
Ὁ ἴδιος Γέροντάς μου εἶχε διηγηθεῖ καὶ γιὰ ἄλλον Πατέρα (νομίζω Παχώμιο), ὁ ὁποῖος εἶχε πάει στὴν Καψάλα γιὰ ἀνώτερη ἄσκηση καὶ εἶχε φθάσει σὲ μέτρα πνευματικά. Μία μέρα ἕνας πατέρας τῆς Μονῆς εἶχε οἰκονομήσει δύο ψάρια καὶ τὰ καθάριζε, γιὰ νὰ πάει νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τοῦ τὰ δώσει εὐλογία. Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ τὰ ἑτοίμαζε, ἕνας κόρακας ξαφνικά του πῆρε τὸ ἕνα ψάρι καὶ τὸ πῆγε στὸν π. Παχώμιο στὴν Καψάλα (ἀπόσταση πεντέμισι ὧρες).
Ὁ π. Παχώμιος εἶχε λάβει πληροφορία ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἀδελφοῦ καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ σκεφτόταν τί νὰ τὸν φιλέψει, ὁ κόρακας τοῦ ἄφησε τὸ ψάρι. Ὅταν ἦρθε μετὰ ὁ ἀδελφὸς καὶ τὸ ἔμαθε αὐτό, δόξασε καὶ αὐτὸς τὸ Θεό, ποὺ τρέφει καὶ στὴν ἐποχή μας τοὺς ἀνθρώπους Του μὲ τὸν κόρακα, ὅπως καὶ τὸν Προφήτη Ἠλία.
Ἐπίσης στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου, πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, ζοῦσε ἕνας Γέροντας, ὁ π. Χαράλαμπος, πολὺ ἁπλὸς ἀλλὰ καὶ πολὺ “βιαστής” ὄχι μόνο στὰ πνευματικὰ ἀλλὰ καὶ στὰ διακονήματα, σὲ ὅλα ἦταν προθυμότατος. Ὁ π. Χαράλαμπος θὰ ἔβγαζε τὶς περισσότερες δουλειές, γιατί στὰ τελευταῖα χρόνια εἶχαν μείνει λίγοι Πατέρες στὴν μονὴ καὶ αὐτοὶ γέροι. Εἶχε δὲ καὶ τὴν Βιβλιοθήκη, ἀλλὰ τὸν ἔβγαλαν, ἐπειδὴ δὲν ἔκλεινε ποτὲ τὴν πόρτα. Συνήθιζε νὰ λέει: “Ἀφῆστε τοὺς ἀνθρώπους νὰ διαβάζουν τὰ βιβλία”. Δὲν τοῦ περνοῦσε λογισμὸς ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι ποὺ κλέβουν βιβλία. Εἶχε πολλὴ ἁγνότητα καὶ ἁπλότητα.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πολλὰ διακονήματα ποὺ εἶχε, φύτευε ἀκόμα καὶ δέντρα γιὰ τοὺς μεταγενέστερους, γιατί πίστευε ὅτι ἡ Μονὴ Κουτλουμουσίου πάλι θὰ ἐπανδρωθεῖ. Τὰ μὲν χέρια τοῦ συνέχεια ἐργάζονταν γιὰ τοὺς ἄλλους, ὁ δὲ νοῦς του καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ἐργάζονταν στὰ πνευματικὰ διὰ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον μέ. Στὴν Ἀκολουθία πάντα πρῶτος. Κρατοῦσε μάλιστα τὸν ἕνα χορὸ ὡς ψάλτης. Τὴν ὥρα δὲ ποὺ ὁ Κανονάρχης πήγαινε στὸν ἄλλο χορὸ νὰ κανοναρχήσει, ὁ π. Χαράλαμπος ἔλεγε γρήγορα-γρήγορα τὴν εὐχή, γιὰ νὰ μὴ διακόπτει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή του.
Ἔτσι ἐργατικότατος καὶ πνευματικότατος ἔζησε, χωρὶς νὰ τὸ ρίξει κάτω. Ἀλλά, δυστυχῶς, μία βαριὰ γρίπη μόνο τὸν ἔριξε στὸ κρεβάτι, καὶ ὁ γιατρὸς εἶπε στοὺς Πατέρες νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ κοντά του, γιατί σὲ λίγη ὥρα θὰ τελειώσει ἡ ζωή του. Ὁ Πατὴρ τὸ ἄκουσε κάτω ἀπὸ τὶς κουβέρτες καὶ ἀπήντησε:
- Τί, λές; Ἐγὼ δὲν πεθαίνω, ἂν δὲν ἔρθει τὸ Πάσχα νὰ πῶ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη.
Πράγματι, πέρασαν δύο μῆνες σχεδόν, ἦρθε τὸ Πάσχα, εἶπε τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κοινώνησε καὶ μετὰ ἀναπαύθηκε. Τὸ φιλότιμο ἁπλὸ Γεροντάκι εἶχε γίνει πραγματικὸ παιδὶ τοῦ Θεοῦ καὶ μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ καθόρισε τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου του.
Στὴν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, ὁ Γέρο-Νικόλαος ἀπὸ τὴ συνοδεία τῶν Μαρκιανῶν μου διηγήθηκε γιὰ ἕναν Πατέρα, ποὺ εἶχε καὶ αὐτὸς παιδικὴ ἁπλότητα, ὅτι κάποτε, ὅταν εἶχε στερέψει τὸ πηγάδι τους, εἶχε κατεβάσει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ ξεροπήγαδο, μὲ τὸ σχοινὶ δεμένη ἀπὸ τὸν χαλκά, καὶ εἶπε:
- Ἅγιε Νικόλαε, νὰ ἀνέβεις μαζὶ μὲ τὸ νερό, ἐὰν θέλεις νὰ σοὺ ἀνάβω τὸ καντήλι, ἀφοῦ μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις αὐτό. Βλέπεις, ἔρχονται τόσοι ἄνθρωποι, καὶ δὲν ἔχουμε λίγο κρύο νερὸ νὰ τοὺς δώσουμε.
Ὢ τοῦ θαύματος! τὸ νερὸ ἀνέβαινε σιγὰ-σιγά, καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου ἔπλεε ἐπάνω, μέχρι ποὺ τὴν ἐπίασε μὲ τὰ χέρια του, τὴν ἀσπάσθηκε μὲ εὐλάβεια καὶ τὴν πῆγε στὸν Ναό. (Αὐτὸ ἔγινε πρὶν ἀπὸ πενήντα χρόνια περίπου).
Στὴ ἴδια Σκήτη, λίγο πιὸ πάνω ἀπὸ αὐτὴ τὴν Καλύβη, εἶναι οἱ “Ἅγιοι Ἀποστολοι”, ὅπου μένουν τώρα δύο Πατέρες, ποὺ εἶναι καὶ κατὰ σάρκα ἀδέλφια. Στὴ Συνοδεία αὐτὴ ἦταν καὶ ὁ Γέρο-Παχώμιος, στὸν ὁποῖο ἔβλεπε κανεὶς ὁλοφάνερα τὴν ἁγιότητα ζωγραφισμένη στὸ πρόσωπό του. Τὸ Γεροντάκι αὐτὸ ἦταν πολὺ ἁπλὸ καὶ τελείως ἀγράμματο ἀλλὰ πολὺ χαριτωμένο. Στὸ Κυριακό της Σκήτης, ὅταν ἐρχόταν γιὰ νὰ ἐκκλησιασθεῖ τὶς ἑορτές, ποτὲ δὲν καθόταν στὸ στασίδι, ἀλλὰ πάντα ὄρθιος στεκόταν, ἀκόμα καὶ στὶς ὁλονυχτίες, καὶ ἔλεγε τὴν εὐχή.Ὅταν τύχαινε νὰ τὸν ρωτήση κανεὶς “ποῦ βρίσκεται ἡ ἀκολουθία”, ἀπαντοῦσε:
- Ψαλτήρια-ψαλτήρια λένε οἱ Πατέρες.Ὅλα ψαλτήρια τὰ ἔλεγε. Οὔτε καὶ ἀπὸ ψαλτικὰ ἤξερε καθόλου, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ποὺ ἔψαλε τὸ Πάσχα. Πάντα πρόθυμος νὰ κάνει τὰ θελήματα τῶν ἄλλων, χωρὶς νὰ ἔχει καθόλου θέλημα δικό του.
Ὅση στενοχώρια καὶ ἂν εἶχε κανείς, ἅμα ἔβλεπε τὸν Πατέρα Παχώμιο, τοῦ ἔφευγε. Ὅλοι τὸν ἀγαποῦσαν, ἀκόμα καὶ τὰ φίδια, ποὺ τοῦ εἶχαν ἐμπιστοσύνη καὶ δὲν ἔφευγαν, ὅταν τὸν ἔβλεπαν. Στὴν περιοχὴ τῆς Καλύβης ἦταν πολλὰ φίδια, γιατί ὑπῆρχαν νερά. Οἱ ἄλλοι δύο Πατέρες πολὺ φοβοῦνταν τὰ φίδια, ἐνῶ ὁ Γέρο-Παχώμιος τὰ πλησίαζε χαμογελαστός, τὰ ἐπίανε καὶ τὰ ἔβγαζε ἔξω ἀπὸ τὸν φράχτη τους.
Μία μέρα ἐνῶ πήγαινε βιαστικὸς στὴν Καλύβη τῶν Μαρκιανῶν, στὸ δρόμο βρῆκε ἕνα μεγάλο φίδι, τὸ ὁποῖο τύλιξε στὴν μέση του σὰν ζώνη, γιὰ νὰ τελειώση πρῶτα τὴν δουλειά του καὶ μετὰ νὰ τὸ βγάλει ἔξω ἀπὸ τὴν περιοχή τους. Ὁ Πατὴρ Ἰακῶβος, μόλις τὸν εἶδε, τρόμαξε, καὶ ὁ Πατὴρ Παχώμιος παραξενεύτηκε γιὰ αὐτό. Μετά μου ἔλεγε:
- Δὲν ξέρω γιατί φοβᾶται ἀπὸ τὰ φίδια. Ἐκεῖνος ὁ δικός μας ὁ Πατὴρ Ἀνδρέας φοβᾶται ἀκόμα καὶ τοὺς σκορπιούς! Ἐγὼ τοὺς μαζεύω στὴν χούφτα μου τοὺς σκορπιοὺς ἀπὸ τὰ ντουβάρια καὶ τοὺς πετάω ἔξω ἀπὸ τὴν Καλύβα. Τώρα ποὺ τρέμουν τὰ χέρια μου ἀπὸ τὸ πάρκινσον, τὰ μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τὰ βγάζω ἔξω.
Ρώτησα τὸν Γέροντα:
- Γιατί δὲν σὲ δαγκώνουν ἐσένα τὰ φίδια, Πάτερ Παχώμιε;
Μοῦ ἀπάντησε:
- Κάπου γράφει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σὲ ἕνα χαρτὶ “ἐὰν ἔχεις πίστη, πιάνεις καὶ τὰ φίδια καὶ τοὺς σκορπιούς, καὶ δὲ σὲ πειράζουν”.
Τὸ ἅγιο αὐτὸ Γεροντάκι, ὁ Πατὴρ Παχώμιος, εἶχε ἀναπαυθῆ στὶς 22-10-1967, ἕνα χρόνο πρὶν ἀπὸ τὸν Γέροντα Παπὰ-Τύχωνα, γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ ἀναφέρω στὴ συνέχεια, καθὼς καὶ γιὰ ἄλλους Ὁσίους Πατέρες,ποὺ ἀγωνίσθηκαν φιλότιμα στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, καὶ ἐξαγνίσθηκαν μὲ τὴ βοήθεια τῆς Καλῆς μητέρας, τῆς Ἁγνῆς Παρθένου. Ἔγιναν Στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, νίκησαν τὰ πάθη τους, ἐξόντωσαν τὸν ἐχθρὸ διάβολο, αὐτοὶ οἱ “Λοκατζῆδες τῆς Ἐκκλησίας μας”, καὶ στεφανώθηκαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ μὲ ἄφθαρτο στεφάνι.
Πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς εἶχα γνωρίσει καὶ ἀπὸ κοντά, ἀλλά, δυστυχῶς, δὲν τοὺς μιμήθηκα καὶ ἔτσι βρίσκομαι πολὺ μακριά τους. Εὔχομαι ὅμως μὲ ὅλη τὴν καρδιά μου νὰ τοὺς μιμηθοῦν ὅσοι θὰ διαβάσουν τὰ θεία κατορθώματά τους καὶ παρακαλῶ νὰ εὔχονται καὶ ἐκεῖνοι γιὰ μένα τὸν ταλαίπωρο Παίσιο. Ἀμήν.
Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα, ἔκδ. Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον "Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος", 14η ἀνατύπωση, 2010

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Νικηφόρος ο λεπρός (1890-1964) της καρτερίας αθλητής λαμπρός





Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμον Νικόλαος) γεννήθηκε σ' ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι. Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί, οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό. Έτσι, σε ηλικία 13 ετών έφυγε από το σπίτι του, πήγε στα Χανιά κι άρχισε να εργάζεται εκεί σ' ένα κουρείο.
Τότε ενεφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα. Εκείνη την εποχή, τούς λεπρούς τούς απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα, διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και αποτροπιασμό. Ο Νικόλαος όταν έγινε 16 ετών και όταν τα σημάδια της νόσου άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, για να αποφύγη τον εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα έφυγε με κάποιο καράβι για την Αίγυπτο. Εκεί έμενε εργαζόμενος στην Αλεξάνδρεια, πάλι σ' ένα κουρείο, όμως τα σημάδια της νόσου γίνονταν όλο και πιο εμφανή, ιδίως στα χέρια και στο πρόσωπο. Γι' αυτό με την μεσολάβηση ενός κληρικού κατέφυγε στην Χίο, όπου υπήρχε τότε ένα λεπροκομείο, στο όποιο ήταν Ιερεύς ο πατήρ Άνθιμος Βαγιανός, ο μετέπειτα Άγιος Άνθιμος.
Ο Νικόλαος έφτασε στη Χίο το 1914 σε ηλικία 24 ετών. Στο λεπροκομείο της Χίου, πού ήταν ένα συγκρότημα με πολλά ομοιόμορφα σπιτάκια, υπήρχε το εκκλησάκι του Αγίου Λαζάρου, όπου εφυλάσσετο η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Υπακοής. Σ' αυτόν τον χώρο άνοιξε το στάδιο των αρετών για τον Νικόλαο. Μέσα σε 2 χρόνια ο Άγιος Άνθιμος τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα και τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρο. Η νόσος προχωρούσε και εξελίσσετο και ελλείψει καταλλήλων φαρμάκων, επέφερε πολλές και μεγάλες αλλοιώσεις (το φάρμακο βρέθηκε αργότερα το 1947).
Ο π. Νικηφόρος ζούσε με αδιάκριτη, γνήσια υπακοή, με νηστεία αυστηρή, εργαζόμενος στους κήπους. Μάλιστα κατέγραφε σε ένα κατάλογο και τα θαύματα του Αγίου Ανθίμου, τα όποια είχε δει «ιδίοις όμασιν» (πολλά αφορούσαν θεραπείες δαιμονιζομένων).
Υπήρχε μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση του Αγίου Ανθίμου με τον μοναχό Νικηφόρο, ο όποιος «ουδέ εν βήμα εμάκρυνεν απ' αυτού», όπως αναφέρει ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του «Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου». Ο π. Νικηφόρος προσευχόταν τη νύχτα ώρες ατελείωτες, κάνοντας μετάνοιες αμέτρητες, δεν είχε λογοφέρει με κανένα ούτε χάλασε την καρδιά κάποιου κι ήταν ο κύριος ψάλτης του ναού. Εξ αιτίας της ασθενείας του όμως, σιγά-σιγά έχασε το φώς του κι έτσι έψαλλε τα περισσότερα τροπάρια και απήγγειλε τούς Αποστόλους από στήθους.
Το 1957 έκλεισε το Λωβοκομεΐο της Χίου και τούς εναπομείναντος ασθενείς μαζί με τον πατέρα Νικηφόρο τούς έστειλαν στόν Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω. Την εποχή εκείνη ο πατήρ Νικηφόρος ήταν περίπου 67 ετών. Τα μέλη του και τα μάτια του είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από την νόσο.
Εκεί, στόν Αντιλεπρικό σταθμό ζούσε και ο πατήρ Ευμένιος, ο όποιος είχε κι αυτός προσβληθεί από την νόσο του Χάνσεν, αλλά με την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή θεραπεύτηκε τελείως. Απεφάσισε όμως να μείνη όλο το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στον Αντιλεπρικό σταθμό κοντά στους συνασθενείς του, τούς οποίους φρόντιζε με πολλή αγάπη. Έτσι έγινε και υποτακτικός στον πατέρα Νικηφόρο, στον όποιο ως ανταμοιβή της υπομονής του ο Κύριος του είχε δώσει πολλά χαρίσματα. Πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ταπεινό κελλάκι του λεπρού μονάχου Νικηφόρου, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, για να πάρει την ευχή του. Να τι αναφέρουν μεταξύ των άλλων όσοι τον εγνώρισαν τότε:
Ενώ ο ίδιος του ήταν κατάκοιτος, με πληγές και πόνους, δεν εγόγγυζε αλλά έδειχνε μεγάλη καρτερία. Είχε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων. Τα μάτια του ήταν μονίμως ερεθισμένα, η όραση του ελα¬χίστη, είχε αγκυλώσεις στα χέρια και παράλυση στα κάτω άκρα. Παρ' όλα αυτά ήταν γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός, εδιηγείτο χαριτωμένα περιστατικά, ήταν ευχάριστος, αξιαγάπητος. Το πρόσωπο του, πού ήταν φαγωμένο από τα στίγματα της ασθένειας, και τις πληγές, έλαμπε κι έπαιρναν χαρά όσοι τον έβλεπαν αυτόν τον πάμπτωχο και φαινομενικά ασθενή άνθρωπο πού έλεγε: «Ας είναι δοξασμένο το Άγιο Όνομα Του».
Σε ηλικία 74 ετών, στις 4 Ιανουαρίου του 1964, κοιμήθηκε ο πατήρ Νικηφόρος. Μετά την εκταφή, τα άγια του λείψανα ευωδίαζαν. Ο πατήρ Ευγένιος, και άλλοι πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις, όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών προς τον Θεό, του πατρός Νικηφόρου.

(Από το βιβλίο «ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΛΕΠΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΤΕΡΙΑΣ ΑΘΛΗΤΗΣ ΛΑΜΠΡΟΣ», υπό Σίμωνος μοναχού, Γ’ εκδ. «ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ», Αθήναι 2007).

«Παιδιά μου, προσεύχεσθε; και πώς προσεύχεσθε; ...με την ευχή του Ιησού να προσεύχεσθε, με το ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Έτσι να προσεύχεσθε. Έτσι είναι καλά» (πατήρ Νικηφόρος).
ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΣΗΜΕΡΑ
Φωτεινά παραδείγματα αρετής
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"



Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ


Παιδίον ήθελον νά μέ πάρουν εις τό Καυσοκαλύβιον. Επήγα εκεί Κυριακή. Τήν Δευτέρα πρωί λόγω πού ήτο Οκτώβριος μήνας καί όλοι μάζευαν τίς ελιές, μέ πήραν μαζί τους καί μέ διδάσκον ότι ό δόκιμος Μοναχός πού θά έλθει εις τό Άγιο Όρος, κατά τήν παράδοση τών πρό ημών αγίων Πατέρων, πρέπει νά τού παραδοθεί ή εργασία τού κηπουρού. Διότι ό κήπος είναι ή μεγαλύτερη αποθήκη έκαστου Μοναστηρίου. Όταν έλθει ένας ξένος, θά τρέξει ό αρχοντάρης εις τόν κηπουρό διά νά τού δώσει ένα είδος κηπουρικού, πορτοκαλιού ή λεμονιού ή μαρουλιού ή ότι άλλο υπάρχει τήν εποχή πού θά έλθει ό φιλοξενούμενος. Διά αυτό καί μόνον ό δόκιμος Μοναχός είναι υποχρεωμένος νά μάθη τήν κηπουρική.

Όταν μετά ταύτα πήγα εις τό μέγα Πανεπιστήμιο τής Μοναχικής Πολιτείας, πού είναι τό Κοινόβιο, ευθύς οι πατέρες τού Κοινοβίου μου υπέδειξαν γραφικές αποδείξεσι, ότι: «Ή πρώτη εντολή τού πανάγαθου...


Θεού πού εδόθη εις τόν προπάτορα Αδάμ ητο νά εργάζεται τήν γή. Καί μετά τήν παρακοή επεδόθη εις τήν γεωργίαν καί απολάμβανε τούς καρπούς τής γεωργίας εκ τών κόπων τού καθώς γράφει η Άγια Γ ραφή έως εις τάς μέρας τού Νώε.
Οι δέ πρό τού Νώε δέν έτρωγαν κρέας. Δέν σού λέγομεν πολλά Γέρο Χρήστο, διότι μέ τήν ηλικία σου θά τά διαβάσεις.

Οι πρώτοι αρχηγοί τής Μοναχικής Πολιτείας εύρισκαν λίγο νερό φύτεψαν λίγα λάχανα καί ζώντες έτσι έφτασαν σέ μέτρα αγιότητας. Εδώ στό Άγιο Όρος όπου ήλθες, πήγαινε επάνω στήν σπηλιά τού αγίου Σίμωνος τού κτήτορας τού μοναστηριού τούτου θά δείς νερό αγίασμα τού Οσίου καί μικρά κηπάρια, τά οποία άνοιξε καί έζη εκ τών λάχανων πού έσπερνε.


- Δέν σού λέγομεν πολλά, διότι μέ τήν ηλικία σου θά τά εννοήσεις καλύτερον.


» Ήλθε εδώ κρυφά ό Ίωασαφ τό βασιλόπουλο τής Σερβίας. Τόν έβαλαν εις τούς κήπους, εργάσθηκε έξι χρόνια ως κηπουρός καί μετά έξι χρόνια εις τά τελευταία του απεκαλύφθη ότι ήτο βασιλοπαίς καί απόθανε κηπουρός τού Μοναστηρίου.


» Βλέπεις αυτόν τόν κοντό όπου έρχεται εδώ γεμάτος χαράν καί αγαλλίαση; Έκαρη Μοναχός έξωθέν του Μοναστηρίου. Ήλθε από τήν Αμερική, έδωσε όλον τόν κόπο τού εις χρυσόν (λίρες) καί τούς παρεκάλεσε νά τού επιτρέψουν νά κτίση κατωθεν τού αγίου Σίμωνος ένα κελλίον όχι μέ πέτρες αλλά μέ καπάκια έλατησια. Ό μακαρίτης ό Γέροντας παπά Νεόφυτος ήτο διορατικός καί τού επέτρεψε.
Έκαμε τό κελίον από καπάκια καί τί έτρωγε αυτός μόνον ήξερε. Είχε όμως κήπους καί καλλιεργούσε καί τήν παραγωγή πού ήσαν διάφοροι καρποί τήν έδιδε εις τό Νοσοκομείο. Έρχεται εδώ εις τήν εκκλησία καθώς τόν βλέπεις καί εις τό τέλος εκάστης Λειτουργίας αναχωρεί κρυφά, ή αρετή τού είναι κρυπτή.

» Από πάνω από τήν στέρνα είναι τού Θεολόγου τό Κάθισμα, είναι ωραιότατοι κήποι εις τούς οποίους σπέρνουν κουκιά. Δύο ημέρες παγκοινιά . Καί μέ αυτά τά κουκιά περνά τό Μοναστήρι δίδοντας αγάπη καί εις τούς ασκητές καί ερημίτες. Καί αυτοί ευχαριστούν τήν Παναγίαν πού τούς δίδουν κουκιά καί ότι άλλο υπάρχει εκάστην τών κόπων τών πατέρων.
Καί σύ, άν δέν σού αρέσει ή κηπουρική, πρέπει νά φύγεις από τό Μοναστήρι».

Κατόπιν έφυγα καί πήγα εις τήν Άγιαν Άνναν. 'Εκεί μου έλεγαν «Εδώ είναι στέρνα, καί άν δέν βάλεις νερό δέν έχεις νά πιείς».


Δηλαδή άν δέν πεθάνεις εις τούς κήπους δέν θά ήμπορης νά συντηρηθείς εις τήν Σκήτη.


Άλλο τί δέν φοβήθηκαν εις τήν Σκήτη παρά μόνον τίς ελιές πού τίς έτριβον μέ τήν πλάτην. Ό μακαρίτης ό Γέροντας ήτο διακριτικός καί έσπρωχνε μέ όλη τήν δύναμ
ή του.

Επειδή μέ ρωτάτε σάς τά λέγω αυτά, καί σείς ότι θέλετε κάμετε. Τόσα έτη δέν τά έλεγα διότι φοβούμουν νά μή σκανδαλισθούν οι νέοι πατέρες τού Αγίου Όρους.


Επειδή μέ ρώτησε ένας Ηγούμενος ενός Κοινοβίου τού τά είπα προφορικώς καί τού έφερα παράδειγμα τόν προηγούμενο τής ιεράς Μονής Διονυσίου παπά Γαβριήλ πού είναι 90 ετών καί σκάβει τά χωράφια.
Καί όποιος θέλει νά γίνει καλόγερος είναι υποχρεωμένος νά μάθη τήν κηπουρική εργασία, άρχιζων μίαν ώρα τήν ημέρα έως νά μάθη καλά καί μετά θά βλέπει ντομάτες κ.λπ. κηπουρικά εκάστην τού κόπου του καί θά είναι όλος γεμάτος χαρά καί ευφροσύνη.

ΒΙΒΛ. ΓΕΡΟΝΤΙΚΑΙ ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΟΥ. Ι.Μ. ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ ΜΩΛΟΣ ΛΟΚΡΙΔΟΣ