Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εικών Δημητρέλος

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Μήτηρ Θεού


Α­γί­ου Νι­κο­δή­μου του Α­γι­ο­ρεί­του



«...Η Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος κα­τά τον έ­ξω χα­ρα­κτή­ρα και ή­θος του σώ­μα­τος, ή­τον σε­μνή και α­ε­βα­σμί­α κα­τά πάν­τα, ο­λί­γα και α­ναγ­καί­α λα­λού­σα' ή­τον ο­γλί­γο­ρος εις το να υ­πα­κού­ῃ και ευ­προ­σή­γο­ρος· ε­τί­μα ό­λους και ε­προ­σκύ­νει. εί­χε το μέ­γε­θος του σώ­μα­τος μέ­σον και σύμ­με­τρο­ν' ή, ως άλ­λοι λέ­γου­σι, το μέ­γε­θος εί­χεν υ­ψη­λό­τε­ρον α­πό το μέ­σο­ν' δεν ε­παρ­ρη­σι­ά­ζε­το εις κά­θε άν­θρω­πο­ν' ή­τον μα­κράν α­πό γέ­λω­τα και έ­ξω α­πό κά­θε τα­ρα­χήν και θυ­μόν.


Το χρώ­μα του θε­ο­δό­χου της σώ­μα­τος, ή­τον ό­μοι­ον με το χρώ­μα του σι­τα­ριού' εί­χε ξαν­θάς τας τρί­χας της κε­φα­λή­ς' εί­χεν ο­φθαλ­μούς πολ­λά ω­ραί­ους, χρω­μα­τι­σμέ­νους με θεί­αν σε­μνό­τη­τα, ω­ρα­ϊ­σμέ­νους με κό­ρας ο­ξείς καί ό­μοι­ας με την ε­λαί­αν και καλ­λυ­νο­μέ­νους με βλε­φα­ρί­δας φαι­δρο­πρε­πεί­ς' εί­χε τα ο­φρί­δια μαύ­ρα κυ­κλι­κώς ε­σχη­μα­τι­σμέ­να' εί­χε την μύ­την ο­μα­λήν και ευ­θεί­α­ν' τα πα­νά­μω­μα χεί­λη της ή­τον αν­θη­ρά, λάμ­πον­τα κο­σμί­ως με ε­ρυ­θρόν χρώ­μα και γέ­μον­τα α­πό την των λό­γων γλυ­κύ­τη­τα' εί­χε το ι­ε­ρο­πρε­πές πρό­σω­πον, ό­χι στρογ­γυ­λόν, αλ­λά ο­λί­γον μα­κρύ' εί­χε τας θε­ο­δό­χους χεί­ρας της μα­κράς, ο­μοί­ως και τους δα­κτύ­λους των χει­ρών μα­κρούς και τε­τορ­νευ­μέ­νους με λε­πτό­τη­τα' 


Ή­τον α­νυ­πε­ρή­φα­νος και α­νε­πί­δει­κτος, χω­ρίς να δεί­χνῃ καμ­μί­αν βλα­κί­αν καί έ­κλυ­σι­ν' εί­χε τα­πεί­νω­σιν υ­περ­βάλ­λου­σαν. Ε­φό­ρει και η­γά­πα ρού­χα φυ­σι­κώς α­πό λό­γου των χρω­μα­τι­σμέ­να, κα­θώς τού­το δη­λού­ται α­πό το ά­γιον και ι­ε­ρόν αυ­τής Μα­φό­ριον, αυ­τό­χρο­ον υ­πάρ­χον. Και δια να ει­πού­μεν κα­θο­λι­κώς, η Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος ή­τον και κα­τά τα ε­ξω­τε­ρι­κά μέ­λη του πα­να­χράν­του αυ­τής σώ­μα­τος, γε­μά­τη α­πό τό­σην θεί­αν χά­ριν και σε­βα­σμι­ό­τη­τα, ώ­στε ό­που, ό­στις έ­βλε­πεν αυ­τήν, ε­λάμ­βα­νεν εις την ψυ­χήν του έ­να κά­ποι­ον φό­βον και ευ­λά­βειαν, συγ­κε­κραμ­μέ­νην ο­μού με μί­αν ε­σω­τε­ρι­κήν χα­ράν και χω­ρίς να την η­ξεύ­ρη πρω­τί­τε­ρα, ε­γνώ­ρι­ζεν α­πό μό­νον τον ε­ξω­τε­ρι­κόν χα­ρα­κτή­ρα της, ό­τι α­λη­θώς αυ­τή εί­ναι Μή­τηρ Θε­ού...».
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ