Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εικών Δημητρέλος

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Ποιές είναι οι τέσσερες προσβολές που μας φέρνουν οι εχθροί μας κατά την ώρα του θανάτου


Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

1. Και πρώτα η προσβολή της πίστεως και η θεραπεία της.
Τέσσερις είναι οι κυριότερες προσβολές και πιο επικίνδυνες με τις οποίες συνηθίζουν να μας πολεμούν οι εχθροί μας δαίμονες κατά την ώρα του θανάτου. Ο πόλεμος που μας κάνουν εναντίον της πίστεως, η απόγνωση, η κενοδοξία και τα διάφορα φαντάσματα και οι μεταμορφώσεις των δαιμόνων σε Αγγέλους φωτός.
Όσο για την πρώτη προσβολή σου λέγω ότι αν αρχίσει ο εχθρός να σε πολεμά με τα ψεύτικα επιχειρήματά του βάζοντας στο νου λογισμούς απιστίας, φύγε αμέσως από το νου σου στη θέληση σου λέγοντας: «Πήγαινε πίσω μου Σατανά, πατέρα του ψεύδους, διότι εγώ δεν θέλω καθόλου να σε ακούσω, διότι μου είναι αρκετό να πιστεύω εκείνο που πιστεύει η αγία μου εκκλησία».
Και μην αφήσεις καθόλου τόπο στη καρδιά σου στους λογισμούς της απιστίας, όπως αναφέρεται: «Εάν Πνεύμα του εξουσιάζοντος, δηλαδή του εχθρού, σου επιτεθεί, μην μετακινηθείς από την θέση σου» (Εκκλ. 10,4). Αυτούς τους λογισμούς να τους θεωρείς ως κινήσεις του διαβόλου που προσπαθεί την ώρα εκείνη να σε σκανδαλίσει. Κι αν δεν μπορείς να στηρίξεις το νου σου, στάσου με ανδρεία και μένε σταθερός με την θέλησή σου για να μην πέσεις σε κανένα λογισμό ή και σε κανένα ρητό της Αγίας Γραφής, το οποίο θα σου προσφέρει ο εχθρός. Γιατί, όσα ρητά της Αγίας Γραφής κι αν σου θυμίσει την ώρα εκείνη, είναι ακρωτηριασμένα (ελλιπή), προσφέρονται με κακό σκοπό, άσχημα εξηγημένα κι αν ακόμη φαίνονται καθαρά, καλά και φανερά.
Κι αν ο πονηρός όφις σε ρωτήσει και σου πει με τον λογισμό τι πιστεύει η εκκλησία, καταφρόνησέ τον εντελώς και μην του αποκριθείς. Αλλά βλέποντας το ψεύδος και την πονηριά του και ότι προσπαθεί να σε πιάσει με τα λόγια, πίστευε χωρίς καμία αμφιβολία με όλη σου την καρδιά. Σε περίπτωση πάλι που είσαι δυνατός στη πίστη και έχεις δυνατό λογισμό και θέλεις να κάνεις τον εχθρό να καταντροπιαστεί, απάντησέ του ότι η αγία μου εκκλησία πιστεύει στην αλήθεια. Κι αν σου πει ποιά είναι αυτή η αλήθεια, να του απαντήσεις: εκείνο που πιστεύει αυτή. Πάνω από όλα κράτα την καρδιά σου πάντοτε σταθερή και προσεκτική και στραμμένη προς τον Εσταυρωμένο λέγοντας: «Θεέ μου, Ποιητά μου και Λυτρωτά μου, βοήθησέ με γρήγορα και μην παραχωρήσεις να πέσω ποτέ από την αλήθεια της αγίας σου πίστεως. Αλλά ευδόκησε, όπως με τη χάρη σου γεννήθηκα στην αλήθεια αυτή, έτσι να τελειώσω και τη θνητή μου ζωή σ’ αυτήν προς δόξαν του ονόματός σου».
2. Η προσβολή της απογνώσεως και η ιατρεία της.
Η δεύτερη προσβολή με την οποία ο πονηρός προσπαθεί εντελώς να μας καταβάλλει, είναι ο φόβος που μας προξενεί με την ενθύμηση των αμαρτιών μας, για να μας κάνει να γκρεμισθούμε στο βυθό της απογνώσεως και της απελπισίας.
Εσύ λοιπόν, αδελφέ μου, και στον κίνδυνο αυτόν, κράτησε τον εαυτό σου σταθερό σ’ αυτόν τον βέβαιο κανόνα, δηλαδή ότι η ενθύμηση των αμαρτιών μας τότε είναι από την χάρη του Θεού και αποσκοπεί στη σωτηρία μας, όταν σε ταπεινώνει και σε κάνει να αισθάνεσαι πόνο στη καρδιά και λύπη, διότι λύπησες το Θεό, και όταν σε κάνει να έχεις ελπίδα και θάρρος στην αγαθότητα του Θεού. Όταν όμως η ενθύμηση αυτή σε ενοχλεί και σε οδηγεί σε απιστία και μικροψυχία και σε κάνει να σκέπτεσαι ότι είσαι κολασμένος και ότι για σένα δεν υπάρχει πλέον καιρός σωτηρίας, γνώριζε ότι προέρχεται από το διάβολο. Γι’ αυτό ταπεινώσου και έλπιζε περισσότερο στο Θεό. Και με τον τρόπο αυτό θα νικήσεις τον εχθρό με τα όπλα του και θα δοξάσεις το Θεό.
Ναι, πρέπει αδελφέ, να λυπάσαι κάθε φορά που θυμάσαι τις αμαρτίες σου και να πονάς που έχασες την χάρη του Θεού, αλλά όμως να έχεις θάρρος στο πάθος του και να ζητάς συγχώρεση. Ακόμη αν σου φαίνεται ότι ο ίδιος ο Θεός σου λέγει ότι δεν είσαι από τα πρόβατά του, εσύ με κανένα τρόπο δεν πρέπει να χάσεις την ελπίδα και το θάρρος που έχεις σ’ αυτόν, αλλά ταπεινά να του λέγεις: «Ναι, έχεις δίκαιο, Θεέ μου, να με αποδοκιμάσεις για τις αμαρτίες μου. Αλλά εγώ έχω μεγαλύτερο θάρρος στην ευσπλαχνία σου ότι θα με συγχωρέσεις. Γι’ αυτό και ζητώ από σένα τη σωτηρία αυτού του ταλαίπωρου πλάσματός σου, το οποίο καταδικάσθηκε βέβαια από την κακία του, αλλά λυτρώθηκε με την τιμή του αγίου αίματός σου. Θέλω, λυτρωτή μου, να σωθώ, για δόξα δική σου με την ελπίδα της αμέτρητης ευσπλαχνίας σου. Γι’ αυτό και αφήνομαι όλος στα χέρια σου και ας γίνει σ’ εμένα ό,τι σου είναι αρεστό. Διότι εσύ είσαι ο μόνος μου Κύριος. Κι αν ακόμη με θανατώσεις, εγώ στηρίζω σε σένα τις ζωντανές μου ελπίδες».
3. Η προσβολή της κενοδοξίας και η ιατρεία της
Η τρίτη προσβολή είναι της κενοδοξίας και της εκτιμήσεως με την οποία έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στα έργα σου για να σωθείς. Γι’ αυτό πάντοτε και ιδιαίτερα εκείνη την τελευταία ώρα του θανάτου μην αφήσεις το νου σου να σκαφθεί ούτε την παραμικρή εκτίμηση του εαυτού σου, ούτε των έργων σου, κι αν ακόμη κατόρθωσες όλες τις αρετές των αγίων. Αλλά η εκτίμησή σου ας είναι στο Θεό ελπίζοντας καθαρά στην ευσπλαχνία του και στα έργα της ζωής του και του πάθους του για να σωθείς. Πάντοτε μπροστά στα μάτια σου να ξευτελίζεις τον εαυτό σου, μέχρι την τελευταία σου αναπνοή. Κι αν τύχει να σκεφτείς κάποιο καλό σου έργο, αναγνώριζε μόνο το Θεό, ότι εκείνος είναι που το έκανε και όχι εσύ, και ότι προήλθε από εκείνον μόνο.
Να προστρέχεις, ναι, στη βοήθεια του Θεού. Αλλά να μην περιμένεις να την λάβεις τάχα επειδή το αξίζεις και για τους πολλούς σου και μεγάλους αγώνες που έκανες και νίκησες. Στάσου πάντοτε σε έναν άγιο φόβο, ομολογώντας ειλικρινά ότι όλες σου οι προβλέψεις και οι προμήθειες και όλοι οι κόποι και οι αγώνες σου θα ήταν μάταιοι, αν δεν βοηθούσε και αν δεν τους έπαιρνε ο Θεός κάτω από τη σκιά των πτερύγων του· να έχεις όλη σου την ελπίδα μόνο στην υπεράσπισή του.
Αν ακολουθείς αυτές τις παραγγελίες, δεν θα μπορέσουν οι εχθροί να φανούν ανώτεροι από σένα κατά την ώρα του θανάτου. Αλλά θα σου ανοιχθεί ο δρόμος για να περάσεις με χαρά από τη γη και την εξορία αυτή στην επουράνια Ιερουσαλήμ, στη γλυκειά πατρίδα.
4. Η προσβολή των φαντασιών και η ιατρεία της
Αν ο πονηρός και πείσμων εχθρός μας, που δεν κουράζεται ποτέ να μας πειράζει, ήθελε κάποτε να σε πολεμήσει και ιδιαίτερα κατά την ώρα του θανάτου με κάποιες ψεύτικες εμφανίσεις και με μεταμορφώσεις σε Άγγελο φωτός, εσύ να παραμένεις σταθερός στη γνώση της ταπεινότητας και της μηδαμινότητας του εαυτού σου. Και να πεις με σταθερή καρδιά και τόλμη: «Να μεταστραφείς άθλιε στο δικό σου το σκοτάδι, διότι εγώ δεν έχω ανάγκη από οράματα, ούτε από τίποτε άλλο, παρά από την ευσπλαχνία του Ιησού μου και από τις δεήσεις και ικεσίες της Αειπαρθένου Μαρίας και των άλλων αγίων». Αλλά και αν με πολλά σημάδια καταλάβεις ότι τα οράματα αυτά είναι αληθινά και προέρχονται από το Θεό, παρ’ όλα αυτά εσύ να αποστρέφεσαι πάντοτε και να τα διώχνεις όσο μπορείς μακριά σου. Και να μη φοβηθείς μήπως δεν αρέσει στο Θεό η αποστροφή αυτή που κάνεις, σκεπτόμενος την αναξιότητά σου. Γιατί αν τα οράματα αυτά είναι από το Θεό, αυτός γνωρίζει καλά να σου τα ξεκαθαρίσει και δεν θα του κακοφανεί αν δεν τα δέχεσαι. Γιατί εκείνος που δίνει την χάρη στους ταπεινούς, δεν την αφαιρεί από αυτούς πάλι για πράξεις που κάνουν οι ίδιοι εξαιτίας της ταπεινώσεως.
Αυτά είναι τα πιο συνηθισμένα όπλα που συνηθίζει ο εχθρός να χρησιμοποιεί εναντίον μας εκείνη την τελευταία ώρα του θανάτου. Αλλά και τον καθένα τον πολεμά σύμφωνα με τις προσωπικές του κλίσεις και τα πάθη που έχει, στα οποία γνωρίζει ότι συχνότερα υποκύπτει. Γι’ αυτό, αγαπητοί, προτού να πλησιάσει η φοβερή εκείνη ώρα του μεγάλου πολέμου, πρέπει να οπλισθούμε εναντίον των πλέον δυνατών παθών που μας κυριεύουν περισσότερο και να πολεμούμε με ανδρεία, για να διευκολύνουμε τότε τον καιρό εκείνο τη νίκη, που μας παίρνει κάθε άλλον καιρό.
(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, «Αόρατος Πόλεμος». Εκδ. Συνοδίας Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ν. Σκήτη –Αγ. Όρος)

 http://www.pemptousia.gr/author/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BF-%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82/

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, ένας μεγάλος ησυχαστής Πατέρας (Β')


Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(συνέχεια από τό προηγούμενο)
2. Η αναζήτηση τών συγγραμμάτων τών ησυχαστών Πατέρων καί η μετάφρασή τους
Ο όσιος Παΐσιος, μέ τήν φώτιση τού Θεού, κατάλαβε τήν μεγάλη αξία τής Αγίας Γραφής καί τών νηπτικών καί ησυχαστικών συγγραμμάτων τών αγίων Πατέρων τά οποία μελετούσε από μικρό παιδί καί διαβάζοντας αυτά τά κείμενα αυξανόταν ο ζήλος του γιά νά αποκτήση τήν κοινωνία του μέ τόν Θεό.
Ήδη ως δόκιμος μοναχός στήν Μονή τού Λιούμπετς κάποιος μοναχός τού έδωσε νά διαβάση τό βιβλίο Κλίμαξ τού Ιωάννου τού Σιναΐτου, πράγμα πού τόν γέμισε μεγάλη χαρά. Γιά νά μπορέση νά τό έχη πάντα μαζί του τό αντέγραφε όλη τήν νύκτα, χρησιμοποιώντας έναν δαυλό, πού γέμιζε τό κελλί του μέ καπνό.
Ο ίδιος ο όσιος Παΐσιος διηγείται ότι απέκτησε αυτήν τήν αγάπη στά Πατερικά βιβλία, γιατί λόγω ελλείψεως κατάλληλου πνευματικού οδηγού ήθελε καί γιά τόν εαυτό του, αλλά καί γιά τούς μοναχούς πού μέ τήν πάροδο τού χρόνου ανελάμβανε, νά μήν αποκλίνη «από τό ορθό φρόνημα τής Αγίας Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας». Έτσι, άρχισε νά αποκτά διάφορα Πατερικά βιβλία στήν «σλαβική» γλώσσα, «τά οποία διδάσκουν περί υπακοής καί προσοχής, νήψεως καί προσευχής», περιορίζοντας τήν τροφή καί υπομένοντας τήν φτώχια. Διαβάζοντας τά ήδη μεταφρασμένα βιβλία στήν σλαβονική γλώσσα διαπίστωσε ότι υπήρχαν σοβαρά λάθη καί γι’ αυτό δέν μπορούσε νά βγάλη καθαρό νόημα. Στήν αρχή προσπάθησε νά τά διορθώση, χρησιμοποιώντας άλλα σλαβικά μεταφρασμένα βιβλία, αλλά καί αυτό τό έργο τό βρήκε πολύ δύσκολο καί ακατόρθωτο.
Όταν, όμως, ύστερα από τήν «πολυετή παραμονή» του στόν Άγιον Όρος «έμαθε σέ κάποιο βαθμό τήν ελληνική γλώσσα», αναζητούσε νά βρή τά νηπτικά βιβλία γραμμένα στό πρωτότυπο, ώστε από αυτά νά διορθώση τά σλαβονικά βιβλία. Διαπίστωσε ότι καί αυτό τό έργο ήταν δύσκολο καί αδύνατο. Επισκεπτόταν τίς Σκήτες τού Αγίου Όρους, όπως τής Αγίας Άννης, τού Αγίου Δημητρίου τής Μονής Βατοπεδίου, τίς Σκήτες καί τά Μοναστήρια τού Αγίου Όρους, αλλά καί τούς πεπειραμένους Γέροντες γιά νά βρή βιβλία πού αναφέρονται στήν ησυχαστική καί νηπτική ζωή, όπως τού αγίου Φιλοθέου τού Σιναΐτου, τού Ησυχίου τού Πρεσβυτέρου, αλλά κανείς δέν γνώριζε τήν ύπαρξή τους. Αυτό τόν στενοχωρούσε υπερβολικά.
Αφηγείται τήν μεγάλη χαρά πού δοκίμασε, όταν σέ μιά οδοιπορία του από τήν Μονή τής Μεγίστης Λαύρας πρός τήν Σκήτη τής Αγίας Άννης, πέρασε από τήν Σκήτη τού Αγίου Βασιλείου καί συνάντησε έναν μοναχό πού αντέγραφε τά βιβλία τού οσίου Πέτρου τού Δαμασκηνού, τού Αντωνίου τού Μεγάλου, τού αγίου Γρηγορίου τού Σιναΐτου, τού αγίου Φιλοθέου, τού αγίου Ησυχίου, τού αγίου Διαδόχου, τού αγίου Θαλασσίου, τού αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου, τού αγίου Νικηφόρου τού Μοναχού, τό βιβλίο τού αγίου Ησαΐα κλπ. Ύστερα από πολλές παρακλήσεις καί έξοδα απέκτησε πολλά τέτοια νηπτικά κείμενα, καί επανήλθε στήν Μολδαβία γιά νά οικονομήση τήν μεγάλη Αδελφότητα, πού εν τώ μεταξύ είχε δημιουργηθή, οπότε καί επιδόθηκε στήν μετάφραση τών νηπτικών αυτών κειμένων.
Στήν αρχή προσπάθησε νά διορθώση τά ήδη μεταφρασμένα κείμενα στήν σλαβονική γλώσσα, χρησιμοποιώντας τά πρωτότυπα ελληνικά κείμενα. Επειδή καί τό έργο αυτό ήταν δύσκολο, διότι δέν είχαν μεταφρασθή καλά, άρχισε νά τά μεταφράζη από τήν αρχή. Ο όσιος Παΐσιος μετέφραζε τά κείμενα από τήν ελληνική στήν Ρωσοσλαβονική γλώσσα, αυτή πού είχε επικρατήσει τόν 17ο αιώνα στά βιβλία πού είχαν εκδοθή στήν Ρωσία.
Ο ίδιος ομολογεί: «Τό έργο αυτό ήταν υπεράνω τών δυνάμεών μου». Ο βιογράφος καί μαθητής του Μητροφάνης λέγει ότι ο όσιος Παΐσιος μετέφρασε από τήν «ελληνογραικική» γλώσσα στήν δική μας τήν «σλαβονική» καί από αυτήν οι «βλαχόφωνοι αδελφοί μετέφραζαν στή γλώσσα τους». Όλη τήν ημέρα ησχολείτο μέ τά ζητήματα πού απασχολούσαν τήν Μονή καί τήν νύκτα μετέφραζε «υπερβάλλοντας σέ εργασία τά όρια τής φύσης», ακόμη καί ενώ πονούσε όλο τό σώμα του, καί «ήταν ανάπηρος, υποφέροντας πολύ από πληγές».
Ο βιογράφος του μάς δίνει καί τήν πληροφορία πώς έγραφε τήν νύχτα ο όσιος Παΐσιος: «Στό κρεβάτι πού αναπαυόταν ήταν περιτριγυρισμένος από βιβλία: πόσα λεξικά, Βίβλος ελληνική, βίβλος σλαβονική, Γραμματική ελληνική καί σλαβονική, τό βιβλίο πού μετέφραζε, στή μέση δέ ένα αναμμένο κερί. Καθισμένος σάν ένα μικρό παιδί καί σκύβοντας, είτε ξαπλωμένος, έγραφε όλη τή νύχτα, ξεχνώντας καί αρρώστια καί κόπο, μή μπορώντας νά δώσει απάντηση ούτε καί νά ακούσει άν τού μιλούσαν ή συνέβαινε κάτι έξω από τό κελλί του».
Έκανε τίς μεταφράσεις τών νηπτικών αυτών βιβλίων, αυτών πού είναι εντεταγμένα μέσα στό βιβλίο Φιλοκαλία τών ιερών νηπτικών μέ πολύ ζήλο, γιατί αφ' ενός μέν σέ αυτά βρήκε τήν σοφία τών Πατέρων καί τόν τρόπο μέ τόν οποίο κανείς μπορεί νά φθάση στήν ένωση καί τήν κοινωνία μέ τόν Θεό, αφ' ετέρου δέ γιά νά τά δώση στούς υποτακτικούς του προκειμένου νά γίνουν τροφή σέ αυτούς πού θέλουν νά μυηθούν στήν διδασκαλία τών αγίων Πατέρων.
Έτσι, ο όσιος Παΐσιος συνετέλεσε όσον ολίγοι στήν ανανέωση τού ησυχαστικού μοναχισμού στήν Ουκρανία, τήν Μολδαβία, τήν Βλαχία (Ρουμανία), τήν Ρωσία καί σέ άλλες χώρες.
3. Πνευματικός καθοδηγός εκατοντάδων καί χιλιάδων μοναχών
Επειδή ο όσιος Παΐσιος αισθάνθηκε στήν καρδιά του τήν γλυκύτητα τής νοεράς ησυχίας καί τής προσευχής, γι’ αυτό καί χωρίς νά τό επιδιώξη προσήλκυσε κοντά του πολλούς ανθρώπους καί μοναχούς πού αναζητούσαν αυτόν τόν τρόπο τής πνευματικής ζωής.
Στό Άγιον Όρος έζησε δέκα οκτώ χρόνια (1746-1763). Στήν αρχή παρέμενε σ’ ένα μικρό καλύβι πλησίον τής Ιεράς Μονής Παντοκράτορος. «Φλεγόμενος από θείο ζήλο γιά μεγάλους άθλους, απόλαυσε τήν ησυχία επί δυόμισι χρόνια». Σιγά-σιγά άρχιζαν νά έρχωνται κοντά του διάφοροι μοναχοί, οπότε αναγκάσθηκαν νά αγοράσουν καί άλλη καλύβη πιό ψηλά από τήν δική τους καί στήν συνέχεια αγόρασαν τό κελλί τού Αγίου Κωνσταντίνου. Η συνοδεία αποτελείτο από ρουμανόφωνους καί σλαβόφωνους αδελφούς. Τόν καιρό εκείνο πρός χάρη τής αδελφότητας πιέσθηκε καί από σεβάσμιους Πνευματικούς Πατέρες νά δεχθή τήν ιερωσύνη γιά νά εξυπηρετήση τήν αδελφότητα.
Όταν είχαν συναχθή εκεί, κάτω από τήν πνευματική του καθοδήγηση, «είκοσι αδελφοί», μετακόμισαν στήν Σκήτη τού Προφήτου Ηλία. Οι ακολουθίες γίνονταν σέ δύο γλώσσες, τήν Σλαβονική καί τήν Ρουμανική, ως εργόχειρο είχαν τό νά κατασκευάζουν κουτάλια, τά οποία πωλούσαν, ώστε καί αυτοί νά έχουν τά απαραίτητα, αλλά καί νά φιλοξενούν αδελφούς. Γράφει ο Μητροφάνης: «Εργαζόταν δέ ο πατέρας μας στό εργόχειρο, κάνοντας διπλά από τούς αδελφούς, τήν νύκτα δέ αντέγραφε βιβλία. Όλη του η ζωή περνούσε σέ νυκτερινή αγρυπνία, μή μπορώντας νά κοιμηθεί περισσότερο από τρείς ώρες». Η φήμη του είχε εξαπλωθή σέ όλο τό Άγιον Όρος καί πολλοί έρχονταν γιά νά εξομολογηθούν, ακόμη καί ο Πατριάρχης Σεραφείμ, πού τότε διέμενε στήν Μονή Παντοκράτορος.
Γιά ένα μικρό διάστημα μέ μερικούς μοναχούς μετέβη στήν Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας, αλλά επειδή τό Μοναστήρι ήταν χρεωμένο γι’ αυτό δέν μπορούσε νά μείνη περισσότερο εκεί. Πάντως, μέ τόν τρόπο τής ζωής του «φώτισε ολόκληρο τό Άγιον Όρος» καί «όλοι οι Αγιορείτες εθαύμασαν τή λάμψη αυτού τού φωτός».
Όταν, όμως, «έγινε πολυάριθμη η αδελφότητα στόν προφήτη Ηλία καί δέν χωρούσε πιά, τότε ο Θεός τόν πήρε από εκεί καί τόν έφερε σ’ αυτή τήν ορθόδοξη χώρα, τή Μολδαβία». Τόν ακολούθησαν εξήντα έξι μοναχοί.
Ο όσιος Παΐσιος μέ τούς μοναχούς του εγκαταστάθηκε στήν Μονή Ντραγκομίρνα καί υποβλήθηκαν σέ πολλούς κόπους γιά νά τήν ανασυγκροτήσουν καί στήν οποία έβαλε τήν αγιορείτικη τάξη. Είχε ρυθμίσει τό τυπικό τού Κοινοβίου βάσει τών τυπικών καί τών συγγραφών τού Μ. Βασιλείου. «Στά κοινά διακονήματα έπρεπε νά τηρείται η σιωπή καί η ευχή στό στόμα». «Στά κελλιά έπρεπε νά γίνεται ανάγνωση τών έργων τών θεοφόρων Πατέρων μας, καί η νοερά προσευχή διά τού νοός στήν καρδιά νά τελείται εντέχνως καί ακριβώς, όπως καί η αναπνοή νά κρατιέται μέ φόβο Θεού, διότι αυτό είναι πηγή αγάπης πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον, όπως καί πηγή όλων τών αρετών». Κάθε βράδυ γινόταν εξομολόγηση λογισμών, γιατί «αυτό αποτελεί τό θεμέλιο τής σωτηρίας, τής ειρήνης, τής ησυχίας καί τής αγάπης». Στήν Μονή αυτή ησκούντο πάνω από διακόσιοι μοναχοί.
Τούς παιδαγωγούσε ως πατέρας καί ως διδάσκαλος τής νοεράς προσευχής. Τούς δίδασκε ανελλιπώς, κατά τίς νηστείες, αλλά καί άλλες ημέρες. «Καθημερινώς, εκτός Κυριακής καί εορτών, συνάγονταν οι αδελφοί τό βράδυ στήν τράπεζα, άναβαν τά κεριά, καί ερχόταν ο μακαριστός πατέρας μας, καθόταν στή συνηθισμένη θέση του, άνοιγε ένα πατερικό βιβλίο, είτε τού αγίου Βασιλείου τού Μεγάλου τό Νηστευτικόν, είτε τού Ιωάννου τής Κλίμακος, είτε τού αγίου Δωροθέου, ή τού αγίου Θεοδώρου τού Στουδίτου». Στήν συνέχεια ερμήνευε τά χωρία πού διάβαζε μέσα από τήν δική του πνευματική πείρα.
Στήν Ιερά Μονή Ντραγκομίρνα παρέμειναν δώδεκα χρόνια (1763-1775), όπου καί λόγω τού επισυμβάντος Ρωσοτουρκικού πολέμου, εξυπηρέτησαν καί διακόνησαν μεγάλο πλήθος ανθρώπων πού συγκεντρώθηκαν στό Μοναστήρι. Στό τυπικό τής Μονής πού εκπόνησε ο όσιος Παΐσιος τό 1763 «προέβλεπε ότι ο ηγούμενος τής μονής έπρεπε νά γνωρίζει τρείς γλώσσες, τήν ελληνική, τή σλαβική καί τή ρουμανική».
Όμως, όταν εγκαταστάθηκαν στό Μοναστήρι οι Γερμανοί (οι Αυστριακοί) καί ο όσιος κατάλαβε ότι δέν μπορούσε «νά ζήσει κάτω από τούς παπικούς» μετακινήθηκαν μέ μεγάλη θλίψη καί πόνο σέ άλλη Μονή σταδιακά, δηλαδή στήν Μονή τού Σέκου.
Ο Μητροφάνης γράφει γιά τήν μετακίνηση τής αδελφότητος από τήν Μονή τής Ντραγκομίρνα: «Διωχθήκαμε από τούς Γερμανούς καί μόνοι μας απομακρυνθήκαμε από τό μοναστήρι τής Ντραγκομίρνα, γιά νά μήν πάθουμε τίποτε στήν ορθόδοξη πίστη μας από τούς αρχιαιρετικούς καί τίς κοσμικές τους αρχές, όπως πραγματικά υπέφεραν από τούς αιρετικούς τά μοναστήρια καί οι κοσμικές καί οι πνευματικές αρχές πού έμειναν εκεί». Καί αναλογιζόμενος τήν ζωή πού έζησαν σέ αυτό τό Μοναστήρι γράφει: «Ώ Ντραγκομίρνα, Ντραγκομίρνα, γλυκύτητα καί παρηγοριά τών ψυχών μας, θυμάμαι τή ζωή μας σέ σένα. Καλύτερα, όμως νά σιωπήσω γιά νά μήν γεμίσουν πίκρα οι καρδιές μας πού σέ έχασαν… Εσύ ήσουν γιά εμάς σάν παράδεισος ηδύτητας, εσύ ήσουν γιά εμάς σάν κήπος πού γρήγορα ριζώνει κοντά σέ νερά καί τά άνθη του αναδίδουν διάφορες ευωδίες καί καρπούς».
Έτσι, από τήν Ντραγκομίρνα μετακινήθηκαν τό 1775 στήν Μονή τού Σέκου, όπου κουράσθηκαν υπερβολικά γιά νά κατασκευάσουν κελλιά ώστε νά εγκατασταθή όλη η αδελφότητα. Τό μέρος ήταν ήσυχο καί ερημικό. Η κατάσταση τής αδελφότητας, μετά από πολλούς αγώνες τριών ετών, έφθασε στό επίπεδο τής προηγούμενης Μονής καί αυτό χαροποιούσε τόν όσιο Παΐσιο καί δόξαζε τόν Θεό. Αλλά ο Πρίγκιπας Κωνσταντίνος Μουρούζης προέτρεψε καί πίεσε τόν όσιο Παΐσιο νά εγκατασταθή στήν Μονή Νεάμτς. Ο όσιος δέν επιθυμούσε μιά τέτοια μετακίνηση ύστερα από τόσες ταλαιπωρίες, αλλά τελικά υπέκυψε από υπακοή στήν επιθυμία τού Πρίγκιπα.
Τό έτος 1779 ένα τμήμα τής αδελφότητος μετακινήθηκε στήν Ιερά Μονή Νεάμτς. Νέοι αγώνες τόν περίμεναν εκεί γιά τήν ανασυγκρότηση τής Ιεράς Μονής, πράγμα πού δυσκόλευσε καί στενοχώρησε τόν όσιο Παΐσιο.
Στήν Μονή αυτή ο όσιος Παΐσιος κατασκεύασε Νοσοκομείο καί Ξενώνα γιά τούς γέροντες, τούς χωλούς καί τυφλούς πού έρχονταν καί τόν παρακαλούσαν νά τούς δεχθή καί νά τούς ελεήση. Εδώ ο αριθμός τών μοναχών, μαζί μέ αυτούς πού ήταν στίς Σκήτες, έφθασε στούς τριακόσιους. Πάντως, πρός τό τέλος τής ζωής τού οσίου Παϊσίου στήν Μονή Νεάμτς είχαν συγκεντρωθή κοντά του περίπου 700 μοναχοί. Στήν βιογραφία τού οσίου Νικοδήμου τού αγιορείτου, όπως θά δούμε πιό κάτω, γράφεται ότι οι μοναχοί πού ήταν κάτω από τήν πνευματική καθοδήγηση τού οσίου Παϊσίου υπερέβαιναν τόν αριθμό τών χιλίων. Πληροφορίες αναφέρουν ότι στήν Μονή Νεάμτς «ζούσαν μοναχοί δέκα συνολικώς εθνοτήτων, δηλαδή Μολδαβοί, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ούγγροι, Έλληνες, Εβραίοι, Αρμένιοι, Τούρκοι, Ρώσοι καί Ουκρανοί». Στήν Μονή αυτή κοιμήθηκε ο Όσιος τό 1794.
Ο όσιος Παΐσιος βρήκε τόν δρόμο τού ησυχασμού καί τής νοεράς προσευχής, οπότε η καρδιά του γέμισε από τήν Χάρη τού Θεού, καί στήν συνέχεια ξεχύλισε αυτή η ζωή στήν διδασκαλία πρός τούς μοναχούς πού έτρεχαν από παντού γιά νά ακούσουν τήν θεία σοφία πού έβγαινε από τό στόμα του, κυρίως, όμως από τήν καρδιά του.
4. Η βίωση τού ησυχαστικού μοναχισμού.
Η ανάγνωση καί η μετάφραση τών νηπτικών ησυχαστικών βιβλίων ανταποκρινόταν στήν αναζήτηση τού οσίου Παϊσίου από τήν μικρή του ηλικία, αλλά συγχρόνως, άναβε ακόμη περισσότερο τόν πόθο του γιά τήν ησυχαστική- νηπτική ζωή.
Ο βιογράφος καί μαθητής του Ιερομόναχος Μητροφάνης στό κείμενό του παρουσιάζει τήν πνευματικότητα τού οσίου Παϊσίου. Θά παραθέσω μερικές ενδεικτικές φράσεις του πού δείχνουν αυτήν τήν πραγματικότητα.
Από τήν νεότητά του ο όσιος Παΐσιος «υπήρξε σκεύος εκλογής τού Θεού καί τέλειος τηρητής τών εντολών του. Γι’ αυτό καί ο λόγος του υπήρξε δυνατός καί τέλειος, πλήρης Χάριτος, διεισδυτικός μέσα στήν ψυχή, τέτοιος πού νά ξεχωρίζει τό κακό από τό αγαθό, τό οποίο ξεριζώνει τά πάθη καί καλλιεργεί τίς αρετές στίς ψυχές αυτών πού μέ πίστη ακούουν». «Η χάρη τού παναγίου Πνεύματος κατοίκησε μέσα του από τήν κοιλιά ακόμη τής μητέρας του» καί αυτή η Χάρη αυξήθηκε αργότερα μέ τήν τήρηση τών εντολών τού Θεού.
Από μικρό παιδί ήταν σοφός. «Μολονότι δέ ήταν μικρό παιδί στήν ηλικία, ήταν γέρος στόν νού καί τή σοφία. Υποτάσσοντας τήν οργή καί τήν επιθυμία στή λογική, αποξένωσε τίς αισθήσεις του από όλα τά ωραία καί ηδονικά τού κόσμου τούτου καί τά θεωρούσε όλα σάν σήψη». «Κλείστηκε στό σπίτι του καί ζούσε στήν ησυχία, ωσάν νά ήταν στήν έρημο τού Σινά». Τόν έφλεξε από τήν μικρή του ηλικία «ζήλος ανείπωτος» νά αγαπήση τόν Κύριο καί νά εγκαταλείψη όλα τά τού κόσμου «ακόμη καί τή μητέρα του».
Ο όσιος Παΐσιος αγάπησε τήν νοερά ησυχία καί τήν νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας καί επιδόθηκε μέ ζήλο στήν απόκτηση αυτής τής μεθόδου, διά τής οποίας ο άνθρωπος αποκτά τήν ενότητά του μέ τόν Θεό.
Τά φυσικά χαρίσματα πού είχε, αλλά καί οι καρποί τής ησυχίας καί τής προσευχής ήταν ευδιάκριτα. «Τήν οξύνοια καί τή μνήμη του, πού τή στερέωσε η Χάρη, κανείς δέν μπορεί νά τήν περιγράψει. Ήταν ταχύς στήν κατανόηση τών υψηλοτέρων δογματικών θεμάτων καί, άν τά διάβαζε μία φορά, τά αποθησαύριζε στή μνήμη του γιά πάντα». «Πράγματι ο θαυμαστός αυτός άνδρας, ο μακαριστός πατέρας μας, εξομοιώθηκε σέ όλα μέ τούς αρχαίους άγιους Πατέρες».
Ομοίαζε μέ τούς αρχαίους ερημίτες. «Άν τόν συγκρίνουμε μέ τούς αγίους ερημίτες, οι οποίοι ασκούνταν στήν κατ' ιδίαν ησυχία, τότε δέν θά εκπλαγούμε γιά τό πόσο ευφραινόταν μέ τήν προσευχή καί τήν ένωση μέ τόν Θεό». «Ο νούς του ήταν πάντοτε γαλήνιος» καί «φλεγόμενος από τήν αγάπη καί τήν ένωση μέ τόν Θεό», δέν άκουγε τίποτε ό,τι κι άν συνέβαινε έξω από τό κελλί του. Αγρυπνούσε στό κελλί του μέ νοερά προσευχή καί νήψη. «Όπως οι άγιοι ερημίτες όλη τή νύχτα παρέμεναν άγρυπνοι νήφοντας, έτσι καί αυτός σ’ όλη του τή ζωή τή νύχτα αγρυπνούσε νήφοντας, μή υπολειπόμενος κατά τίποτε στήν άθληση από τούς θεοφόρους Πατέρες».
Ακόμη ομοίαζε μέ «τούς αρχαίους αγίους κοινοβιάτες Πατέρες» σέ πολλά σημεία. Μέσα του κατοικούσε τό Άγιον Πνεύμα καί από τά χείλη του «έρρεε η μελίρρυτη πηγή τών θείων διδαγμάτων, πού απάλυνε καί θεράπευε τίς ψυχές καί εξάλειφε τά πάθη. Υπήρχε σ’ αυτόν θείος νούς, μέ τόν οποίο κατανοούσε σωστά τούς κανόνες τών αγίων Οικουμενικών Συνόδων καί τίς παραδόσεις τής Εκκλησίας…».
Ήταν «ακλόνητος στήν πίστη καί τήν ελπίδα στήν πρόνοια τού Θεού», είχε «φόβο Θεού μέ τόν οποίο τηρούσε τίς εντολές τού Θεού ως κόρη οφθαλμού», «μέσα του υπήρχε φλογερή αγάπη» πρός τόν Χριστό καί «γεμάτος φλόγα, ξεχύθηκε αδιακρίτως πρός τούς πάντες, αγαπώντας, εμψυχώνοντας, διδάσκοντας τούς πάντες, συμπάσχοντας μέ όλους, ασπαζόμενος μέ τήν ψυχή του τά πνευματικά του τέκνα, αλλά καί κάθε άνθρωπο πού ερχόταν πρός αυτόν». «Είχε ειρήνη πάντοτε μέ όλους, ποτέ δέν εχθρεύθηκε καί δέν πίκρανε κανέναν», ήταν σέ μεγάλο βαθμό ταπεινός, εγκρατής. «Ενώ η ακακία καί η απλότητα μέσα του ήταν παιδική, ο νούς του ήταν θείος καί όχι παιδικός». Τό πρόσωπό του ήταν «αγγελόμορφο».
Ο Μητροφάνης, πού έζησε τόν όσιο Παΐσιο από κοντά, περιγράφει καί τήν όλη παρουσία του, αφού καί αυτό τό σώμα του είχε μεταμορφωθή από τήν Χάρη τού Θεού πού κατοικούσε μέσα του.
«Τό πρόσωπό του ήταν φωτεινό όπως ενός αγγέλου τού Θεού, τό βλέμμα του ήρεμο, ο λόγος του ταπεινός καί ξένος πρός τήν προπέτεια, χαιρετούσε όλους μέ αγάπη, απαντούσε μέ προσήνεια• ήταν γεμάτος καλοσύνη, ήταν πρόθυμος στήν ελεημοσύνη, έφερνε όλους κοντά του σάν τόν μαγνήτη πού από τή φύση του τραβάει τό σίδερο. Είχε βάθος ταπεινοφροσύνης καί πραότητας, μακροθυμία σέ όλα. Ο μέγας αυτός άνθρωπος ήταν ολόκληρος ένθεος καί έμπλεως χάριτος. Ο νούς του ήταν πάντοτε ενωμένος μέ τόν Θεό καί μάρτυρας αυτού ήταν τά δάκρυα. Όταν μιλούσε περί Θεολογίας, τότε η καρδιά του παλλόταν από αγάπη, τό πρόσωπό του έλαμπε από χαρά, τά μάτια του δάκρυζαν, επιβεβαιώνοντας τήν αλήθεια. Όταν στεκόμασταν μπροστά του, τά μάτια μας δέν κουράζονταν νά τόν θεωρούν αλλά ήθελαν αχόρταγα νά τόν βλέπουν, η ακοή μας από τήν ομιλία του ούτε κουραζόταν, ούτε καί ένιωθε ανία, διότι από τή χαρά στήν καρδιά μας, όπως τό είπα, ξεχνιόμασταν εντελώς».
Ο βιογράφος του περιγράφει καί μερικά θαυμαστά γεγονότα πού έζησε βλέποντας τόν όσιο Παΐσιο.
Μιά φορά μπήκε μέσα στό κελλί του, τού μίλησε, αλλά εκείνος ήταν εξαπλωμένος καί ακίνητος, δέν άκουσε. Καί τότε, όπως διηγείται ο Μητροφάνης, «εγώ παραμένοντας όρθιος τόν κοίταξα καί είδα τό πρόσωπό του σάν νά ήταν πυρωμένο». Επειδή, όμως, αυτός από τήν φύση του «ήταν λευκός καί χλωμός στό πρόσωπο, κατάλαβα ότι η φλόγα τής καρδιάς του, από τήν αγάπη τής προσευχής, διαπέρασε καί τό πρόσωπό του».
Κάποια άλλη φορά είδε τό πρόσωπό του νά λάμπη. «Ο ίδιος δέ από τήν πνευματική χαρά μιλούσε χαμογελώντας μέ ανείπωτη αγάπη, βγάζοντας από μέσα του λόγους πνευματικούς, ήταν δέ σάν νά ενστάλαζε στίς ψυχές μας χαρά».
Ο όσιος Παΐσιος είχε «καί τό χάρισμα τής προοράσεως καί ό,τι προέβλεψε συνέβη», αλλά καί, ενώ βρισκόταν στό κελλί του, γνώριζε τίς διαθέσεις όλων τών αδελφών τής Μονής. Δέν τού έλειπαν δέ καί τά θαύματα. «Ο δέ μακαριστός πατέρας μας έκανε πολλά θαύματα, αλλά, επειδή γι’ αυτό τό θέμα ούτε νά ακούσει δέν ήθελε καί όλα τά απέδιδε στήν τιμιότατη Θεοτόκο, γι’ αυτό κι εγώ θά σταματήσω ώστε νά μήν τού εναντιωθώ, μολονότι γνωρίζω γιά πολλά θαύματα καί πρίν από τόν θάνατό του καί μετά από αυτόν».
Μιά τέτοια προσωπικότητα πού διέθετε πολλά πνευματικά χαρίσματα, τήν ησυχία καί τήν νοερά προσευχή, αλλά καί διδασκαλία, συγκέντρωνε πολλούς μοναχούς κοντά του καί μέ αυτόν τόν τρόπο ανακαίνισε τόν μοναχισμό τής εποχής του, μεταφέροντας σέ αυτόν τήν νηπτική παράδοση τών Πατέρων τής Εκκλησίας.
Οι περισσότεροι μοναχοί στήν εποχή του, εκτός από τίς φωτεινές εξαιρέσεις πού καί ο ίδιος γνώρισε στά σπήλαια τής Λαύρας τού Κιέβου καί αλλού, είχαν αλλοιωθή τόσο, ώστε διατηρούσαν μόνον τήν εξωτερική μορφή τού μοναχισμού. «Δέν γνώριζαν τί είναι μοναχισμός καί τί είναι τό μυστήριο τής υπακοής καί πόση ωφέλεια πρσφέρει στόν υποτακτικό πού προσέρχεται μέ επίγνωση, τί δέ είναι η εργασία, η θέα καί η νοερά προσευχή, αυτή πού τελείται στόν νού διά τής καρδιάς. Ο ίδιος αυτά τά διδάχθηκε από τόν Θεό καί από τήν διδασκαλία τών αγίων Πατέρων, μέσα από τή μελέτη καί τή μετάφραση τών έργων τους».
(συνεχίζεται στό επόμενο) 



 http://www.parembasis.gr/2012/frames_12_02.htm

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι Ησυχαστές



Κυριακή Β΄Νηστειών.
Η Β’ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά (14ος αιώνας) ησυχαστή του Αγίου Ὀρους και μετά Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης.
Ο άγιος Γρηγόριος υπερασπίστηκε τους Ησυχαστές του Αγίου Όρους, τους οποίους ειρωνευόταν και πολεμούσε ο εκφραστής του πνεύματος της Δυτικής Εκκλησίας, μοναχός Βαρλαάμ, από την Καλαβρία της Νότιας Ιταλίας. Ο αγ. Γρηγόριος, όταν υπερασπιζόταν τους εν λόγω Μοναχούς, διατύπωνε την Ορθόδοξη πίστη, σχετικά με το Θεό και τον τρόπο προσέγγισής του από τον άνθρωπο, καθώς και το τί είναι αυτό, που συνιστά τη σωτηρία του ανθρώπου.
Αν η πίστη αλλοιωθεί, έστω και κατά ένα γιώτα(ι), τότε διαφοροποιείται η «εν Χριστώ» ζωή και ματαιώνεται η σωτηρία του ανθρώπου.

1. Η Δύση
Ανάμεσα σ’ εκείνους που αλλοίωσαν την αληθινή πίστη της Εκκλησίας είναι και η Δυτική Εκκλησία. Ποιά είναι η βασική διαφορά της από την Ορθόδοξη; Το κυριότερο χαρακτηριστικό της Δύσης είναι η νοησιαρχία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ως πηγή πίστεως τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Πρώτα ο Θεός και μετά ο άνθρωπος. Οι Απόστολοι είπαν: «Έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν». Το «ημίν» αναφέρεται στους Αποστόλους, οι οποίοι ακολουθούν το Άγιο Πνεύμα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία προσπαθεί να προσεγγίσει το μυστήριο του Θεού, βιώνοντας τη ζωή του Χριστού, όσο είναι δυνατό στον άνθρωπο, ανάλογα με τον βαθμό σχέσης με το Θεό· με την εσωτερική κάθαρση του ανθρώπου και τον βαθμό Χάριτος που θα πάρει από το Θεό, ενώ η Δυτική προσπαθεί να προσεγγίσει το Θεό διανοητικά, με την ανθρώπινη λογική και τη φυσική γνώση. Δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τη Χάρη τού Θεού. Το μυστήριο όμως του Θεού είναι «υπέρ λόγον» (=ξεπερνά τη λογική). Πώς θα το προσεγγίσει η λογική;
Ο Βαρλαάμ κατηγορούσε τους Ησυχαστές του Άγ. Όρους, οι οποίοι, για να προσεγγίσουν τον Θεό, αγωνίζονταν να καθαρθούν στη ψυχή με την αδιάλειπτη προσευχή, για να σκηνώσει σ’ αυτήν η θεοποιός Χάρις του Αγίου Πνεύματος, ώστε να πραγματοποιήσουν αυτό, που είπε ο Χριστός και έγινε παράδοση στην Ορθόδοξη Εκκλησία: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Αυτή η παράδοση ήταν ξένη και άγνωστη στη Δύση. Γι’ αυτό και στις συζητήσεις του με τον άγιο Γρηγόριο ο Βαρλαάμ, που εξέφραζε το πνεύμα της Δύσης, υπεστήριζε ότι ο άνθρωπος όσο πιό πολύ προχωρήσει στη γνώση, στα γράμματα, στη φιλοσοφία, τόσο περισσότερο γνωρίζει το Θεό και έρχεται πλησίον Του. Η ουσία βρίσκεται στη νόηση και όχι στην «κάθαρση της καρδίας», που είπε ο Χριστός. Ο άγιος Γρηγόριος δεν συμφωνούσε, γιατί, εκτός των άλλων, άφηνε έξω από τη σωτηρία τους ολιγογράμματους και τους αγράμματους.

2. Ο Αγ. Γρηγόριος και οι Ησυχαστές
Τί ήταν οι Ησυχαστές; Αυτοί που στη ζωή τους επεδίωξαν την «ησυχία», που δεν είναι απλά η αποφυγή των εξωτερικών θορύβων, της ηχορύπανσης. Την ησυχία αυτή είναι εύκολο να τη βρεις, αν απομακρυνθείς από τον κόσμο. Το δύσκολο είναι να κατορθώσει ο άνθρωπος την εσωτερική ησυχία, αφού απαλλαγεί από την εσωτερική ταραχή που δημιουργούν: το φρόνημα του κόσμου και η συμμόρφωση με αυτό, οι βιοτικές μέριμνες, η επιθυμία του πλούτου και των πολλών αγαθών, οι σαρκικοί λογισμοί, που «γεννούν στη καρδιά υιούς και θυγατέρας» (Ευάγριος) η φωτιά των φιλήδονων ορμών, γενικά η ροπή προς την αμαρτία. Όλα αυτά δημιουργούν την «ένδοθεν ζάλην» και ταραχή. Όταν αυτά εκλείψουν, έρχεται η Χάρις του Αγίου Πνεύματος στη καρδία, που αναπαύει τον άνθρωπο και τότε ησυχάζει.
Για να έρθει η ποθητή ησυχία απαιτείται άσκηση εναντίον όλων, που συνθέτουν τον παλαιό άνθρωπο, για να γίνει ο χριστιανός, στρατιώτης Χριστού «άϋλος και αμέριμνος», «απαθής πάσης επιθυμίας» και να επιρρίψει όλη τη «μέριμνα του επί Κύριον». Ζωή του να γίνει η αδιάλειπτη προσευχή και η κατοίκηση του Χριστού στη καρδιά, που καρποφορεί την αληθινή ησυχία. Αυτός που την απολαμβάνει καλείται ησυχαστής. Είναι η κατάσταση του ανθρώπου πριν από την πτώση, η παραδείσια.
Από τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού υπήρξαν Ησυχαστές, οι οποίοι με τον τρόπο ζωής τους, σφράγισαν διαχρονικά τον χαρακτήρα της πνευματικής ζωής. Εγκατέλειπαν τις πόλεις και «επόλιζαν (=δημιουργούνταν πόλεις από το πλήθος των Ασκητών) την έρημον», όχι για να αποστραφούν τον κόσμο, αλλά για να προσηλωθούν εξολοκλήρου στον Θεό. Τα προβλήματα του κόσμου τα μετάφεραν στο θυσιαστήριο και με τις προσευχές τους σταματούσαν πολλές φορές την ανομβρία, τους σεισμούς, τους πολέμους, τις επιδημίες ασθενειών κ.ά. Ο Μ. Αντώνιος π.χ. «την οικουμένην εστήριξεν ευχαίς του», όπως ψάλλει η Εκκλησία μας.
Αυτούς τους ανθρώπους κατηγορεί και ειρωνεύεται ο Βαρλαάμ, γιατί ο ίδιος δεν είχε την εμπειρία της ασκήσεως και της αδιαλείπτου προσευχής. «Διενοείτο τα θεία», όπως λέγει ο αγ. Γρηγό­ριος, δηλαδή ο Θεός ήταν γι’ αυτόν αντικείμενο διανοίας, μια ιδέα, ενώ οι Ησυχαστές «έπασχαν τα θεία». Ο Θεός γι’ αυτούς ήταν πρόσωπο, με το οποίο «πάσχιζαν» να συναφθούν. Με την άσκηση και τη «γεύση» του Σταυρού, «έδιναν αίμα για να πάρουν Πνεύμα». Για τον Βαρλαάμ οι Ησυχαστές θεωρούνταν αργόσχολοι. Αλλά ποιά εργασία του κόσμου, μπορούσε να ανεβάσει τον άνθρωπο στον ουρανό και να τον κάνει «κατά χάριν» Θεό; Καμιά. Ενώ η «αργία» των Ησυχαστών το έκανε. Γι’ αυτό, όπως λέγει ο αγ. Γρηγόριος, είναι «υπέρ πάσαν ενέργειαν» (=ξεπερνά κάθε εργασία), γιατί «ενεργούσε» τη θέωση.
Αυτή η «αργία» είναι η αδιάλειπτη προσευχή, «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Με τη συντομία της βοηθούσε το νου να συγκεντρωθεί στη καρδιά και να προσηλωθεί στο Θεό. Με τη μεταφορά στη καρδιά γινόταν το όπλο τους εναντίον του διαβόλου. Η προσευχή αυτή γινόταν «έξις» (=ζωή) και τους συνείχε, έστω και αν το σώμα ασχολείτο με οτιδήποτε άλλο. Επειδή ήταν ένα με τη ζωή τους ή μάλλον αυτή η ίδια η ζωή τους, η οποιαδήποτε φυσική εργασία δεν εμπόδιζε το νου να προσεύχεται αδιαλείπτως. Όπως για τον άνθρωπο στον Παράδεισο, πριν από την πτώση, ζωή του ήταν να βρίσκεται σε διαρκή σχέση και κοινωνία με το Θεό, σ’ αυτή την κατάσταση επανέρχονταν -κατά το δυνατό- και οι Ησυχαστές. Κατόρθωναν να δουν το άκτιστο Φως, το οποίο ο αγ. Γρηγόριος αποκαλεί υποστατικό, δηλαδή δεν ήταν απλά μια αισθητή λάμψη, αλλά ένα φως «ενυπόστατο», «εν προσώπω». Και αυτό το πρόσωπο ήταν ο Κύριος Ιησούς Χριστός.
Όπως σημειώνει ο αγ. Γρηγόριος, «όταν η προσευχή γίνεται με καθαρό νου (από κάθε τι το αισθητό) εξέρχεται (ο νους) από την ευχή, γεμάτος θερμότητα, ως να έχει φωτιά μέσα του (το θείο πυρ της Χάριτος). Εγώ νομίζω -σημειώνει- πως και ο ιδρώτας που έσταζε από το πρόσωπο του Κυρίου, κατά την εναγώνια προσευχή του στη Γεθσημανή, ήταν αποτέλεσμα της εσωτερικής θερμότητας της προσευχής».
Ο αγ. Γρηγόριος έλεγε, πως οι Ησυχαστές πραγματοποιούσαν τον Μακαρισμό του Κυρίου: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Και ο Κύριος υποσχέθηκε, πως σ’ αυτούς θα «ενοικήση και θα εμπεριπατήση» (Β’ Κορ. 6, 16). Για όσους τον αγαπούν αληθινά, υποσχέθηκε πως θα έρθει με τον Πατέρα Του και θα κάνουν «μονήν» (=διαμονή) στη καρδιά τους.
Οι Ησυχαστές βίωσαν την Παράδοση της Εκκλησίας, ότι ο άνθρωπος με την κάθαρσή του από τα πάθη προσεγγίζει τον Θεό και θεώνεται και αυτή η θέωση συνιστά τη σωτηρία του.
Σήμερα, που οι άνθρωποι νοιώθουμε τόσο κουρασμένοι από τους εκτός και τους εντός μας θορύβους, το μήνυμα του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά και των Ησυχαστών είναι επίκαιρο.
Να επιστρέψουμε στους εαυτούς μας, στην περισυλλογή, την αυτοσυγκέντρωση, την αναζήτηση του Θεού και τη σχέση και κοινωνία μαζί Του και θα νοιώσουμε κοντά του την ανάπαυση, για την οποία μας υποσχέθηκε: «Καγώ αναπαύσω υμάς».

(Παύλου Μουκταρούδη, θεολόγου, «Διήρχετο δια των σπορίμων», τ.Β΄.εκδ. Ι.Μητροπόλεως Λεμεσού)

 http://vatopaidi.wordpress.com/2011/03/19/%CE%BF-%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B3%CF%81%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87/

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Tέσσερις τάσεις στην θεολογία και ζωή της Εκκλησίας και το ησυχαστικό βίωμα της ορθοδοξίας


Πρώτη, αυτή των ευσεβιστών, ηθικιστών. Οι άνθρωποι αυτοί που υπήρχαν πάντοτε σε όλες τις εποχές δίνουν βαρύτητα στον τύπο, έχουν μία εξωτερικά ηθική ζωή, αλλά δεν γνωρίζουν ουσιαστικά τί σημαίνει καθαρότητα της καρδίας. Μένουν στον τύπο και δεν εισχωρούν στην ουσία. Νομίζουν ότι η θέωση του ανθρώπου είναι ένα ηθικό γεγονός και όχι μία οντολογική κατάσταση, πραγματική μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες ενέργειες του Θεού.
Στην δεύτερη τάση κατατάσσονται αυτοί που εκφράζουν την λεγόμενη αισθητική θεολογία. Είναι άνθρωποι με υψηλή διανόηση και κουλτούρα· άνθρωποι της τέχνης, της ποίησης, της μουσικής. Θέλουν να συνδέσουν την θεολογία με την τέχνη, ώστε η θεολογία να γίνει η θεραπαινίδα της τέχνης. Δηλαδή η θεολογία της Εκκλησίας μας να γίνει ποιητική, συγγραφική και μουσική. Ας τονίσουμε όμως ότι η Ορθοδοξία και συνεπώς η θεολογία δεν είναι τέχνη και πολιτισμός, αλλά παράγει τέχνη και πολιτισμό. Η οποιαδήποτε τέχνη και η ίδια η ζωή μας πρέπει να συνδέεται με την Εκκλησία και από εκεί να παίρνει «τό ύδωρ το ζών»
Τρίτη τάση είναι αυτή των παραδοσιαρχικών. Αυτοί επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στον τύπο της Πατερικής παραδόσεως, αλλοιώνουν όμως την ίδια παράδοση στην πράξη. Δεν καταλαβαίνουν την Παράδοση ως οργανική και δυναμική συνέχεια της Εκκλησίας. Ταυτίζουν τον εαυτό τους με το ένδοξο παρελθόν της Παραδόσεως, δεν ζούν όμως αυτήν την Παράδοση. Είναι αυτοί που είναι γνώστες της ορθοδόξου θεολογίας, δεν την εφαρμόζουν όμως στην ζωή τους. Ομιλούν μέν συνέχεια για επιστροφή στις παραδόσεις και τους Πατέρες, δεν έχουν όμως βιώσει την θεία Χάρη, που είχε σκηνώσει στους Πατέρες και τους ενέπνεε σε κάθε λόγο και δραστηριότητά τους. Έτσι αποδεικνύονται κίβδηλοι, ή όπως θα έλεγε ο απόστολος Παύλος «κύμβαλα αλλαλάζοντα»
Στην τέταρτη τάση κατατάσσονται αυτοί που ομιλούν για παροντική θεολογία. Μετατοπίζουν το κέντρο βάρους από την θεολογία στην ανθρωπολογία και την κοινωνιολογία. Αυτοί πρεσβεύουν το τέλος της Πατερικής θεολογίας, και προσπαθούν να ομιλήσουν με νέα θεολογία για τα σύγχρονα προβλήματα της κοινωνίας, τα οποία νομίζουν ότι δεν μπορεί να τα επιλύσει η Πατερική θεολογία. Θεωρούν ότι ο λόγος της Εκκλησίας είναι κλειστός, στατικός και δεν πιστεύουν ότι αυτό που τροφοδοτεί την Εκκλησία είναι τα έσχατα· ότι μόνο με το πρίσμα της εσχατολογίας  έχει νόημα και η ιστορία του κόσμου.
Παράλληλα όμως παρατηρείται σε πολλούς τα τελευταία χρόνια μία βαθύτερη γνώση της Πατερικής παραδόσεως, και προπάντων του ησυχασμού ως αυθεντικού, πρακτικού βιώματος. Το βίωμα αυτό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εφαρμογή του Ευαγγελίου στην εποχή μας, η βίωση της θείας Χάριτος, που εξασφαλίζει στον άνθρωπο την καρποφόρα ένταξή του στο Σώμα της Εκκλησίας με πληρότητα αληθινής ζωής και αναφαίρετης χαράς κατά την κοινωνία του με τα άλλα πρόσωπα. Τότε ο άνθρωπος γίνεται εκκλησιολογική και ευχαριστιακή υπόσταση, αληθινό πρόσωπο κατ'; εικόνα του απολύτου και αιωνίου προσώπου του Χριστού.
Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι όσοι ανήκουν στις τέσσερις κατηγορίες που αναφέραμε έχουν μία διανοητική σχέση με τον Θεό, επαναπαύονται σε αυτήν και νομίζουν ότι γνωρίζουν τον Θεό. Δεν έχουν όμως επιτύχει την κοινωνία με τον Θεό, που σχετίζεται με την όλη τους ύπαρξη και κυρίως με την νοερά ενέργεια στην καρδιά τους, αλλά ούτε την ουσιαστική κοινωνία με τον συνάνθρωπο. Οι άγιοι Κολλυβάδες Πατέρες μας τόνιζαν ότι το πνευματικό κέντρο του ανθρωπίνου προσώπου είναι η καρδία και όχι ο εγκέφαλος. Εκεί διαδραματίζονται όλα τα μυστήρια του αοράτου πολέμου, της αναγεννήσεώς μας, της ενοικήσεως της θείας Χάριτος. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι η καρδία του ανθρώπου είναι κέντρο φυσικό, παραφυσικό και υπερφυσικό. Ο ίδιος ο Χριστός μας αποκαλύπτει ότι η βασιλεία του Θεού «εντός ημών εστιν».  Οι Κολλυβάδες επέμεναν στην συχνή θεία Κοινωνία, γιατί γνώριζαν ότι στο ευχαριστιακό Σώμα του Χριστού ενώνεται αρρήτως και αδιαιρέτως η θεία με την ανθρώπινη φύση, βιώνεται το ομοούσιο της ανθρωπότητος, τελεσιουργείται το μυστήριο της θεώσεως.
Οι άνθρωποι που ζούν και προσφέρουν μία φαλκιδευμένη, νοθευμένη Ορθοδοξία, πρέπει να εναρμονισθούν με την ζωογόνο Πατερική παράδοση, που είναι αυτή των Κολλυβάδων του 18ου αιώνα, των Ησυχαστών του 14ου αιώνα, των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Οι Κολλυβάδες γίνονται έτσι και σήμερα πνευματικοί οδηγοί μας για την σωστή συνέχιση της πορείας μας μέσα στην αυθεντική Πατερική παράδοση.
Το πνεύμα των Πατέρων παραμένει πάντοτε το ίδιο. Ανάλογα όμως τις κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές συνθήκες κάθε εποχής οι Πατέρες βιώνοντας την θεία Χάρη, την κοινωνία με τον προσωπικό Θεό διατυπώνουν και τις θέσεις τους κατά τον διάλογο με τα φιλοσοφικά, θρησκευτικά και κοινωνικά ρεύματα της εποχής τους. Η διατύπωση των δογμάτων και η ερμηνεία της οδού της μετανοίας διαμορφώνεται κάθε φορά με σύγχρονη και δυναμική ορολογία δίχως να αλλοιώνεται η ουσία του Ευαγγελικού κηρύγματος, που πάντοτε ήταν, «μετανοείτε, ήγγικε η βασιλεία των ουρανών».


 του Γέροντος Εφραίμ, Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, από το κεφάλαιο  «Οι Κολλυβάδες στην ιστορία και το παρόν»  στο  βιβλίο του "Αθωνικός Λόγος".


Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Άλλη τις ξένη δύναμις τον εβάσταζε (του γέροντα Φιλόθεου Ζερβάκου)



Κατά το έτος 1905-1907 υπηρετών εις τας τάξεις του στρατού, εφοίτων εις την Βυζαντινήν Μουσικήν Σχολήν «Ιωάννης ο Δαμασκηνός», την οποίαν είχεν ιδρύσει ο εκ Μονεμβασίας συμπατριώτης μου, αείμνηστος Ανδρέας Τσικνόπουλος, μουσικοδιδάσκαλος. Εις την ιδίαν Σχολήν εφοίτα και ο επίσης συμπατριώτης μου εκ Συκέας της Λακωνίας Ιωάννης Αλεξάκης, μετέπειτα Ιεροψάλτης. Ούτος ημέραν τινά λέγει μοι: «Να έλθης εις τον μικρόν ναόν του Προφήτου Ελισσαίου, εις τον οποίον γίνονται κατανυκτικαί αγρυπνίαι και ψάλλουν βυζαντινά οι Παπαδιαμάντης, Μωραϊτίδης, Τσώκλης και άλλοι. Θα ωφεληθής και θα μάθης πολλά αναγκαία, χρήσιμα και ωφέλιμα δια την ιεράν υμνωδίαν».[...]
Εις τας αγρυπνίας ήρχετο ανήρ τις, Αλέκος το όνομα, όστις έψαλλε, αλλ’ ήτο μέθυσος, και ότε ήτο μεθυσμένος έψαλλε με κατάνυξιν και με δάκρυα. Ο Παπαδιαμάντης που τον ήξευρε όταν έψαλλε με κατάνυξιν έλεγε: «ο Αλέκος έχει κρασοκατάνυξιν» και πολλάκις τον εδίωκεν εκ της εκκλησίας. Ο παπα-Νικόλας, ως απλούς και άκακος, επειδή κατά τον ίδιον σοφόν παροιμιαστήν: «άκακος ανήρ, παντί πιστεύει», έλεγε: «καλός, καλός ο Αλέκος, έχει κατάνυξιν, έχει φόβον Θεού», και ενίοτε μετά την αγρυπνίαν τω έδιδε και μικράν αμοιβήν. Τούτο υπήρξεν αφορμή εις τον Αλέκο να πλησίαση τον παπα-Νικόλα και να γίνη οικείος του και αχώριστος, αλλ’ υπήρξε και αφορμή σκανδάλου εις τινάς αδελφούς και εις εμέ, όστις ήμην νέος 22 – 23 ετών και εγνωρίζαμε τον Αλέκο, τινές δε είπον εις τον παπα-Νικόλα να διώξη τον Αλέκον, διότι ήτο μέθυσος και γίνεται σκάνδαλον εις τους αδελφούς. Αλλ’ ο παπα-Νικόλας με την συνήθη απλότητα του, έλεγε: «καλός, καλός ο Αλέκος, αγαπά την εκκλησίαν, ψάλλει καλά». Ως τόσον ο Αλέκος επήρε θάρρος και με τρόπον έβαζε το χέρι και εις την τσέπην του παπα – Νικόλα και του αφαιρούσε τα χρήματα που του έδιδαν οι ευλαβείς χριστιανοί, δια να μνημόνευση τα ονόματα των προσφιλών γονέων, τέκνων, αδελφών και συγγενών των εις τας αγρυπνίας και Λειτουργίας. 
Κάποτε ο παπα – Νικόλας είχε εις την τσέπη του αρκετά κέρματα και ο Αλέκος έβαλε το χέρι του και προσεπάθει να τα πάρη όλα. Ο παπα-Νικόλας αντελήφθη τούτο και χωρίς να θυμώση, να τον υβρίση, να τον ελέγξη, ηρκέσθη και τω είπε με πραότητα: «Αλέκο ήσυχα, ήσυχα- ήσυχα Αλέκο». Ο Αλέκος εξηκολούθει αφόβως και εισήρχετο ενίοτε και εις το Άγιον θυσιαστήριον και του αφήρει ό,τι είχε. [...]
Απορίαν και θαυμασμόν μοι προξενεί, όταν αναλογισθώ, ότι ο παπα-Νικόλας επί 15 περίπου ώρας ίστατο άυπνος και όρθιος, καίτοι υπέφερεν από τους πόδας του και είχε και άλλας ασθενείας. Ίστατο όλην την αγρυπνίαν 10-11 ώρας και κατά τα εξημερώματα μετέβαινεν εις την ενορίαν του και συνέχιζε τον Όρθρον και την Λειτουργίαν, άλλας 4-5 ώρας. Δεν θα ήτο δυνατόν να ίσταται τόσος ώρας, εάν δεν είχε υπομονήν μεγάλην. Αλλά και όσον μεγάλην υπομονήν εάν είχε, πάλιν δεν θα εβάσταζε. Τον παπα-Νικόλα άλλη τις ξένη δύναμις τον εβάσταζε: η δύναμις του Θεού, η χάρις του Αγίου Πνεύματος, «η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα», η τα αδύνατα δυνατά ποιούσα. Αρμόζει να είπη τις, ότι εν τω π. Νικολάω δεν έζη ο Νικόλαος, αλλά το εν ταις καρδίαις των πραέων αναπαυόμενον Πνεύμα Κυρίου: «εν καρδίαις πραέων αναπαύσεται πνεύμα Κυρίου, καρδία δε ταραχώδης καθέδρα διαβόλου», λέγει ο σοφός Παροιμιαστής. 
Ο π. Νικόλαος ουδέποτε εταράχθη, ουδέποτε εθύμωσε, πάντας ηγάπα, υπέρ πάντων ηύχετο. Είχε δε την νοεράν προσευχήν, το χαροποιόν πένθος, το αείρυτον δάκρυον, άτινα τον κατέστησαν πράον και κληρονόμον της γης των πραέων, της Βασιλείας των Ουρανών.
Ας μιμηθώμεν και ημείς, αγαπητοί, κατά το δυνατόν, την ταπείνωσιν του αγίου παπα-Νικόλα, δια να επιβλέψη και εις ημάς ο Κύριος και μας υψώση. Ας μιμηθώμεν την πραότητα αυτού, δια να αναπαυθή και εις τας ιδικάς μας καρδίας το Πνεύμα του Κυρίου, ας μιμηθώμεν την εκείνου υπομονήν, ίνα εν τη υπομονή ημών κτησώμεθα τας ψυχάς ημών, και ούτω κληρονομήσωμεν την Ουράνιον και αιώνιον Βασιλείαν του Θεού. Ης γένοιτο πάντας επιτυχείν, ελέει και οικτιρμοίς, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ι. Χριστού, και δια πρεσβειών της Πανάχραντου Μητρός Αυτού και πάντων των Αγίων. Αμήν.
Αρχιμ. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ
Πηγή περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ ΤΕΥΧΟΣ 16 (από το βιβλίο Ο παπα Νικόλας Πλανάς Εκδόσεις «ΑΣΤΗΡ» Αθήνα 1979. )
http://fdathanasiou.wordpress.com/

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Κύριε των δυνάμεων…


«Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού». Πώς ο Κύριος θα είναι μαζί μας. Ο Χριστός είναι δύναμη.
«Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού…». Άραγε τί θέλουν να πουν αυτά τα λόγια; Κάτι καλό όμως θα είναι και ευχάριστο, για να το παρουσιάσουν οι άγιοι Πατέρες να λέγεται τώρα, αυτές τις ημέρες της άγιας Τεσσαρακοστής. Ποιός βασιλιάς, ποιός εξουσιαστής, ποιός άρχοντας, ποιός ηγεμόνας είναι σε αυτόν τον κόσμο, που δεν έχει εξουσία; Τόση δύναμη έχει ο λόγος του, ώστε εκείνο που θα προστάξει να γίνει αμέσως. Όμως δύναμη πνευματική δεν μπορεί να τους δώσει.
«Κύριε των δυνάμεων μεθ ημών γενού». Παρακαλούμε τον βασιλέα των ουρανών να μας δώσει κάποια δύναμη πνευματική. Τώρα, αυτές τις ημέρες πολύ σωστά όρισαν οι άγιοι Πατέρες να το λέμε αυτό και να τον παρακαλούμε να έλθει μαζί μας. Έλα εσύ, που είσαι ο εξουσιαστής όλων των δυνάμεων, εσύ που είσαι Κύριος των πάντων, έλα μαζί  μας. Τί να κάνεις; να γίνεις παρήγορός μας, έλα να γίνεις συνήγορός μας, δάσκαλος και ιατρός μας· εσύ που εξουσιάζεις τα πάντα «μεθ’ ημών γενού». Τον παρακαλούμε να μας δώσει κάποια δύναμη.
Αυτή όμως η δύναμη απλώς και ως έτυχε δεν έρχεται. Δεν είναι κανένα ρούχο να το φορέσουμε, δεν είναι κανένα πράγμα υλικό, για να το πάρουμε· είναι μία δύναμη πνευματική. Είναι ο ίδιος ο Θεός, τον οποίον παρακαλούμε να έλθει μαζί μας. Είναι πανέτοιμος για να έλθει· είναι πολύ πρόθυμος και έτοιμος κάθε στιγμή με ευχαρίστηση, με χαρά, με καλή διάθεση, να έλθει να επισκιάσει και να βοηθήσει τον άνθρωπο, αλλά πρέπει να του ετοιμάσουμε τόπο.
Ποιός είναι αυτός, που έχει τόσες δυνάμεις; είναι αυτός ο Χριστός, που ήλθε και έχυσε το πανάγιό Του αίμα, για να μας εξαγοράσει και να μας δώσει δύναμη, ώστε να πατούμε επάνω «όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού». Αλλά δεν έρχεται έτσι· πρέπει πρώτα – πρώτα να καταδαμάσουμε τα πάθη μας. Για τούτο οι άγιοι Πατέρες όρισαν να το λέμε τώρα, αυτές τις ημέρες, που είναι η νηστεία· διότι η νηστεία καταδαμάζει τα πάθη. Εάν δεν καταδαμαστούν αυτά, δεν έρχεται ο Θεός.
Ποιό όμως να είναι το μέσον, με το οποίο θα μπορέσουμε να φέρουμε τον Θεό μαζί μας; Πιστεύω ότι το ξέρετε. Το μέσον αυτό, με το οποίο θα φέρουμε τον Θεό μαζί μας, είναι αυτή η συντριβή της καρδίας. Να συντρίψουμε την καρδία μας και να φέρουμε στον εαυτό μας την αγάπη, την ταπείνωση, την υπομονή και επιμονή στο αγαθό, για να μείνει ο Θεός μαζί μας. Δύσκολο όμως είναι. Διότι τα πάθη μας δεν τα δαμάζουμε εύκολα.
Επικαλούμεθα τον Θεόν στο κελλί μας, μέσα στην εκκλησία, κλαίμε, συντρίβουμε τον εαυτό μας, άλλα διάφορα κάνουμε, βγαίνουμε όμως κατόπιν έξω και εκείνα, τα οποία κερδίσαμε, τα δαπανάμε. Πώς; Με το μίσος, την κακία, την πονηρία, με την κρίση, με την κατάκριση και με τα άλλα πάθη, τα οποία πολεμούν καθημερινά τον άνθρωπον. Φωνάζουμε: Κύριε των δυνάμεων έλα μαζί μας… αλλά αυτά απομακρύνουν τη χάρη του Θεού, και δεν έρχεται. Δεν φοβούμεθα το Θεό, αλλά και δεν τον αγαπούμε· ναι έλεγε ο μέγας Αντώνιος, ότι εγώ δεν φοβούμαι τον Θεό, αλλά τον αγαπώ ολοψύχως, διότι η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβο.
Πώς δείχνουμε ότι δεν τον αγαπούμε εμείς; διότι όταν μας τύχει μια προσβολή, δεν υπομένουμε, όταν μας τύχει κάτι που μας παροξύνει, δεν υποκύπτουμε, όταν μας έρχεται να κάνουμε κάτι, το οποίο είναι μισητό ενώπιον του Θεού, δεν το αποφεύγουμε. Ποιόν βλάπτουμε; τη ψυχή μας. Εκεί που θα βλαφτείς, εκεί πηγαίνεις· εκεί που θα σκοτισθεί το μυαλό σου, εκεί τρέχεις. Τί θα κερδίσεις; αντί χαρά, λύπη· αντί ανάπαυση, ταραχή και ανησυχία. Πώς θα έλθει μαζί σου ο Θεός;
Πολλές ημέρες τώρα παρατηρώ έξω που πηγαίνω, ότι έρχονται δύο πέρδικες και καθίζουν εκεί στο παγκάκι· πότε πιό πάνω, πότε πιό κάτω, όλο τις βλέπω να τριγυρίζουν εκεί. Γιατί δεν έρχονταν και άλλοτε; γιατί δεν έρχονταν και τα περασμένα χρόνια, μόνο τώρα κάθε μέρα έρχονται; Διότι βλέπουν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος. Εμείς, αδελφές, δεν βλέπουμε τον κίνδυνο που έρχεται εναντίον της ψυχής μας; Δεν βλέπουμε ότι ο διάβολος γίνεται όργανο, για να απορροφήσει την πνευματική μας δύναμη. Ποιός το σοφίζει αυτό το πουλί; ποιός του έλεγε τόσα χρόνια να μην έρχεται και τώρα δεν φεύγει από εκεί; Κανείς· με τη γνώση του· καταλαβαίνει ότι σ’ αυτό  το μέρος θα βρει τη γαλήνη, θα βρει ­την ησυχία. Εμείς είμαστε λογικοί άνθρωποι, αφιερωμένοι στον Θεό. Γιατί να τρέχουμε εκεί που είναι ο κίνδυνος; Γιατί να μην ασπαζόμαστε  τη σιωπή; Γιατί να μην κυνηγούμε την υπακοή; Γιατί να μην έχουμε την αγάπη, την υπομονή, την ομόνοια, με τα οποία θα αποφύγουμε τους κινδύνους και θα φέρουμε τη θεϊκή δύναμη μέσα μας;
Έμενα, μου κάνει εντύπωση αυτό το πράγμα· έκπληκτος γίνομαι· ένα πουλί να καταλαβαίνει τον κίνδυνο! του δίνει σοφία ο Θεός· του δίνει στόχαση, ότι σ’ αυτό το μέρος δεν έχει φόβο να βλαφτεί.
Δεν μας φθάνει, αδελφές, να πούμε ότι ήλθαμε στο στάδιο της αγίας Τεσσαρακοστής και εξασφαλιστήκαμε με τη νηστεία που κάνουμε διότι η νηστεία αυτή δεν είναι άλλο παρά μια αλλαγή φαγητών. Άλλη νηστεία να κάνουμε· διότι λέει και το στιχηρό, «νηστεία δεν είναι μόνον η αποχή των βρωμάτων, αλλά εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, καταλαλιάς, ψεύδους…» αυτά να αποφύγουμε, αδελφές. Διότι δεν θα μπορέσουμε να δικαιολογηθούμε τότε ενώπιον του πανδήμου δικαστηρίου και να πούμε ότι δεν τα ξέραμε. Όταν τηρείς λοιπόν αυτά, ευθύς ως θα ειπείς: «Κύριε των δυνάμεων, έλα μαζί μου…» αμέσως ένας άγγελος έρχεται πλησίον σου. Έρχεται και ο διάβολος από πίσω, αλλά ο άγγελος είναι ισχυρότερος. Και να μην πεις ποτέ, ο διάβολος με παρακίνησε και έκανα εκείνο το κακό, ή είδα τον άλλο και παρακινήθηκα και εγώ. Διότι δεν γελιέται ο Θεός· τον άγγελο που σου έδωσε φύλακα και σε φυλάει νύκτα – μέρα, γιατί δεν τον ακούς, αλλά μόνον ακούς τον Σατανά; Δωρεάν μας φυλάει ο άγγελος μέρα και νύκτα. Όμως επειδή αδυνατούμε να κάνουμε το αγαθό, αδυνατεί και ο άγγελος και φεύγει μακριά μας. Αλλά ο διάβολος που μένει πλησίον σου καλό θα σου κάνει; Προσέχετε! διότι η ζημιά είναι μεγάλη και όταν σεις ζημιώνεσθε, η λύπη μου είναι άπειρη. Διότι δεν θέλω να χαθεί καμία σας. Αν χαθώ εγώ, δεν με νοιάζει· αν χαθεί όμως μια από σας, η λύπη μου θα είναι πολύ μεγάλη…
Να προσέχετε! Όπου είναι η δύναμη, εκεί να τρέχετε· να φεύγει κάθε είδος κακίας, το οποίο θα σας φέρει σκότος και ταραχή. Ποιά είναι η δύναμη; ο Χριστός! εκεί να τρέξεις. Σου έτυχε κάτι; τρέξε στη προσευχή, τρέξε στο Χριστό. Και πώς δεν πας στο Χριστό; πώς δεν τρέχεις στη προσευχή; η προσευχή, είναι το πάν, εκεί είναι η δύναμη, εκεί είναι η βοήθεια. Τρέξε λοιπόν στον βοηθό, τρέξε εκεί που υπάρχει δύναμη.
Η προσευχή είναι σαν μία θωράκιση, είναι σαν ένα ισχυρό όπλο και ενίσχυση, για να αποφεύγουμε τον Σατανά και να μη γινόμαστε παιχνιδάκι  του. Από πού έρχεται η δύναμη; από το Χριστό! Ο Χριστός μου είναι δύναμη… τρέξε λοιπόν φώναζε το Χριστό να σε βοηθήσει. Προσπαθήσετε να αγιασθείτε, να φωτιστείτε,… επικαλείσθε τον Χριστό να σας γίνεται βοηθός σε όλα και συνήγορος. Εμείς έχουμε αγγέλους και μας φυλάγουν ο βασιλέας μας, μας έδωσε από έναν άγγελο φύλακα. Λοιπόν αποφεύγετε τον Σατανά· τρέχετε στον Χριστό. Οτιδήποτε σας συμβεί, η παρηγοριά σας να είναι ο Χριστός· εκεί είναι η δύναμη. Θέλω να γίνετε τέκνα του επουρανίου βασιλέως· θέλω να σας δω όλους στη βασιλεία των ουρανών.
(Αγίου Ανθίμου του Χίου, Πνευματικές διδασκαλίες).



 http://vatopaidi.wordpress.com/2010/02/17/%CE%BA%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B5-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%89%CE%BD/