Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εικών Δημητρέλος

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Με τη Γέννησή του ο Ιησούς Χριστός πολέμησε και θεράπευσε τον έρωτα του πλούτου.(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου)


Σκέψου, αγαπητέ, ότι, όπως υπάρχει αυτός ο αισθητός μέγας κόσμος, που αποτελείται από όλα τα κτίσματα, έτσι υπάρχει ένας άλλος νοητός κόσμος αποτελούμενος από αμαρτωλούς, του οποίου τα στοιχεία είναι οι τρεις διεστραμμένοι έρωτες, τους οποίους αναφέρει ο Θεολόγος Ιωάννης· πρώτον, ο έρωτας των ηδονών δεύτερον, ο έρωτας του πλούτου, και τρίτον, ο έρωτας της δόξας· «Όσα είναι του κόσμου η επιθυμία της σάρκας και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου» (Α΄ Επιστ. Ιωάν. 2,16). Τώρα αυτός ο πονηρός κόσμος, ο οποίος είναι όλος ενάντιος στον σκοπό του Θεού και εξουσιάζεται από τον εωσφόρο (ο οποίος γι’ αυτό και λέγεται κοσμοκράτορας), είναι εκείνος ο μεγάλος εχθρός τον οποίον ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού και Πατέρα που γεννήθηκε στην γη, ήλθε, για να πολεμήσει, πρώτα με το σιωπηλό παράδειγμά του και ύστερα, στον κατάλληλο καιρό, με τον λόγο και την διδασκαλία του· γι’ αυτό συλλογίσου, ότι πρώτα πολεμεί με την φτώχεια του τον παράλογο έρωτα του πλούτου. Ο κοσμικός άνθρωπος νομίζει, ότι έχει κάθε όφελος στα πρόσκαιρα αγαθά· γι’ αυτό, λοιπόν, και, ή για να τα αποκτήσει αυτά, ή για να μη τα χάσει, ξοδεύει σχεδόν όλο τον χρόνο που του έδωσε ο Θεός, για να κερδίσει τα αιώνια αγαθά. Και να που ο προαιώνιος Λόγος και Υιός του Θεού και Πατέρα, κατεβαίνει από τον ουρανό, για να μας λυτρώσει από αυτήν την πλάνη και να ξεριζώσει από τις καρδιές μας αυτήν την καταραμένη ρίζα όλων των κακών, την φιλαργυρία, όπως την ονομάζει ο θείος Παύλος· «Ρίζα πάντων των κακών η φιλαργυρία» (Α΄Τιμ. 6,10).
Πρόσεξε, όμως πόσο ταλαιπωρήθηκε για την αγάπη μας εκείνος, που διαμοιράζει τα πλούτη και τους θησαυρούς της παρούσας ζωής και της μέλλουσας·«Δικό μου είναι το αργύριο, δικός μου και ο χρυσός, λέει ο Κύριος ο παντοκράτορας» (Αγγαίου 2,9) και σκέψου πού είναι το παλάτι που γεννήθηκε; Πού οι προετοιμασίες Πού οι μαίες, πού το στρώμα το βασιλικό; Πού τα βρεφικά περιρραντήρια(λεκάνες με νερό); Πού η δορυφορία των δούλων; Πού η φωτιά και η ανάπαυση; Πού η συνδρομή των συγγενών και των φίλων; Μπες στο μέρος και πρόσεξε το πτωχότατο σπήλαιο, που γεννήθηκε και την ευτελέστατη φάτνη στην οποία ανακλήθηκε, και όχι μόνο δεν θα βρεις κανένα περιττό, αλλά θα βρεις και μεγάλη έλλειψη από όλα τα αναγκαία, επειδή ο γλυκύτατος μου Ιησούς γεννιέται σχεδόν σε τόπο ακάλυπτο, κατά την ώρα του μεσονυκτίου, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, μόνος με μόνη την μητέρα και τον υποτιθέμενο πατέρα, χωρίς σκεπάσματα, χωρίς ζεστά φαγητά, τα συνηθισμένα της γεννήσεις έως και αυτών των πολύ πτωχών παιδιών, χωρίς τις ελλειπείς εκείνες αναπαύσεις του πτωχικού σπιτιού, που είχε στην Ναζαρέτ. Και το περισσότερο, ότι χωριστά από την φτώχεια αυτή που διάλεξε ο Ιησούς με την θέλησή του, θέλει και άλλη σχεδόν βίαιη, επειδή ορίζει να μη δοθεί σ’ αυτόν εκεί στο σπήλαιο καμμίά υποδοχή και φιλοξενία από κανέναν άνθρωπο, για να διαφέρει από τόσους συμπατριώτες, που ανέβηκαν στην Βηθλεέμ, για να απογραφούν, οι οποίοι ήταν καλά εφοδιασμένοι, αναπαυμένοι και φιλοξενημένοι μέσα σε. σπίτια, όπως αυτό δηλώνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς λέγοντας· «Δεν βρήκαν μέρος στο πανδοχείο» (2,7). Και επειδή ο κόσμος όχι μόνο αποστρέφεται την φτώχεια και την νομίζει σαν μία μεγάλη ντροπή, αλλά διδάσκει τους ανθρώπους, αν και είναι πτωχοί, να υποκρίνονται φαινομενικά πως είναι πλούσιοι, γι’ αυτό και ο Ιησούς Χριστός δεν ντρέπεται για την φτώχεια του, αλλά μάλιστα κάνει και επίδειξη της φτώχειας του, και από μεν τους ουρανούς φωνάζει τους Αγγέλους· και από τους αγρούς και τα χωράφια, καλεί τους ποιμένες για να τον προσκυνήσουν σε εκείνη την κατάσταση, την τόσο ανεφοδίαστη και πτωχική, σε εκείνον τον θρόνο μιας ευτελέστατης φάτνης και σε κείνη την αυλή ενός πενιχρότατου σπηλαίου. Ω, φτώχεια υπέρπλουτη! Ω, συγκατάβαση υπερύψιστη!
Τώρα, εσύ, που μελετάς αυτές τις αλήθειες; τί λες; Ποιός από αυτούς τους δύο μεγάλους εχθρούς νομίζεις πως έχει δίκιο να σε νικά και να σε κυριεύει; Ο κόσμος ή ο Χριστός, που νίκησε τον κόσμο; Ο κόσμιος σε παρακινεί να ζητάς πρώτα τα επίγεια αγαθά και να τα θεωρείς σαν ένα μεγάλο καλό· ο Χρίστος σε συμβουλεύει και με το παράδειγμά του και με την διδασκαλία του, να ζητάς πρώτα την βασιλεία του Θεού και να καταφρονείς όλα τα καλά της γης σαν έναν πηλό· «Να ζητάτε πρώτα την βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη του» (Ματθ. 6,33). Ακόμη σε συμβουλεύει να στερείσαι και από αυτά τα γήινα καλά, ή κατά μέρος δίνοντάς τα ελεημοσύνη στους πτωχούς ή και ολοκληρωτικά, απαρνούμενος τα πάντα με την μοναχική ζωή και εξαγοράζοντας έναν θησαυρό στον παράδεισο1 «Πώλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό και έλα και ακλούθησέ’ με» (Ματθ. 19,21). Και πάλι· «Κάθε ένας από σας που δεν αρνείται όλα τα υπάρχοντά του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου» (Λουκ. 14.33). Λοιπόν, εσύ και ως μαθητής του Χριστού και ως φρόνιμος και στοχαστικός πρέπει να αποφασίσεις για να ακούσεις εκείνο που σου λέει ο Χριστός παρά εκείνο που σου λέει ο κόσμος και όχι μόνο να το ακούσεις αλλά και να το κάνεις με έργο· «Επειδή, δεν είναι οι ακροατές του νόμου δίκαιοι κοντά στον Θεό, αλλ’ οι ποιητές του νόμου» (Ρωμ. 2,13). Είναι αλήθεια πως δεν είσαι υποχρεωμένος ως λαϊκός Χριστιανός να είσαι ακτήμονας και πάμφτωχος είσαι, όμως υποχρεωμένος να υπολογίζεις τόσο λίγο τα πλούτη και τα χρήματα, ώστε γι’ αυτά όλα μαζί να μη παρακινηθείς ποτέ να παραβείς κάποια εντολή του Θεού· και τόσο να είναι ξεκολλημένη από αυτά η καρδιά σου, ώστε να τα έχεις με τόση απροσπάθεια σαν να μη τα έχεις και να τα χρησιμοποιείς, δηλαδή να τα ξοδεύεις στα μάταια και στα περιττά και για τις ανάγκες σου, όπως λέει ο Παύλος· «Ο καιρός που απομένει είναι πολύ λίγος… ώστε και όσοι ασχολούνται με τα αγαθά του κόσμου αυτού, σαν να μην ασχολούνται. Επειδή δεν θα διαρκέσει πολύ η μορφή αυτού του κόσμου» (Α’ Κορ. 7,29). Πλην επάνω σ’ αυτήν την υπόθεση συμβουλέψου το πανάγιο βρέφος τον Ιησού, και νιώσε ντροπή μπροστά του, επειδή μέχρι τώρα είχες σε τόση εκτίμηση και αγάπη τα πλούτη, που το βρέφος αυτό τόσο τα καταφρονεί· και αντίθετα, πως είχες σε τόσο μίσος και καταφρόνηση εκείνη την φτώχεια και την ευτέλεια, που αυτό τόσο αγαπά· και ζήτησέ του συγχώρηση για όλα τα κακά που έκανες ή για να αποκτήσεις πλούτο και γήϊνα αγαθά, ή για να χρησιμοποιήσεις αυτά· και παρακάλεσέ τον να σου δώσει χάρη, καθώς αυτός ενώ ήταν πλούσιος έγινε πτωχός για την αγάπη σου, έτσι και εσύ να γίνεις πτωχός για την αγάπη του, για να πλουτίσεις από τη δική του θεότητα· «Γνωρίζετε την χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου· ήταν πλούσιος και έγινε για χάρη σας πτωχός, για να μπορέσετε κι εσείς με την δική του φτώχεια να πλουτήσετε» (Β΄ Κορ. 8,9) και γι’ αυτό παρακάλεσέ τον να μη σε αφήσει πλέον να πλανηθείς από τον κόσμο, αλλά, ή όταν έχεις τα υπάρχοντά σου, ή όταν τα στερείσαι για την αγάπη του Κυρίου, να μη τα χρησιμοποιείς για άλλον σκοπό, παρά μόνο και μόνο, για να εξαγοράσεις με αυτά μία αιώνια ευδαιμονία, καθώς είναι γραμμένο· «Λύτρο της ζωής του ανθρώπου είναι ο πλούτος του» (Παροιμ. 13,8).
(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Πνευματικά Γυμνάσματα, εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγίου Όρους 2008, σ. 186-189)

 http://fdathanasiou.wordpress.com/2012/12/24/%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B7-%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BF-%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%82-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD/

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Φώτης Κόντογλου - Οἱ τρεῖς μάγοι


Πῶς τοὺς ἐπροφήτευσε ὁ μάντης Βαλαὰμ 1300 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση

Κατὰ τὴν ἁγία Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἑνωθήκανε τὰ οὐράνια μὲ τὰ ἐπίγεια. Ὁ οὐρανὸς ἔδωσε τὸν Ἀστέρα καὶ τοὺς Ἀγγέλους ποὺ δοξολογούσανε ψέλνοντας, καὶ ἡ γῆ ἔδωσε τὴν Παναγία, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς τσομπάνηδες καὶ τοὺς μάγους. Αὐτοὶ οἱ μάγοι εἶναι μυστήριο πὼς βρεθήκανε σὲ κεῖνο τὸ ἔρημο μέρος, ξεκινημένοι ἀπὸ τὴ μακρινὴ Χαλδαία. «Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρώδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ.» Αὐτὰ λέγει τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο. Καὶ πὼς σὰν ἄκουσε ὁ Ἡρώδης πὼς γεννήθηκε ὁ Χριστός, ὁ βασιλέας τῶν Ἰουδαίων, νόμισε πὼς εἶναι ἐπίγειος βασιλιὰς κι ἐπειδὴ φοβήθηκε μήπως τοῦ πάρει τὴν βασιλεία, σύναξε ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, καὶ τοὺς ρωτοῦσε ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Καὶ ἐκεῖνοι τοῦ εἴπανε: Στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, γιατὶ ἔτσι εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, ποὺ εἶπε: «Καὶ ἐσύ, Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, δὲν εἶσαι καθόλου μικρὴ ἀνάμεσα στοὺς ἡγεμόνες τοῦ Ἰούδα. Γιατὶ ἀπὸ σένα θὰ βγεῖ ἕνας ἄρχοντας, ποὺ θὰ κυβερνήσει τὸν λαό μου τὸν Ἰσραήλ». Καὶ παρακάτω γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Τότε ὁ Ἡρώδης φώναξε κρυφὰ τοὺς μάγους καὶ πληροφορήθηκε ἀπὸ πότε φανερώθηκε τὸ ἄστρο, καὶ τοὺς ἔστειλε στὴ Βηθλεέμ, λέγοντάς τους: ῾Πηγαίνετε καὶ ἐξετάσετε καλὰ γιὰ τὸ παιδί, καὶ σὰν τὸ βρεῖτε, εἰδοποιῆστε με γιὰ νὰ ἔρθω κι ἐγὼ νὰ τὸ προσκυνήσω᾿. Καὶ ἐκεῖνοι τὸν ἀκούσανε καὶ τραβήξανε. Καὶ νά, τὸ ἄστρο ποὺ εἴδανε στὴν Ἀνατολὴ τοὺς ὁδηγοῦσε, πηγαίνοντας μπροστά τους, ὡς ποὺ πῆγε καὶ στάθηκε ἀπάνω ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ ἤτανε τὸ παιδί. Καὶ σὰν εἴδανε τὸ ἄστρο, πήρανε πολὺ μεγάλη χαρά, καὶ πηγαίνοντας στὸ μέρος ποὺ γεννήθηκε, εἴδανε τὸ παιδὶ μαζὶ μὲ τὴ μητέρα του τὴ Μαρία, καὶ πέσανε καὶ τὸ προσκυνήσανε, κι ἀνοίξανε τὰ θησαυροφυλάκια τους καὶ τοῦ προσφέρανε γιὰ δῶρα, χρυσάφι καὶ λιβάνι καὶ σμύρνα. Κι ἐπειδὴ εἴδανε κάποιο σημεῖο στὸ ὄνειρό τους νὰ μὴν ξαναγυρίσουνε στὸν Ἡρώδη, ἀπὸ ἄλλον δρόμο μισέψανε στὴ χώρα τους».
Ποιοί, λοιπόν, ἤτανε τοῦτοι οἱ Μάγοι κι ἀπὸ ποῦ κινήσανε, καὶ γιατί καταλάβανε τί λογῆς ἄστρο ἤτανε ἐκεῖνο, καὶ πῶς γνωρίζανε πῶς γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἀφοῦ δὲν τὸ ἤξερε μήτε ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰουδαίας; Αὐτὴ ἡ παράξενη ἱστορία ἀρχίζει ἀπὸ χρόνια πολὺ παλιά, χίλια τρακόσια χρόνια, ἀπάνω-κάτω, πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Τέτοιες ἱστορίες ποὺ βαστᾶνε χίλια χρόνια ὡς νὰ φανεῖ τὸ τέλος τους, μονάχα στὴν Ἀνατολὴ γίνουνται.
Σὲ ἐκεῖνον τὸν παμπάλαιο καιρό, ζοῦσε στὴ Φαθουρὰ τῆς Μεσοποταμίας ἕνας Βαλαάμ, γιὸς κάποιου Βεώρ, μάγος φημισμένος. Οἱ Ἑβραῖοι, φεύγοντας ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, μὲ τὸν Μωυσῆ ἀρχηγό τους, εἴχανε φτάξει, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ βάσανα, στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, καὶ πολεμούσανε μὲ τὶς διάφορες φυλὲς ποὺ τοὺς φράζανε τὸ δρόμο. Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς φυλὲς ἤτανε καὶ οἱ Μωαβίτες, ποὺ κατοικούσανε στὰ ἀνατολικὰ τῆς Νεκρῆς Θάλασσας, ἄνθρωποι πολεμικοὶ ἀφοῦ λέγανε πὼς βαστούσανε ἀπὸ τοὺς γείτονες Ὀμμίν. Αὐτοί, λοιπόν, εἴχανε τότες βασιλέα τὸν Βαλάκ. Βλέποντας ὁ Βαλὰκ πὼς οἱ Ἰσραηλίτες νικήσανε τοὺς Ἀμορραίους καὶ τὸν Ὤρ, τὸν βασιλέα τοῦ Βασάν, φοβήθηκε πὼς δὲν θὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τοὺς Ἑβραίους, κι ἔστειλε κάποιους ἄρχοντες στὸν Βαλαάμ, νὰ τοῦ ποῦνε πὼς οἱ Ἰσραηλίτες φτάξανε στὰ σύνορά του καὶ πὼς εἶναι πολὺς στρατός, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουνε νὰ πάγει νὰ τοὺς καταραστεῖ, ὥστε νὰ νικηθοῦνε. Ἐπειδὴ πίστευε ὁ Βαλὰκ πὼς ὅποιον θὰ βλογοῦσε ὁ Βαλαάμ, θὰ νικοῦσε, κι ὅποιον καταριότανε θὰ νικιότανε. Οἱ ἀποστελλάμενοι φτάξανε τὸ βράδυ στὸ χωριὸ τοῦ Βαλαὰμ καὶ τοῦ εἴπανε γιατί τοὺς ἔστειλε ὁ Βασιλιάς τους. Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε νὰ καταλύσουνε τὴ νύχτα στὸ χωριό, καὶ πὼς τὴν ἄλλη μέρα θὰ τοὺς πεῖ ὅτι τοῦ λαλήσει ὁ Θεός. Καὶ τὸ πρωί, σὰν σηκωθήκανε, τοὺς εἶπε ὁ Βαλαὰμ πὼς ὁ Θεὸς τὸν πρόσταξε νὰ μὴν πάγει νὰ καταραστεῖ τοὺς Ἰσραηλίτες, γιατὶ εἶναι βλογημένοι. Κι οἱ Μωαβίτες φύγανε, καὶ γυρίσανε στὸν τόπο τους καὶ εἴπανε στὸν βασιλιὰ ὅτι τοὺς εἶχε πεῖ ὁ Βαλαάμ. Τότες ὁ Βαλὰκ τοὺς ξανάστειλε στὸν μάγο, παρακαλώντας τὸν νὰ πάγει, καὶ τάζοντάς του μεγάλες τιμὲς καὶ πολλὰ πλούτη. Μὰ ὁ Βαλαὰμ ἀποκρίθηκε πὼς δὲν θὰ πάγει, κι ἂν τοῦ δώσει ὁ βασιλιὰς ἀκόμα καὶ τὸ παλάτι του γεμάτο χρυσάφι, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ παρακούσει στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Πλὴν φανερώθηκε ὁ Θεὸς τὴ νύχτα στὸν Βαλαάμ, καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάγει στὸν Βαλάκ, μὰ νὰ κάνει ὅτι θὰ τοῦ πεῖ αὐτός. Τὸ πρωί, λοιπόν, καβαλίκεψε τὴ γαϊδάρα του, καὶ τράβηξε, μαζὶ μὲ τοὺς Μωαβίτες καὶ μὲ τοὺς δυὸ γιούς του. Ἀλλά, ἐκεῖ ποὺ περπατούσανε, ἡ γαϊδάρα ξεστράτισε ἀπὸ τὸν δρόμο, κι ὁ Βαλαὰμ τὴν ἔδερνε μὲ τὸ ραβδὶ ποὺ βαστοῦσε, ὡς ποὺ φτάξανε σὲ ἕνα μέρος ποὺ περνοῦσε ὁ δρόμος ἀνάμεσα στ᾿ ἀμπέλια, μεταξὺ σὲ δύο ξεροτρόχαλους (ξερολιθιές), κι ἐκεῖ ἡ γαϊδάρα κόλλησε ἀπάνω στὸν τοῖχο καὶ ζούληξε τὸ ποδάρι τοῦ Βαλαάμ, κι ἐκεῖνος ἔπιασε καὶ τὴ χτυποῦσε μὲ τὸ ραβδί. Μὰ ἡ γαϊδάρα δὲν σάλευε ἀπὸ τὸν τόπο της, ἀλλὰ κώλωνε καὶ πίσω, κι ὁ γέρος τὴν ἔδερνε θυμωμένος. Τότες, ἄνοιξε ἡ γαϊδάρα τὸ στόμα της καὶ μίλησε μὲ ἀνθρώπινη φωνὴ καὶ εἶπε στὸν Βαλαάμ: «Τί ἔκανα καὶ μὲ δέρνεις;» Κι εἶπε ὁ Βαλαάμ: «Μὲ περιπαίζεις ἄτιμο ζωντόβολο! Ἂν εἶχα μαχαίρι, θὰ σὲ ἔσφαζα». Κι εἶπε ἡ γαϊδάρα: «Μὲ καβαλικεύεις ἀπὸ τὰ νιάτα σου, καὶ δὲν σὲ στεναχώρησα ὡς τὰ σήμερα. Λοιπὸν δὲν φταίγω ἐγώ, ποὺ δὲν πηγαίνω μπροστά». Καὶ τότες ξεσκέπασε ὁ Θεὸς τὰ μάτια τοῦ Βαλαάμ, κι εἶδε ἕναν Ἄγγελο μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι, ποὺ μπόδιζε τὴ γαϊδάρα νὰ περπατήξει. Κι ὁ Βαλαὰμ ἔσκυψε καὶ τὸν προσκύνησε. Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Ἄγγελος: «Μὲ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ σὲ μποδίσω. Τώρα πήγαινε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Μὰ ἐγὼ θὰ σοῦ πῶ τί λόγο θὰ λαλήσεις».
Φτάνοντας λοιπὸν στὴ χώρα τοῦ Μωάβ, τὸν ὑποδέχτηκε μὲ τιμὴ ὁ Βαλάκ, κι ἀνεβήκανε μαζὶ σὲ ἕνα βουνὸ Φαγιώρ. Κι εἶπε ὁ Βαλαάμ: «Ὅτι μοῦ πεῖ ὁ Κύριος, αὐτὸ θὰ κάνω». Καὶ σὰν εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸ στράτευμα τῶν Ἑβραίων, ἄκουσε φωνὴ Κυρίου ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Εὐλογημένος εἶναι ὁ λαός μου ὁ Ἰσραήλ. Ἀπὸ τὸ σπέρμα του θὰ βγεῖ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ θὰ βασιλέψει ἀπάνω σὲ πολλὰ ἔθνη. Ὅποιος τὸν βλογήσει, θὰ εἶναι βλογημένος κι ὅποιος τὸν καταραστεῖ, θὰ εἶναι καταραμένος». Καὶ βλόγησε, λοιπόν, ὁ Βαλαὰμ τοὺς Ἰσραηλίτες. Κι ὁ Βαλὰκ θύμωσε, μὰ ὁ Βαλαὰμ τοῦ εἶπε πὼς δὲν μπορεῖ νὰ μὴν κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ». Ὅπως βλέπει κανένας, ὁ Βαλαὰμ εἶναι ὁ δεύτερος, ὕστερα ἀπὸ τὸν Ἰακώβ, ποὺ προφήτεψε πὼς ὁ Χριστὸς θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὸ γένος τῶν Ἑβραίων, κατὰ τὰ λόγια του Θεοῦ ποὺ τοῦ εἶπε πὼς ἀπὸ αὐτὸ τὸ γένος θὰ γεννηθεῖ ἕνας ἄρχοντας ποὺ θὰ βασιλέψει πάνω στὰ ἔθνη. Ἡ προφητεία του μοιάζει μὲ τὴν προφητεία ποὺ εἶπε γιὰ τὸν Χριστὸ ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, γιατὶ παρομοίασε, καὶ κεῖνος, τὸν Χριστὸ μὲ λιοντάρι, λέγοντας: «Ἀναπεσὼν ἐκοιμήθη ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος. Τίς ἐγείρει αὐτόν;» Κ᾿ ἡ προφητεία τοῦ Βαλαὰμ λέγει:«Κατακλιθεὶς ἀνεπαύσατο ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος. Τίς ἀναστήσει αὐτόν;» (Ἀριθ. κγ´ 9).
Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ὁ μάντις Βαλαάμ, ὁ προπάτορας τῶν μάγων ποὺ πήγανε ἀπὸ τὴ Χαλδαία νὰ προσκυνήσουνε τὸν Χριστὸ στὸ σπήλαιο ποὺ γεννήθηκε. Ὁ Βαλαὰμ εἶπε στοὺς μαθητάδες του πὼς θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα ὁ μέγας Βασιλιάς, καὶ τοὺς προανάγγειλε νὰ κοιτάξουνε τὸν οὐρανὸ ὡς νὰ δοῦνε ἕνα καινούργιο ἄστρο, κι ἅμα τὸ δοῦνε, νὰ τρέξουνε νὰ τὸ ἀκολουθήσουνε, καὶ κεῖνο θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν τόπο ποὺ θὰ γεννηθεῖ ὁ Χριστός. Αὐτὸν τὸν λόγο τὸν φυλάξανε οἱ μαθητάδες τοῦ Βαλαὰμ καὶ τὸν μεταδώσανε στοὺς μαθητάδες τους, καὶ περιμένανε χίλια τρακόσια χρόνια, ὡς ποὺ νὰ δοῦνε ἐκεῖνον τὸν ἐξαίσιον Ἀστέρα. Καὶ δὲν ἐβγῆκε ψεύτικη ἡ προφητεία τοῦ γέρο Βαλαάμ, ἀλλὰ ἀληθινή, καὶ σὰν εἴδανε τὸ παράξενο ἄστρο, σκιρτήσανε ἀπὸ χαρά, καὶ τρέξανε νὰ προσκυνήσουνε τὸν Κύριο, ποὺ δὲν βαρεθήκανε νὰ τὸν περιμένουν χίλια τρακόσια χρόνια, νύχτα μὲ νύχτα. Ὤ! Πόση ὑπομονὴ ἔχει ἡ πίστη! Ἀνάμεσα στὰ εὐωδιασμένα ἄνθη τῆς ὑμνωδίας, μὲ τὰ ὁποῖα στολίζει ἡ Ἐκκλησία μας τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, εἶναι καὶ τοῦτο τὸ ὡραῖο τροπάρι ποὺ εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ Βαλαάμ: «Τοῦ Μάντεως πάλαι Βαλαάμ, τῶν λόγων μυητᾶς σοφούς, ἀστεροσκόπους χαρᾶς ἔπλησας, ἀστὴρ ἐκ τοῦ Ἰακώβ, ἀνατείλας Δέσποτα, Ἐθνῶν ἀπαρχὴν εἰσαγομένους· ἐδέξω δὲ προφανῶς, δῶρά σοι δεκτὰ προσκομίζοντας».

Ποια είναι η «επί γης ειρήνη» του Αγγελικού ύμνου της Βηθλεέμ;



 του Αρχ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου


 Ελάχιστα χωρία της Αγίας Γραφής έχουσι τόσον οικτρώς παρερμηνευθεί όσον το χωρίον Λουκ. β΄ 14. Πρόκειται περί του Ύμνου όστις εψάλλετο υπό των Αγγέλων κατά την θεσπεσίαν εκείνην νύκτα της κατά σάρκα γεννήσεως του Ανάρχου Θεού Λόγου, του Κυρίου Ιησού. Η παρερμηνεία αυτή υπό πολλών ορθοδόξων δεν είναι βεβαίως ηθελημένη και σκόπιμος (μόνον οι αιρετικοί παρερμηνεύουσιν ηθελημένως), αλλ’ οφείλεται εις άγνοιαν του καθόλου νοήματος της Αγίας Γραφής. Ένεκεν αυτής της αγνοίας καθ’ έκαστον έτος εν τη ημέρα των Χριστουγέννων ακούομεν κηρύγματα ή αναγιγνώσκομεν δημοσιεύματα πολλών διδασκάλων του Ευαγγελίου της ημετέρας Εκκλησίας, κληρικών και λαϊκών, αποδυρόμενα διότι οι πόλεμοι δεν έλαβαν ακόμη τέλος και τα όπλα δεν κατηργήθησαν και η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου δεν επεκράτησεν εισέτι επί της γής. Ακόμη και εις επισήμους Εκκλησιαστικάς  Εγκυκλίους βλέπομεν διατυπουμένας τοιαύτας θέσεις, ως και παρακλήσεις προς τον Θεόν όπως επί τέλους επιτρέψει την επικράτησιν επί της γής της ειρήνης αυτής «ήτις επί δύο σχεδόν χιλιάδας ετών εξακολουθεί να παραμένει μακράν της πραγματικότητος, απλή ελπίς, απλούν όνειρον, απλή και εναγώνιος προσδοκία». Αγνοούσιν οι ευλογημένοι ότι η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ήδη πραγματικότης και έχει επικρατήσει επί της γής απ’ αυτής της σαρκώσεως του Κυρίου. Κακώς και εκ παρεξηγήσεως εκλαμβάνομεν την ειρήνην αυτήν ως εξωτερικήν, ως κατάστασιν φιλίας μεταξύ των ανθρώπων, ατόμων προς άτομα και λαών προς λαούς, ως κατάπαυσιν των πολέμων και των μαχών. Τοιαύτην ειρήνην ουδέποτε επηγγείλατο το Ευαγγέλιον.
Η ειρήνη του Ευαγγελίου είναι εσωτερική, είναι η κατάστασις γαλήνης, ήτις βασιλεύει εν τη ψυχή του πιστού ανθρώπου, του ανθρώπου όστις έχει φιλίαν και κοινωνίαν προς τον Θεόν. Είναι ειρήνη μεταξύ ανθρώπου και Θεού και ουχί ανθρώπων προς ανθρώπους. Είναι η κατάλυσις του «μεσοτοίχου του φραγμού», όπερ εχώριζε γην και Ουρανόν, άνθρωπον και Θεόν· είναι η λήξις της ανταρσίας, το τέλος της επαναστάσεως του πλάσματος προς τον Πλάστην. Αυτήν την ειρήνην ήλθε κομίζων εις τον κόσμον ο Υιός του Θεού. Και έκτοτε πας ο πιστεύων εις Ιησούν Χριστόν Σαρκωθέντα, Σταυρωθέντα, και Αναστάντα, έχει πλέον φίλον τον Θεόν, ευρίσκεται εις κοινωνίαν υιικήν προς Αυτόν. Δεν είναι πλέον αντάρτης, δεν είναι αποστάτης, δεν είναι εχθρός του Θεού. Συνεφιλιώθη και «αποκατηλλάγη» προς Αυτόν δια του Αιωνίου Μεσίτου Κυρίου Ιησού Χριστού. Η διά της παραβάσεως του Αδάμ κατάστασις ανταρσίας και εχθρότητος προς τον Θεόν ανήκει πλέον εις το παρελθόν και αποτελεί, διά τον πιστόν άνθρωπον, απλήν πικράν ανάμνησιν. Από της εποχής του Κυρίου και δυνάμει της Σταυρικής Αυτού Θυσίας, εισήλθεν ο άνθρωπος εις νέαν περίοδον, εις νέαν κατάστασιν· εις κατάστασιν Χάριτος, Φιλίας, Υιοθεσίας. Αι περί ειρήνης υποσχέσεις του Ευαγγελίου εις αυτήν την ειρήνην αναφέρονται και ουχί εις την εξωτερικήν ειρήνην. «Ειρήνην αφίημι υμίν», έλεγεν ο Κύριος προς τους Αποστόλους, «ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν». Και ίνα τονίσει ότι η ειρήνη αυτή είναι άλλου είδους ειρήνη, συμπληροί: «Ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν» (Ιωάν. ιδ’ 27). Και αλλαχού ομιλών περί της εξωτερικής ειρήνης, λέγει ότι δεν κομίζει τοιαύτην ειρήνην. Απεναντίας προβλέπει ότι η εις Αυτόν πίστις θα αποβεί αιτία διαστάσεων και πολέμων μεταξύ των ανθρώπων. Οι άπιστοι θα διώκωσι τους πιστούς του Ιησού και ούτως οι πόλεμοι όχι μόνον δεν θα ελαττωθώσιν, αλλά θα αυξηθώσιν, εφόσον εις τους υπάρχοντας θα προστεθεί και ο κατά της νέας πίστεως. «Μη νομίσητε», λέγει, «ότι ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι’ 34-35). Πριν δε οδηγηθεί εκουσίως εις τον Γολγοθάν, ίνα πιεί φρικτού θανάτου ποτήριον, παρείχεν εις τους Αποστόλους την εσωτερικήν ειρήνην, ήτις δεν θα επηρεάζετο υπό των μυρίων εξωτερικών θλίψεων και διωγμών. Παρά πάντα ταύτα θα υπήρχεν, ακριβώς διότι ήτο εσωτερική: «Ταύτα λελάληκα υμίν ίνα εν εμοί ειρήνην έχητε. Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωαν. ιστ’ 33). Εχαρίζετο εις τους Αποστόλους ειρήνην, καίτοι εγνώριζεν ότι επώδυνοι θάνατοι ανέμενον αυτούς, καίτοι ρητώς έλεγεν ότι απέστειλεν αυτούς ως «πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματθ. ι’ 16). Ήτο δυνατόν λοιπόν να παρέχει εξωτερικήν ειρήνην; Αναμφιβόλως όχι!
Και ο θείος Παύλος αυτής της εσωτερικής, της προς τον Θεόν ειρήνης είναι κήρυξ και απόστολος. «Δικαιωθέντες ούν εκ πίστεως, ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» γράφει προς Ρωμαίους (ε’ 1). Γράφων δε προς Εφεσίους, λέγει ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «η ειρήνη ημών», είναι ο τους ανθρώπους «αποκαταλλάξας τω Θεώ» διά του σταυρού, ός έλθών, «ευηγγελίσατο ειρήνην…, ότι δι’ αυτού έχομεν την προσαγωγήν… προς τον πατέρα» (Εφεσ. β’ 14-18).
Συμπέρασμα: Η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ειρήνη του ανθρώπου προς τον Θεόν και ουχί εξωτερική. Η ειρήνη αυτή επεκράτησεν όντως «επί γης», εφόσον πλέον αυτή συνεφιλιώθη προς τον ουρανόν δια της μέχρι Σταυρού ταπεινώσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Περιττόν βεβαίως να λεχθεί ότι ο έχω «ειρήνην προς τον Θεόν» άνθρωπος, είναι ειρηνικός και προς τους έξω. Πάντας αγαπά, ουδένα μισεί. Μόνος αυτός δύναται να λέγει το «και μετά των μισούντων την ειρήνην ήμην ειρηνικός» (Ψαλμ. 119,6). Αγαπά και ευεργετεί και αυτούς ακόμα τους εχθρούς του. Η εσωτερική ειρήνη είναι προϋπόθεσις της εξωτερικής. Και η εξωτερική είναι όχι απλώς ανεπίτευκτος, αλλά αδιανόητος άνευ της εσωτερικής. Η δε τραγωδία της συγχρόνου εποχής εις τούτο ακριβώς έγκειται: Ενώ εκήρυξε τον πόλεμον κατά του Θεού, επιζητεί εναγωνίως την ειρήνην μεταξύ των ανθρώπων. Ενώ αδιαφορεί παντελώς δια την εσωτερικήν ειρήνην, επιδιώκει κραυγαλέως την εξωτερικήν. Εκριζοί το δένδρον και αναμένει καρπούς, κρημνίζει την οικίαν και αναζητεί θαλπωρήν, απομακρύνεται εκ του ηλίου και θέλει φώς!...
Ανέκαθεν η ειρήνη, «το γλυκύ πράγμα και όνομα», ήτο «ποθούμενη τοις πάσιν ανθρώποις» (Εσθ. γ΄, 12α). Ουδεμία όμως εποχή είχε τόσον πόθον, τόσην δίψαν ειρήνης, όσον και όσην η εποχή μας. Θα επιτύχει λοιπόν αυτή όπου όλαι οι άλλαι εποχαί απέτυχαν οικτρώς; Θα κατορθώσει δηλαδή να οικοδομήσει την ειρήνην άνευ Θεού; Θα καταργήσει τους φρικαλέους σημερινούς εξοπλισμούς; Θα καταστήσει τους πολέμους μακρινήν ιστορικήν ανάμνησιν; Με βοηθόν ποίον; Την Επιστήμην; Την Τεχνολογίαν; Τον Ανθρωπισμόν; Τη Φιλοσοφίαν; Τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα; Αλλά εκ του βάθους των αιώνων ακούεται σαφής και κατηγορηματική η συγκλονιστική προειδοποίησις, ης την αξίαν και την αλήθειαν επιβεβαιοί φευ! η πικρότατη πείρα των διαρρευσασών έκτοτε τριών σχεδόν χιλιετιών «εάν θέλητε και εισηκούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθαι· εάν δε μη θέλητε, μηδέ εισακούσητέ μου, μάχαιραν υμάς κατέδεται· το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα» (Ησ. α΄19-20). Εάν η «μάχαιρα» θα είναι η γνωστή και συνήθης ή άλλη τις, νέας κατασκευής, προϊόν εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας, τούτο μικράν σημασίαν έχει….
«Κύριε ο Θεός ημών, ειρήνην δος ημίν, πάντα γαρ απέδωκας ημίν, Κύριε ο Θεός ημών, κτήσαι ημάς...» (Ησ. κστ’ 12-13).

«ΚΟΙΝΩΝΙΑ» φύλλον Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 1984 


 http://periodikoendon.blogspot.gr/2012/12/blog-post.html

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

«Ἅγιε Νικόλαε, νὰ ἀνέβης μαζὶ μὲ τὸ νερό, ἐὰν θέλης νὰ σοὺ ἀνάβω τὸ καντήλι»


Πηγή: Ρωμαίϊκο Οδοιπορικό


διήγηση ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου «Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα» ποὺ συνέγραψε Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Μετὰ τὴν διήγηση παραθέτουμε ὁλόκληρη τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ποὺ ἀναφέρεται στὴν πίστη, τὴν ἁπλότητα, τὴν ταπείνωση καὶ τὸ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα τῶν παλαιῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἐποχή μας στὴν ὁποία, ὅπως γράφει ὁ Γέροντας Παΐσιος, «ἔχουν αὐξηθεῖ οἱ γνώσεις, δυστυχῶς ἡ λογικὴ κλόνισε τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ θεμέλια καὶ γέμισε τὶς ψυχὲς ἀπὸ ἐρωτηματικὰ καὶ ἀμφιβολίες. Ἔτσι, ἑπόμενο εἶναι νὰ στερούμεθα τὰ θαύματα, γιατί τὸ θαῦμα ζῆται καὶ δὲν ἐξηγεῖται μὲ τὴν λογική».
Στὴν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, ὁ Γέρο-Νικόλαος ἀπὸ τὴ συνοδεία τῶν Μαρκιανῶν μου διηγήθηκε γιὰ ἕναν Πατέρα, ποὺ εἶχε καὶ αὐτὸς παιδικὴ ἁπλότητα, ὅτι κάποτε, ὅταν εἶχε...
στερέψει τὸ πηγάδι τους, εἶχε κατεβάσει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ ξεροπήγαδο, μὲ τὸ σχοινὶ δεμένη ἀπὸ τὸν χαλκά, καὶ εἶπε:
- Ἅγιε Νικόλαε, νὰ ἀνέβης μαζὶ μὲ τὸ νερό, ἐὰν θέλης νὰ σοὺ ἀνάβω τὸ καντήλι, ἀφοῦ μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις αὐτό. Βλέπεις, ἔρχονται τόσοι ἄνθρωποι, καὶ δὲν ἔχουμε λίγο κρύο νερὸ νὰ τοὺς δώσουμε.
Ὢ τοῦ θαύματος! τὸ νερὸ ἀνέβαινε σιγὰ-σιγά, καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου ἔπλεε ἐπάνω, μέχρι ποὺ τὴν ἐπίασε μὲ τὰ χέρια του, τὴν ἀσπάσθηκε μὲ εὐλάβεια καὶ τὴν πῆγε στὸν Ναό.
Ὁλόκληρη ἡ Εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου "Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα"
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Πολὺ μὲ πειράζει ἡ συνείδησή μου, ποὺ δὲν κράτησα σημειώσεις μὲ λεπτομέρειες γιὰ τοὺς ἐνάρετους Πατέρες, ποὺ ἔζησαν τώρα τὰ τελευταία χρόνια, γιὰ τοὺς ὁποίους μου διηγοῦνταν οἱ εὐλαβεῖς Γεροντάδες, ὅταν ἤμουν ἀρχάριος μοναχός, ὅπως ἐπίσης καὶ στὴν συνέχεια, γιὰ τὴν μεγάλη μου ἀμέλεια, ποὺ δὲν κράτησα, ἔστω στὴν μνήμη μου, ὅλα τὰ θεία γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔζησαν ἐκεῖνα τὰ ἅγια Γεροντάκια καὶ μοῦ τὰ διηγοῦνταν μὲ πολλὴ ἁπλότητα,γιὰ νὰ μὲ βοηθήσουν πνευματικά.
Οἱ Πατέρες ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εἶχαν πολλὴ πίστη καὶ ἁπλότητα καὶ οἱ περισσότεροι ἦταν μὲ λίγα μὲν γράμματα, ἀλλά, ἐπειδὴ εἶχαν ταπείνωση καὶ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα, δέχονταν συνέχεια τὸν θεῖο φωτισμό. Ἐνῶ στὴν ἐποχή μας, ποὺ ἔχουν αὐξηθεῖ οἱ γνώσεις, δυστυχῶς ἡ λογικὴ κλόνισε τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ θεμέλια καὶ γέμισε τὶς ψυχὲς ἀπὸ ἐρωτηματικὰ καὶ ἀμφιβολίες.Ἔτσι, ἑπόμενο εἶναι νὰ στερούμεθα τὰ θαύματα, γιατί τὸ θαῦμα ζῆται καὶ δὲν ἐξηγεῖται μὲ τὴν λογική.
Τὸ πολὺ αὐτὸ κοσμικὸ πνεῦμα ποὺ ἐπικρατεῖ στὸ σημερινὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἔχει στρέψει ὅλη τὴν προσπάθεια στὸ πῶς νὰ ζήσει καλύτερα, μὲ μεγαλύτερη ἄνεση καὶ λιγότερο κόπο, δυστυχῶς ἔχει ἐπιδράσει καὶ στοὺς περισσότερους πνευματικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν πῶς νὰ ἁγιάσουν μὲ λιγότερο κόπο – πράγμα ποὺ δὲν γίνεται ποτέ, γιατί “οἱ Ἅγιοι ἔδιναν αἷμα καὶ ἐλάμβαναν Πνεύμα”.
Καὶ ἐνῶ χαίρεται κανεὶς τώρα γιὰ τὴν μεγάλη αὐτὴ στροφὴ πρὸς τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ τὸν Μοναχισμὸ καὶ θαυμάζει τοὺς ἀξιόλογους νέους ποὺ ἀφιερώνονται μὲ ἰδανικά, συγχρόνως ὅμως καὶ πονάει, γιατί βλέπει ὅλο αὐτὸ τὸ καλὸ ὑλικὸ νὰ μὴ βρίσκει τὸ ἀνάλογο πνευματικὸ προζύμι, καὶ ἔτσι δὲν ἀνεβαίνει ἡ πνευματικὴ αὐτὴ ζύμη καὶ καταλήγει νὰ γίνει σὰν τὸ λειψὸ ψωμί.
Παλαιότερα, πρὶν καὶ ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, ἔβρισκε κανεὶς ἀκόμη τὴν ἁπλότητα ἁπλωμένη στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, καὶ ἐκεῖνο τὸ ἄρωμα τῆς ἁπλότητας τῶν Πατέρων μάζευε τοὺς εὐλαβεῖς ἀνθρώπους, ποὺ μιμοῦνταν τὶς μέλισσες, καὶ τοὺς ἔτρεφε, καὶ αὐτοὶ μετέφεραν καὶ στοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν πνευματικὴ αὐτὴ εὐλογία, γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν. Ἀπὸ ὅπου δηλαδὴ καὶ ἂν περνοῦσες, θὰ ἄκουγες νὰ διηγοῦνταν θαύματα καὶ οὐράνια γεγονότα, πολὺ ἁπλά, γιατί τὰ θεωροῦσαν πολὺ φυσιολογικὰ οἱ Πατέρες.
Ζώντας λοιπὸν σὲ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς Χάριτος, ποτὲ δὲν περνοῦσες λογισμὸ ἀμφιβολίας γιὰ ὅσα ἄκουγες, γιατί καὶ ὁ ἴδιος κάτι θὰ ἔβλεπες ἀπὸ αὐτά. Ἀλλὰ οὔτε καὶ περνοῦσε λογισμός, γιὰ νὰ σημειώσεις ἢ νὰ κρατήσεις στὴν μνήμη σου ἐκεῖνα τὰ θεία γεγονότα γιὰ τοὺς μεταγενέστερους, γιατί νόμιζες ὅτι θὰ συνεχισθεῖ ἐκείνη ἡ Πνευματικὴ κατάσταση.
Ποῦ νὰ ἤξερες ὅτι μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια ὁ περισσότερος κόσμος θὰ παραμορφωθεῖ ἀπὸ τὴν πολλὴ μόρφωση –ἐπειδὴ διδάσκεται μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἀθεΐας καὶ ὄχι μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἁγιάσει καὶ τὴν ἐξωτερικὴ μόρφωση- καὶ ἡ ἀπιστία θὰ φθάσει σὲ τέτοιο σημεῖο, ποῦ νὰ θεωροῦνται τὰ θαύματα γιὰ παραμύθια τῆς παλιᾶς ἐποχῆς; Φυσικά, ὅταν εἶναι ὁ γιατρὸς ἄθεος, ὅσες ἐξετάσεις καὶ ἂν κάνει σὲ ἕναν Ἅγιο μὲ τὰ ἐπιστημονικὰ μέσα (ἀκτίνες κ.λπ.), δὲν θὰ μπορέσει νὰ διακρίνει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ, ἐὰν ἔχει ἁγιότητα καὶ ὁ ἴδιος, θὰ δεῖ τὴ θεία χάρη νὰ ἀκτινοβολεῖ.
Γιὰ νὰ δώσω μία ζωντανότερη εἰκόνα τῆς χάριτος, καὶ γιὰ νὰ καταλάβουν καλύτερα οἱ ἀναγνῶστες τὸ πνεῦμα τὸ Πατερικὸ ποὺ ἐπικρατοῦσε πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, θεώρησα καλὸ νὰ ἀναφέρω, σὰν παραδείγματα, μερικὰ περιστατικὰ ἀπὸ ἁπλὰ γεροντάκια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
Ὅταν ἤμουν ἀρχάριος στὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου, μοῦ εἶχε διηγηθεῖ ὁ εὐλαβὴς Γέρο-Δωρόθεος ὅτι στὸ Γηροκομεῖο ἐρχόταν καὶ βοηθοῦσε ἕνα Γεροντάκι μὲ τέτοια μεγάλη ἁπλότητα, ἀφοῦ νόμιζε ὅτι ἡ Ἀνάληψη, ποὺ ἑορτάζει ἡ Μονή, ἦταν μία μεγάλη Ἁγία ὅπως ἡ Ἁγία Βαρβάρα καί, ὅταν ἔκανε κομποσχοίνι, ἔλεγε:“Ἁγία του Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἠμών”! Μία μέρα εἶχε ἔρθει στὸ Γηροκομεῖο ἕνας φιλάσθενος ἀδελφός, καί, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε κανένα δυναμωτικὸ φάρμακο, τὸ Γεροντάκι κατέβηκε γρήγορα -γρήγορα τὰ σκαλιά, πῆγε στὸ ὑπόγειο καὶ ἀπὸ τὸ παραθυράκι ποὺ ἔβλεπε πρὸς τὴν θάλασσα, ἅπλωσε τὰ χέρια του καὶ εἶπε:
“Αγία μοῦ Ἀνάληψη, δωσ’ μοῦ ἕνα ψαράκι γιὰ τὸν ἀδελφό”. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! πετάχτηκε ἕνα μεγάλο ψάρι στὰ χέρια του, τὸ πῆρε πολὺ φυσιολογικά, σὰν νὰ μὴ συνέβη τίποτε, καὶ χαρούμενος τὸ ἑτοίμασε, γιὰ νὰ τονώσει τὸν ἀδελφό.
Ὁ ἴδιος Γέροντάς μου εἶχε διηγηθεῖ καὶ γιὰ ἄλλον Πατέρα (νομίζω Παχώμιο), ὁ ὁποῖος εἶχε πάει στὴν Καψάλα γιὰ ἀνώτερη ἄσκηση καὶ εἶχε φθάσει σὲ μέτρα πνευματικά. Μία μέρα ἕνας πατέρας τῆς Μονῆς εἶχε οἰκονομήσει δύο ψάρια καὶ τὰ καθάριζε, γιὰ νὰ πάει νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τοῦ τὰ δώσει εὐλογία. Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ τὰ ἑτοίμαζε, ἕνας κόρακας ξαφνικά του πῆρε τὸ ἕνα ψάρι καὶ τὸ πῆγε στὸν π. Παχώμιο στὴν Καψάλα (ἀπόσταση πεντέμισι ὧρες).
Ὁ π. Παχώμιος εἶχε λάβει πληροφορία ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἀδελφοῦ καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ σκεφτόταν τί νὰ τὸν φιλέψει, ὁ κόρακας τοῦ ἄφησε τὸ ψάρι. Ὅταν ἦρθε μετὰ ὁ ἀδελφὸς καὶ τὸ ἔμαθε αὐτό, δόξασε καὶ αὐτὸς τὸ Θεό, ποὺ τρέφει καὶ στὴν ἐποχή μας τοὺς ἀνθρώπους Του μὲ τὸν κόρακα, ὅπως καὶ τὸν Προφήτη Ἠλία.
Ἐπίσης στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου, πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, ζοῦσε ἕνας Γέροντας, ὁ π. Χαράλαμπος, πολὺ ἁπλὸς ἀλλὰ καὶ πολὺ “βιαστής” ὄχι μόνο στὰ πνευματικὰ ἀλλὰ καὶ στὰ διακονήματα, σὲ ὅλα ἦταν προθυμότατος. Ὁ π. Χαράλαμπος θὰ ἔβγαζε τὶς περισσότερες δουλειές, γιατί στὰ τελευταῖα χρόνια εἶχαν μείνει λίγοι Πατέρες στὴν μονὴ καὶ αὐτοὶ γέροι. Εἶχε δὲ καὶ τὴν Βιβλιοθήκη, ἀλλὰ τὸν ἔβγαλαν, ἐπειδὴ δὲν ἔκλεινε ποτὲ τὴν πόρτα. Συνήθιζε νὰ λέει: “Ἀφῆστε τοὺς ἀνθρώπους νὰ διαβάζουν τὰ βιβλία”. Δὲν τοῦ περνοῦσε λογισμὸς ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι ποὺ κλέβουν βιβλία. Εἶχε πολλὴ ἁγνότητα καὶ ἁπλότητα.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πολλὰ διακονήματα ποὺ εἶχε, φύτευε ἀκόμα καὶ δέντρα γιὰ τοὺς μεταγενέστερους, γιατί πίστευε ὅτι ἡ Μονὴ Κουτλουμουσίου πάλι θὰ ἐπανδρωθεῖ. Τὰ μὲν χέρια τοῦ συνέχεια ἐργάζονταν γιὰ τοὺς ἄλλους, ὁ δὲ νοῦς του καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ἐργάζονταν στὰ πνευματικὰ διὰ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον μέ. Στὴν Ἀκολουθία πάντα πρῶτος. Κρατοῦσε μάλιστα τὸν ἕνα χορὸ ὡς ψάλτης. Τὴν ὥρα δὲ ποὺ ὁ Κανονάρχης πήγαινε στὸν ἄλλο χορὸ νὰ κανοναρχήσει, ὁ π. Χαράλαμπος ἔλεγε γρήγορα-γρήγορα τὴν εὐχή, γιὰ νὰ μὴ διακόπτει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή του.
Ἔτσι ἐργατικότατος καὶ πνευματικότατος ἔζησε, χωρὶς νὰ τὸ ρίξει κάτω. Ἀλλά, δυστυχῶς, μία βαριὰ γρίπη μόνο τὸν ἔριξε στὸ κρεβάτι, καὶ ὁ γιατρὸς εἶπε στοὺς Πατέρες νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ κοντά του, γιατί σὲ λίγη ὥρα θὰ τελειώσει ἡ ζωή του. Ὁ Πατὴρ τὸ ἄκουσε κάτω ἀπὸ τὶς κουβέρτες καὶ ἀπήντησε:
- Τί, λές; Ἐγὼ δὲν πεθαίνω, ἂν δὲν ἔρθει τὸ Πάσχα νὰ πῶ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη.
Πράγματι, πέρασαν δύο μῆνες σχεδόν, ἦρθε τὸ Πάσχα, εἶπε τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κοινώνησε καὶ μετὰ ἀναπαύθηκε. Τὸ φιλότιμο ἁπλὸ Γεροντάκι εἶχε γίνει πραγματικὸ παιδὶ τοῦ Θεοῦ καὶ μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ καθόρισε τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου του.
Στὴν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, ὁ Γέρο-Νικόλαος ἀπὸ τὴ συνοδεία τῶν Μαρκιανῶν μου διηγήθηκε γιὰ ἕναν Πατέρα, ποὺ εἶχε καὶ αὐτὸς παιδικὴ ἁπλότητα, ὅτι κάποτε, ὅταν εἶχε στερέψει τὸ πηγάδι τους, εἶχε κατεβάσει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ ξεροπήγαδο, μὲ τὸ σχοινὶ δεμένη ἀπὸ τὸν χαλκά, καὶ εἶπε:
- Ἅγιε Νικόλαε, νὰ ἀνέβεις μαζὶ μὲ τὸ νερό, ἐὰν θέλεις νὰ σοὺ ἀνάβω τὸ καντήλι, ἀφοῦ μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις αὐτό. Βλέπεις, ἔρχονται τόσοι ἄνθρωποι, καὶ δὲν ἔχουμε λίγο κρύο νερὸ νὰ τοὺς δώσουμε.
Ὢ τοῦ θαύματος! τὸ νερὸ ἀνέβαινε σιγὰ-σιγά, καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου ἔπλεε ἐπάνω, μέχρι ποὺ τὴν ἐπίασε μὲ τὰ χέρια του, τὴν ἀσπάσθηκε μὲ εὐλάβεια καὶ τὴν πῆγε στὸν Ναό. (Αὐτὸ ἔγινε πρὶν ἀπὸ πενήντα χρόνια περίπου).
Στὴ ἴδια Σκήτη, λίγο πιὸ πάνω ἀπὸ αὐτὴ τὴν Καλύβη, εἶναι οἱ “Ἅγιοι Ἀποστολοι”, ὅπου μένουν τώρα δύο Πατέρες, ποὺ εἶναι καὶ κατὰ σάρκα ἀδέλφια. Στὴ Συνοδεία αὐτὴ ἦταν καὶ ὁ Γέρο-Παχώμιος, στὸν ὁποῖο ἔβλεπε κανεὶς ὁλοφάνερα τὴν ἁγιότητα ζωγραφισμένη στὸ πρόσωπό του. Τὸ Γεροντάκι αὐτὸ ἦταν πολὺ ἁπλὸ καὶ τελείως ἀγράμματο ἀλλὰ πολὺ χαριτωμένο. Στὸ Κυριακό της Σκήτης, ὅταν ἐρχόταν γιὰ νὰ ἐκκλησιασθεῖ τὶς ἑορτές, ποτὲ δὲν καθόταν στὸ στασίδι, ἀλλὰ πάντα ὄρθιος στεκόταν, ἀκόμα καὶ στὶς ὁλονυχτίες, καὶ ἔλεγε τὴν εὐχή.Ὅταν τύχαινε νὰ τὸν ρωτήση κανεὶς “ποῦ βρίσκεται ἡ ἀκολουθία”, ἀπαντοῦσε:
- Ψαλτήρια-ψαλτήρια λένε οἱ Πατέρες.Ὅλα ψαλτήρια τὰ ἔλεγε. Οὔτε καὶ ἀπὸ ψαλτικὰ ἤξερε καθόλου, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ποὺ ἔψαλε τὸ Πάσχα. Πάντα πρόθυμος νὰ κάνει τὰ θελήματα τῶν ἄλλων, χωρὶς νὰ ἔχει καθόλου θέλημα δικό του.
Ὅση στενοχώρια καὶ ἂν εἶχε κανείς, ἅμα ἔβλεπε τὸν Πατέρα Παχώμιο, τοῦ ἔφευγε. Ὅλοι τὸν ἀγαποῦσαν, ἀκόμα καὶ τὰ φίδια, ποὺ τοῦ εἶχαν ἐμπιστοσύνη καὶ δὲν ἔφευγαν, ὅταν τὸν ἔβλεπαν. Στὴν περιοχὴ τῆς Καλύβης ἦταν πολλὰ φίδια, γιατί ὑπῆρχαν νερά. Οἱ ἄλλοι δύο Πατέρες πολὺ φοβοῦνταν τὰ φίδια, ἐνῶ ὁ Γέρο-Παχώμιος τὰ πλησίαζε χαμογελαστός, τὰ ἐπίανε καὶ τὰ ἔβγαζε ἔξω ἀπὸ τὸν φράχτη τους.
Μία μέρα ἐνῶ πήγαινε βιαστικὸς στὴν Καλύβη τῶν Μαρκιανῶν, στὸ δρόμο βρῆκε ἕνα μεγάλο φίδι, τὸ ὁποῖο τύλιξε στὴν μέση του σὰν ζώνη, γιὰ νὰ τελειώση πρῶτα τὴν δουλειά του καὶ μετὰ νὰ τὸ βγάλει ἔξω ἀπὸ τὴν περιοχή τους. Ὁ Πατὴρ Ἰακῶβος, μόλις τὸν εἶδε, τρόμαξε, καὶ ὁ Πατὴρ Παχώμιος παραξενεύτηκε γιὰ αὐτό. Μετά μου ἔλεγε:
- Δὲν ξέρω γιατί φοβᾶται ἀπὸ τὰ φίδια. Ἐκεῖνος ὁ δικός μας ὁ Πατὴρ Ἀνδρέας φοβᾶται ἀκόμα καὶ τοὺς σκορπιούς! Ἐγὼ τοὺς μαζεύω στὴν χούφτα μου τοὺς σκορπιοὺς ἀπὸ τὰ ντουβάρια καὶ τοὺς πετάω ἔξω ἀπὸ τὴν Καλύβα. Τώρα ποὺ τρέμουν τὰ χέρια μου ἀπὸ τὸ πάρκινσον, τὰ μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τὰ βγάζω ἔξω.
Ρώτησα τὸν Γέροντα:
- Γιατί δὲν σὲ δαγκώνουν ἐσένα τὰ φίδια, Πάτερ Παχώμιε;
Μοῦ ἀπάντησε:
- Κάπου γράφει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σὲ ἕνα χαρτὶ “ἐὰν ἔχεις πίστη, πιάνεις καὶ τὰ φίδια καὶ τοὺς σκορπιούς, καὶ δὲ σὲ πειράζουν”.
Τὸ ἅγιο αὐτὸ Γεροντάκι, ὁ Πατὴρ Παχώμιος, εἶχε ἀναπαυθῆ στὶς 22-10-1967, ἕνα χρόνο πρὶν ἀπὸ τὸν Γέροντα Παπὰ-Τύχωνα, γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ ἀναφέρω στὴ συνέχεια, καθὼς καὶ γιὰ ἄλλους Ὁσίους Πατέρες,ποὺ ἀγωνίσθηκαν φιλότιμα στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, καὶ ἐξαγνίσθηκαν μὲ τὴ βοήθεια τῆς Καλῆς μητέρας, τῆς Ἁγνῆς Παρθένου. Ἔγιναν Στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, νίκησαν τὰ πάθη τους, ἐξόντωσαν τὸν ἐχθρὸ διάβολο, αὐτοὶ οἱ “Λοκατζῆδες τῆς Ἐκκλησίας μας”, καὶ στεφανώθηκαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ μὲ ἄφθαρτο στεφάνι.
Πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς εἶχα γνωρίσει καὶ ἀπὸ κοντά, ἀλλά, δυστυχῶς, δὲν τοὺς μιμήθηκα καὶ ἔτσι βρίσκομαι πολὺ μακριά τους. Εὔχομαι ὅμως μὲ ὅλη τὴν καρδιά μου νὰ τοὺς μιμηθοῦν ὅσοι θὰ διαβάσουν τὰ θεία κατορθώματά τους καὶ παρακαλῶ νὰ εὔχονται καὶ ἐκεῖνοι γιὰ μένα τὸν ταλαίπωρο Παίσιο. Ἀμήν.
Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα, ἔκδ. Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον "Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος", 14η ἀνατύπωση, 2010

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Νικηφόρος ο λεπρός (1890-1964) της καρτερίας αθλητής λαμπρός





Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμον Νικόλαος) γεννήθηκε σ' ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι. Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί, οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό. Έτσι, σε ηλικία 13 ετών έφυγε από το σπίτι του, πήγε στα Χανιά κι άρχισε να εργάζεται εκεί σ' ένα κουρείο.
Τότε ενεφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα. Εκείνη την εποχή, τούς λεπρούς τούς απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα, διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και αποτροπιασμό. Ο Νικόλαος όταν έγινε 16 ετών και όταν τα σημάδια της νόσου άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, για να αποφύγη τον εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα έφυγε με κάποιο καράβι για την Αίγυπτο. Εκεί έμενε εργαζόμενος στην Αλεξάνδρεια, πάλι σ' ένα κουρείο, όμως τα σημάδια της νόσου γίνονταν όλο και πιο εμφανή, ιδίως στα χέρια και στο πρόσωπο. Γι' αυτό με την μεσολάβηση ενός κληρικού κατέφυγε στην Χίο, όπου υπήρχε τότε ένα λεπροκομείο, στο όποιο ήταν Ιερεύς ο πατήρ Άνθιμος Βαγιανός, ο μετέπειτα Άγιος Άνθιμος.
Ο Νικόλαος έφτασε στη Χίο το 1914 σε ηλικία 24 ετών. Στο λεπροκομείο της Χίου, πού ήταν ένα συγκρότημα με πολλά ομοιόμορφα σπιτάκια, υπήρχε το εκκλησάκι του Αγίου Λαζάρου, όπου εφυλάσσετο η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Υπακοής. Σ' αυτόν τον χώρο άνοιξε το στάδιο των αρετών για τον Νικόλαο. Μέσα σε 2 χρόνια ο Άγιος Άνθιμος τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα και τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρο. Η νόσος προχωρούσε και εξελίσσετο και ελλείψει καταλλήλων φαρμάκων, επέφερε πολλές και μεγάλες αλλοιώσεις (το φάρμακο βρέθηκε αργότερα το 1947).
Ο π. Νικηφόρος ζούσε με αδιάκριτη, γνήσια υπακοή, με νηστεία αυστηρή, εργαζόμενος στους κήπους. Μάλιστα κατέγραφε σε ένα κατάλογο και τα θαύματα του Αγίου Ανθίμου, τα όποια είχε δει «ιδίοις όμασιν» (πολλά αφορούσαν θεραπείες δαιμονιζομένων).
Υπήρχε μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση του Αγίου Ανθίμου με τον μοναχό Νικηφόρο, ο όποιος «ουδέ εν βήμα εμάκρυνεν απ' αυτού», όπως αναφέρει ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του «Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου». Ο π. Νικηφόρος προσευχόταν τη νύχτα ώρες ατελείωτες, κάνοντας μετάνοιες αμέτρητες, δεν είχε λογοφέρει με κανένα ούτε χάλασε την καρδιά κάποιου κι ήταν ο κύριος ψάλτης του ναού. Εξ αιτίας της ασθενείας του όμως, σιγά-σιγά έχασε το φώς του κι έτσι έψαλλε τα περισσότερα τροπάρια και απήγγειλε τούς Αποστόλους από στήθους.
Το 1957 έκλεισε το Λωβοκομεΐο της Χίου και τούς εναπομείναντος ασθενείς μαζί με τον πατέρα Νικηφόρο τούς έστειλαν στόν Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω. Την εποχή εκείνη ο πατήρ Νικηφόρος ήταν περίπου 67 ετών. Τα μέλη του και τα μάτια του είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από την νόσο.
Εκεί, στόν Αντιλεπρικό σταθμό ζούσε και ο πατήρ Ευμένιος, ο όποιος είχε κι αυτός προσβληθεί από την νόσο του Χάνσεν, αλλά με την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή θεραπεύτηκε τελείως. Απεφάσισε όμως να μείνη όλο το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στον Αντιλεπρικό σταθμό κοντά στους συνασθενείς του, τούς οποίους φρόντιζε με πολλή αγάπη. Έτσι έγινε και υποτακτικός στον πατέρα Νικηφόρο, στον όποιο ως ανταμοιβή της υπομονής του ο Κύριος του είχε δώσει πολλά χαρίσματα. Πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ταπεινό κελλάκι του λεπρού μονάχου Νικηφόρου, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, για να πάρει την ευχή του. Να τι αναφέρουν μεταξύ των άλλων όσοι τον εγνώρισαν τότε:
Ενώ ο ίδιος του ήταν κατάκοιτος, με πληγές και πόνους, δεν εγόγγυζε αλλά έδειχνε μεγάλη καρτερία. Είχε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων. Τα μάτια του ήταν μονίμως ερεθισμένα, η όραση του ελα¬χίστη, είχε αγκυλώσεις στα χέρια και παράλυση στα κάτω άκρα. Παρ' όλα αυτά ήταν γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός, εδιηγείτο χαριτωμένα περιστατικά, ήταν ευχάριστος, αξιαγάπητος. Το πρόσωπο του, πού ήταν φαγωμένο από τα στίγματα της ασθένειας, και τις πληγές, έλαμπε κι έπαιρναν χαρά όσοι τον έβλεπαν αυτόν τον πάμπτωχο και φαινομενικά ασθενή άνθρωπο πού έλεγε: «Ας είναι δοξασμένο το Άγιο Όνομα Του».
Σε ηλικία 74 ετών, στις 4 Ιανουαρίου του 1964, κοιμήθηκε ο πατήρ Νικηφόρος. Μετά την εκταφή, τα άγια του λείψανα ευωδίαζαν. Ο πατήρ Ευγένιος, και άλλοι πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις, όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών προς τον Θεό, του πατρός Νικηφόρου.

(Από το βιβλίο «ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΛΕΠΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΤΕΡΙΑΣ ΑΘΛΗΤΗΣ ΛΑΜΠΡΟΣ», υπό Σίμωνος μοναχού, Γ’ εκδ. «ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ», Αθήναι 2007).

«Παιδιά μου, προσεύχεσθε; και πώς προσεύχεσθε; ...με την ευχή του Ιησού να προσεύχεσθε, με το ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Έτσι να προσεύχεσθε. Έτσι είναι καλά» (πατήρ Νικηφόρος).
ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΣΗΜΕΡΑ
Φωτεινά παραδείγματα αρετής
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"



Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ


Παιδίον ήθελον νά μέ πάρουν εις τό Καυσοκαλύβιον. Επήγα εκεί Κυριακή. Τήν Δευτέρα πρωί λόγω πού ήτο Οκτώβριος μήνας καί όλοι μάζευαν τίς ελιές, μέ πήραν μαζί τους καί μέ διδάσκον ότι ό δόκιμος Μοναχός πού θά έλθει εις τό Άγιο Όρος, κατά τήν παράδοση τών πρό ημών αγίων Πατέρων, πρέπει νά τού παραδοθεί ή εργασία τού κηπουρού. Διότι ό κήπος είναι ή μεγαλύτερη αποθήκη έκαστου Μοναστηρίου. Όταν έλθει ένας ξένος, θά τρέξει ό αρχοντάρης εις τόν κηπουρό διά νά τού δώσει ένα είδος κηπουρικού, πορτοκαλιού ή λεμονιού ή μαρουλιού ή ότι άλλο υπάρχει τήν εποχή πού θά έλθει ό φιλοξενούμενος. Διά αυτό καί μόνον ό δόκιμος Μοναχός είναι υποχρεωμένος νά μάθη τήν κηπουρική.

Όταν μετά ταύτα πήγα εις τό μέγα Πανεπιστήμιο τής Μοναχικής Πολιτείας, πού είναι τό Κοινόβιο, ευθύς οι πατέρες τού Κοινοβίου μου υπέδειξαν γραφικές αποδείξεσι, ότι: «Ή πρώτη εντολή τού πανάγαθου...


Θεού πού εδόθη εις τόν προπάτορα Αδάμ ητο νά εργάζεται τήν γή. Καί μετά τήν παρακοή επεδόθη εις τήν γεωργίαν καί απολάμβανε τούς καρπούς τής γεωργίας εκ τών κόπων τού καθώς γράφει η Άγια Γ ραφή έως εις τάς μέρας τού Νώε.
Οι δέ πρό τού Νώε δέν έτρωγαν κρέας. Δέν σού λέγομεν πολλά Γέρο Χρήστο, διότι μέ τήν ηλικία σου θά τά διαβάσεις.

Οι πρώτοι αρχηγοί τής Μοναχικής Πολιτείας εύρισκαν λίγο νερό φύτεψαν λίγα λάχανα καί ζώντες έτσι έφτασαν σέ μέτρα αγιότητας. Εδώ στό Άγιο Όρος όπου ήλθες, πήγαινε επάνω στήν σπηλιά τού αγίου Σίμωνος τού κτήτορας τού μοναστηριού τούτου θά δείς νερό αγίασμα τού Οσίου καί μικρά κηπάρια, τά οποία άνοιξε καί έζη εκ τών λάχανων πού έσπερνε.


- Δέν σού λέγομεν πολλά, διότι μέ τήν ηλικία σου θά τά εννοήσεις καλύτερον.


» Ήλθε εδώ κρυφά ό Ίωασαφ τό βασιλόπουλο τής Σερβίας. Τόν έβαλαν εις τούς κήπους, εργάσθηκε έξι χρόνια ως κηπουρός καί μετά έξι χρόνια εις τά τελευταία του απεκαλύφθη ότι ήτο βασιλοπαίς καί απόθανε κηπουρός τού Μοναστηρίου.


» Βλέπεις αυτόν τόν κοντό όπου έρχεται εδώ γεμάτος χαράν καί αγαλλίαση; Έκαρη Μοναχός έξωθέν του Μοναστηρίου. Ήλθε από τήν Αμερική, έδωσε όλον τόν κόπο τού εις χρυσόν (λίρες) καί τούς παρεκάλεσε νά τού επιτρέψουν νά κτίση κατωθεν τού αγίου Σίμωνος ένα κελλίον όχι μέ πέτρες αλλά μέ καπάκια έλατησια. Ό μακαρίτης ό Γέροντας παπά Νεόφυτος ήτο διορατικός καί τού επέτρεψε.
Έκαμε τό κελίον από καπάκια καί τί έτρωγε αυτός μόνον ήξερε. Είχε όμως κήπους καί καλλιεργούσε καί τήν παραγωγή πού ήσαν διάφοροι καρποί τήν έδιδε εις τό Νοσοκομείο. Έρχεται εδώ εις τήν εκκλησία καθώς τόν βλέπεις καί εις τό τέλος εκάστης Λειτουργίας αναχωρεί κρυφά, ή αρετή τού είναι κρυπτή.

» Από πάνω από τήν στέρνα είναι τού Θεολόγου τό Κάθισμα, είναι ωραιότατοι κήποι εις τούς οποίους σπέρνουν κουκιά. Δύο ημέρες παγκοινιά . Καί μέ αυτά τά κουκιά περνά τό Μοναστήρι δίδοντας αγάπη καί εις τούς ασκητές καί ερημίτες. Καί αυτοί ευχαριστούν τήν Παναγίαν πού τούς δίδουν κουκιά καί ότι άλλο υπάρχει εκάστην τών κόπων τών πατέρων.
Καί σύ, άν δέν σού αρέσει ή κηπουρική, πρέπει νά φύγεις από τό Μοναστήρι».

Κατόπιν έφυγα καί πήγα εις τήν Άγιαν Άνναν. 'Εκεί μου έλεγαν «Εδώ είναι στέρνα, καί άν δέν βάλεις νερό δέν έχεις νά πιείς».


Δηλαδή άν δέν πεθάνεις εις τούς κήπους δέν θά ήμπορης νά συντηρηθείς εις τήν Σκήτη.


Άλλο τί δέν φοβήθηκαν εις τήν Σκήτη παρά μόνον τίς ελιές πού τίς έτριβον μέ τήν πλάτην. Ό μακαρίτης ό Γέροντας ήτο διακριτικός καί έσπρωχνε μέ όλη τήν δύναμ
ή του.

Επειδή μέ ρωτάτε σάς τά λέγω αυτά, καί σείς ότι θέλετε κάμετε. Τόσα έτη δέν τά έλεγα διότι φοβούμουν νά μή σκανδαλισθούν οι νέοι πατέρες τού Αγίου Όρους.


Επειδή μέ ρώτησε ένας Ηγούμενος ενός Κοινοβίου τού τά είπα προφορικώς καί τού έφερα παράδειγμα τόν προηγούμενο τής ιεράς Μονής Διονυσίου παπά Γαβριήλ πού είναι 90 ετών καί σκάβει τά χωράφια.
Καί όποιος θέλει νά γίνει καλόγερος είναι υποχρεωμένος νά μάθη τήν κηπουρική εργασία, άρχιζων μίαν ώρα τήν ημέρα έως νά μάθη καλά καί μετά θά βλέπει ντομάτες κ.λπ. κηπουρικά εκάστην τού κόπου του καί θά είναι όλος γεμάτος χαρά καί ευφροσύνη.

ΒΙΒΛ. ΓΕΡΟΝΤΙΚΑΙ ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΟΥ. Ι.Μ. ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ ΜΩΛΟΣ ΛΟΚΡΙΔΟΣ

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Το σαρανταλείτουργο και η θαυμαστή σωτηρία Διήγηση π.Στεφάνου Αναγνωστόπουλου.


Φωτογραφία: Το σαρανταλείτουργο και η θαυμαστή σωτηρία
Διήγηση π.Στεφάνου Αναγνωστόπουλου.
Κάποτε, ένας χριστιανός, ενώ έσκαβε με πολλούς μαζί σ’ ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τους καταπλάκωσε η στοά. Η γυναίκα αυτού του χριστιανού, η κυρία Αργυρώ, έδωσε ό,τι είχε από το υστέρημά της σε έναν ιερέα να κάμη 40 Λειτουργίες για την ψυχή του άνδρα της σ’ ένα εξωκκλήσι κοντά στο μέρος όπου έγινε δυστύχημα, διότι επίστεψε ότι είναι νεκρός. Καθημερινά μάλιστα πήγαινε ένα πρόσφορο, ένα μπουκάλι με κρασί και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν.
Όταν έφθασε ο ιερέας στις 20 Λειτουργίες, ο διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της κυρά Αργυρώς και αφού μετασχηματίστηκε σε έναν γνωστό της χωρικό, την συνάντησε το πρωί στον δρόμο και της είπε: – Ξέρεις; Ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία γιατί είχε δουλειά βιαστική και γι’ αυτό μην κοπιάζεις. Αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε ο διάβολος τρεις φορές στο διάστημα των 40 Λειτουργιών.
Εν τω μεταξύ, έγινε μεγάλη προσπάθεια ν’ ανοίξουν στοά στο ορυχείο, για να μπορέσουν να βγάλουν τα πτώματα, τα οποία ήσαν πάρα πολλά. Ήσαν όλοι τους νεκροί. Είχαν ήδη περάσει 40 ημέρες. Σκάβοντας ακόμη πιο βαθειά, έφθασαν σ’ ένα μέρος, όπου άκουσαν μία φωνή! Ανθρωπινή φωνή που τους έλεγε: – Προσέξτε, ζω! Σκάψτε με προσοχή, γιατί επάνω μου είναι δύο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν.
Αυτοί θαύμασαν και πράγματι, σκάβοντας με πολλή προσοχή από τα πλάγια, βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν χαρούμενοι στην γυναίκα του. Απορούσαν όλοι πώς αυτός ο άνθρωπος έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή και χωρίς νερό. Κι αυτός τους είπε: – Κάθε μέρα μου έδινε κάποιος – αοράτως, δεν ξέρω πώς – ένα ψωμί και ένα μικρό δοχείο με κρασί, ενώ μία λαμπάδα αναμμένη ήταν μπροστά μου, και έτσι έτρωγα.
Εκτός από τρεις φορές, όπου δεν έφαγα τίποτε ούτε φως είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος για τις αμαρτίες μου, γιατί νόμισα ότι έπαψε πλέον να με βοηθά αυτό το αόρατο χέρι του Θεού. Και ήμουν έτοιμος πλέον να πεθάνω από πείνα και δίψα.
Κατόπιν, είδα και πάλι την αναμμένη λαμπάδα, και δίπλα το ψωμί και το κρασί, όπως και πριν, και εδόξασα τον Θεό που δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλους και έτσι επέζησα και σώθηκα θαυματουργικά.
Όλοι βέβαια δοξολόγησαν τον Θεό, διότι ήσαν χριστιανοί και έμειναν με την απορία του μεγάλου αυτού θαυμαστού γεγονότος. Αυτή, χριστιανοί μου, είναι η πίστις μας! Αυτή είναι η ορθοδοξία μας: Η Θεία Λειτουργία!
(Από το υπό έκδοση βιβλίο μας-Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΖΩΗ)Το σαρανταλείτουργο και η θαυμαστή σωτηρία
Διήγηση π.Στεφάνου Αναγνωστόπουλου.

Κάποτε, ένας χριστιανός, ενώ έσκαβε με πολλούς μαζί σ’ ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τους καταπλάκωσε η στοά. Η γυναίκα αυτού του χριστιανού, η κυρία Αργυρώ, έδω
σε ό,τι είχε από το υστέρημά της σε έναν ιερέα να κάμη 40 Λειτουργίες για την ψυχή του άνδρα της σ’ ένα εξωκκλήσι κοντά στο μέρος όπου έγινε δυστύχημα, διότι επίστεψε ότι είναι νεκρός. Καθημερινά μάλιστα πήγαινε ένα πρόσφορο, ένα μπουκάλι με κρασί και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν.
Όταν έφθασε ο ιερέας στις 20 Λειτουργίες, ο διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της κυρά Αργυρώς και αφού μετασχηματίστηκε σε έναν γνωστό της χωρικό, την συνάντησε το πρωί στον δρόμο και της είπε: – Ξέρεις; Ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία γιατί είχε δουλειά βιαστική και γι’ αυτό μην κοπιάζεις. Αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε ο διάβολος τρεις φορές στο διάστημα των 40 Λειτουργιών.
Εν τω μεταξύ, έγινε μεγάλη προσπάθεια ν’ ανοίξουν στοά στο ορυχείο, για να μπορέσουν να βγάλουν τα πτώματα, τα οποία ήσαν πάρα πολλά. Ήσαν όλοι τους νεκροί. Είχαν ήδη περάσει 40 ημέρες. Σκάβοντας ακόμη πιο βαθειά, έφθασαν σ’ ένα μέρος, όπου άκουσαν μία φωνή! Ανθρωπινή φωνή που τους έλεγε: – Προσέξτε, ζω! Σκάψτε με προσοχή, γιατί επάνω μου είναι δύο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν.
Αυτοί θαύμασαν και πράγματι, σκάβοντας με πολλή προσοχή από τα πλάγια, βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν χαρούμενοι στην γυναίκα του. Απορούσαν όλοι πώς αυτός ο άνθρωπος έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή και χωρίς νερό. Κι αυτός τους είπε: – Κάθε μέρα μου έδινε κάποιος – αοράτως, δεν ξέρω πώς – ένα ψωμί και ένα μικρό δοχείο με κρασί, ενώ μία λαμπάδα αναμμένη ήταν μπροστά μου, και έτσι έτρωγα.
Εκτός από τρεις φορές, όπου δεν έφαγα τίποτε ούτε φως είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος για τις αμαρτίες μου, γιατί νόμισα ότι έπαψε πλέον να με βοηθά αυτό το αόρατο χέρι του Θεού. Και ήμουν έτοιμος πλέον να πεθάνω από πείνα και δίψα.
Κατόπιν, είδα και πάλι την αναμμένη λαμπάδα, και δίπλα το ψωμί και το κρασί, όπως και πριν, και εδόξασα τον Θεό που δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλους και έτσι επέζησα και σώθηκα θαυματουργικά.
Όλοι βέβαια δοξολόγησαν τον Θεό, διότι ήσαν χριστιανοί και έμειναν με την απορία του μεγάλου αυτού θαυμαστού γεγονότος. Αυτή, χριστιανοί μου, είναι η πίστις μας! Αυτή είναι η ορθοδοξία μας: Η Θεία Λειτουργία!

(Από το υπό έκδοση βιβλίο μας-Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΖΩΗ)
 
ΗΛΙΑΣ  ΧΑΙΝΤΟΥΤΗΣ   14 Ν0Ε 2012 
 http://talantoblog.blogspot.gr/2012/11/blog-post_14.html

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Οι επτά σωματικές πράξεις της Μετάνοιας !




Απόσπασμα από το βιβλίο "Άσκηση' του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού
.
Στην πρακτική των Πατέρων, που αναλύουμε αναφέρονται επτά σωματικές πράξεις στις οποίες στηρίζονται οι τρόποι και τα έργα της μετάνοιας. Ως πρώτη πράξη στη μετάνοια οι Πατέρες τοποθετούν την η σ υ χ ί α. Είναι η απερίσπαστη διαγωγή. Η απομάκρυνση από τα αίτια, που δημιουργούν τις αφορμές της πτώσης και της ήττας, ειδικά σε όσους είναι ασθενείς χαρακτήρες, αλλά και από αυτόν τον "ὡς λέοντα περιπατοῡντα καί ζητοῡντα νά μάς καταπιή" (' Πέτρ. ε' 8). Με την ησυχία απέχει ο αγωνιστής από τη μάταιη και άσκοπη μέριμνα και του επιτρέπεται αν θέλει να στρέψει τη σκέψη και ασχολία του προς το Θεό, απ΄όπου φωτιζόμενος από τη θεία Χάρη ανακαλύπτει τον εαυτό του, που είναι απαραίτητο καθήκον. Δεύτερη πράξη θεωρείται η ν η σ τ ε ί α. Με αυτήν καταβάλλεται και δεσμεύεται ένας από τους γίγαντες της διαστροφής - η γαστριμαργία - ο ακαταγώνιστος σύμμαχος της φύσης και του διαβόλου. Με αυτήν αιχμαλωτίζει ο τελευταίος τα πλείστα των θυμάτων του. Το πόσο απαραίτητη είναι αυτή η πράξη το απέδειξε ο Κύριος μας, όταν ανέλαβε με την παρουσία του την ανάπλασή μας, μετά το θείο βάπτισμα στον Ιορδάνη. Ποιος τώρα μπορεί να αμφισβητήσει το βάθρο αυτό της μετανοίας, της ανάπλασης, της ανάστασης, της σωτηρίας; Εάν ο αναμάρτητος και απαθής νηστεύει - και μάλιστα παρατεταμένα - ποιος θα προφασιστεί αδυναμία ή άρνηση; Αφήνω και την άσκηση της δίψας που οι έμπειροι της εγκρατείας προβάλλουν ως άριστο άθλημα κατά των παράλογων ορέξεων. Την α γ ρ υ π ν ί α, ως τρίτη πράξη, συνιστούν οι Πατέρες. Είναι το αποτελεσματικότερο μέσο φωτισμού του νου και γεννήτρια της προσευχής. Ο κόρος της υπνηλίας υποβιβάζει άμεσα τη διαύγεια του νου. Μειώνεται η διανοητική ικανότητα της λογικής φύσης να συγκρίνει, διακρίνει, επιλέξει και εφαρμόσει όσα η νόμιμη άσκηση απαιτεί. Η αγρυπνία, ως μέσο της φίλης των Πατέρων μας φιλοπονίας, πάντοτε προηγείτο στους ασκητικούς αγώνες. Και είναι γνωστή η υπερβολική άσκηση των Πατέρων στην αγρυπνία. Επέμεναν στα πολλαπλά οφέλη αυτής της αρετής, επειδή συντελούσε άριστα στη διανοητική εργασία από την οποία εξαρτώνται όλα εφ΄όσον "νοῡς ορᾶ καί νοῦς ακούει" και εκλέγει και εκτελεί. Τέταρτη και πέμπτη πράξη τοποθετούν οι Πατέρες την π ρ ο σ ε υ χ ή και την ψ α λ μ ω δ ί α. Πράγματι διαιρούσαν την εργασία της προσευχής σε δύο τρόπους, που επικρατούν στην τόσο σημαντική αυτή παναρετή. Στο όνομα της προσευχής χάραξαν την έννοια της εσωστρέφειας και ειδικά της "κατά μόνας" προς το Θεό συνομιλίας. Εκεί ο καθένας επιρρίπτει τον εαυτό του μπροστά στη θεία ευσπλαχνία και αγαθότητα και με επίμονη εξομολόγηση, δέηση, ικεσία, παράκληση ή και ευχαριστία αναφέρει τον πόνο και τον πόθο του προς "τόν δυνάμενον σῴζειν" Χριστό, το Θεό μας. Η ψ α λ μ ω δ ί α χρησιμοποιείται στις ομαδικές συναθροίσεις των πιστών. Με την υμνολογία επιτελείται εορταστικότερα η κοινή προσευχή και αυτό είναι περισσότερο αποδεκτό και εφαρμόσιμο από το λαό. Έκτη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την α ν ά γ ν ω σ η και μελέτη λόγων και παραγγελμάτων που μας κατευθύνουν στην εν Χριστώ πνευματική μας ζωή. Ο λόγος τους Κυρίου μας "ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου" αυτό σημαίνει: Να μάθει και να κατανοήσει τις εντολές μου το θέλημά μου και μετά να γίνει τηρητής (τηρών αυτάς). Και αυτός "ἐστιν ό ἀγαπῶν με". Στο Μωσαϊκό νόμο απαιτητικότερα διέταζε ο Θεός τη μελέτη του θελήματός του και την ενασχόληση με αυτό για να μη παραλείπεται, ως καθήκον, η ακριβής τήρηση και εφαρμογή του. "Ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καί νυκτός" (Ψαλμ α' 2). Μια από τις σπουδαιότερες φροντίδες αυτού που θέλει να απαλλαγεί από τη λύσσα του "ὠρυομένου ὡς λέοντος" εναντίον μας, κατά τον Παύλο, είναι το να "μή ἀγνοώμεν τά νοήματα αὐτοῦ" (πρβλ Β' Πετρ. α' 21). Επειδή οι φίλοι και δούλοι του Θεού «οὐκ ἰδίῳ θελήματι ἀλλά Πνεύματι Ἁγίῳ φερόμενοι ἐλάλησαν καί ἔγραψαν» (πρβλ Β’ Πετρ. α’ 21), είναι πλέον καθήκον η μελέτη και έρευνα των λόγων και των συγγραφών τους προς πλήρη διαφώτιση και μάθηση του αόρατου πολέμου που ασίγαστα διεξάγουμε. Έβδομη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την ε π ε ρ ώ τ η σ η τ ω ν ε μ π ε ί ρ ω ν για κάθε λόγο και πράξη. Με αυτόν τον τρόπο επισφραγίζεται το ταπεινό φρόνημα. Απουσιάζει ή αυταρέσκεια και η απειρία. "Τοῖς ταπεινοῖς" δίνει ο Κύριος το φωτισμό και τη Χάρη του. Το τέλος όλης αυτής της προσπάθειας και ετοιμασίας είναι η υπομονή, ώστε "μήτε θαρρεῖν, μήτε ἀπογιγνώσκειν" απ' όσα συνήθως συμβαίνουν είτε χαροποιά είτε επίπονα. 


http://agiosmgefiras.blogspot.gr/2012/09/blog-post_5787.html?spref=fb

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

ΠΩΣ ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΤΡΕΜΟΥΝ ΟΤΑΝ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΜΕΛΕΤΟΥΝ ΤΑ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ. Το όραμα του γέροντα Σωφρόνιου (μαθητοῦ τοῦ ὁσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ)





Αποφθέγματα Γερόντων
 
ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ 

Το μοναστήρι του Νιαμέτς ήταν για την Μολδαβία ότι και το μοναστήρι της Άγιας Τριάδος στην Ρωσία, ότι της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου για την Ουκρανία, ότι το Αγιον Όρος για την Ελλάδα. Για πέντε αιώνες ήταν το κέντρο της θρησκευτικής διαφώτισης στην Μολδαβία. Από εκεί βγήκε ο περίφημος μολδαβός γέροντας Παίσιος Βελιτσκόφσκυ, ιδρυτής και πατέρας του θεσμού των γερόντων στη Ρωσία στους έσχατους καιρούς. Έτσι ένας από τους πολλούς μαθητές του οσίου Παϊσίου, ο Σωφρόνιος, που εκείνη την εποχή ήταν ηγούμενος, ήταν πνευματικός άνθρωπος και αυστηρός ασκητής είδε ένα όραμα…..


Μια νύχτα, νομίζοντας πως πλησίαζε να ξημερώσει, ο Σωφρόνιος βγήκε από την πύλη του μοναστηριού και κοίταξε προς την εξωτερική πύλη, εκεί που σήμερα βρίσκεται το αγίασμα. Εκεί είδε ένα άνθρωπο που ήταν μαύρος στην όψη και φοβερός στο θέαμα. Φορούσε στρατιωτικό μανδύα και φώναζε δυνατά, όπως κάνουν οι αξιωματικοί όταν δίνουν διαταγές στους στρατιώτες. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και γυάλιζαν σαν φλόγες. Το στόμα του ήταν σαν των πιθήκων και τα δόντια του εξείχαν απ` αυτό. Στη μέση του ήταν περιτυλιγμένο ένα τεράστιο φίδι, του οποίου το κεφάλι κρεμόταν προς τα κάτω κι από το στόμα του έβγαινε η γλώσσα σαν ξίφος. Στους ώμους του είχε σιρίτια που είχαν το σχήμα κεφαλών φιδιών και στο κεφάλι του φορούσε ένα καπέλο απ` όπου ξεπρόβαλαν φαρμακερά φίδια και τυλίγονταν σαν μαλλιά γύρω απ` το λαιμό του. Μόλις ο γέροντας Σωφρόνιος αντίκρισε όλα αυτά πέτρωσε από τον φόβο. Μετά από λίγο συνήλθε κάπως και ρώτησε τον άρχοντα αυτό του σκότους τι γύρευε τέτοια ώρα στον περίβολο του μοναστηριού. Είναι δυνατό να μην ξέρεις ότι εγώ δίνω διαταγές εδώ στο μοναστήρι σου; Απάντησε ο μαύρος. Εμείς δεν έχουμε στρατό εδώ κι η πατρίδα μας διανύει περίοδο απόλυτης ειρήνης, είπε ο ηγούμενος. Τότε συνέχισε ο μαύρος δαίμονας, μάθε πως εμένα με έστειλαν οι αόρατοι άρχοντες του σκότους και βρισκόμαστε εδώ για να εγείρουμε πόλεμο εναντίον την μοναχικής τάξης. Όταν κατά την κουρά σου δίνεται τους μοναχικούς σας όρκους, δηλώνεται ότι θα μας πολεμάτε και μας προξενείτε πολλές πληγές με το πνευματικό σας οπλοστάσιο. Πολλές φορές αναγκαζόμαστε να υποχωρούμε με ντροπή, γιατί η φλόγα της προσευχής σας μας καίει. Τώρα όμως δε σας φοβόμαστε, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Παϊσίου, του ηγουμένου σας. Εκείνος μας τρόμαζε και υποφέραμε πολύ στα χέρια του. Από τότε ακόμα που ήρθε εδώ από το Άγιο Όρος μαζί με εξήντα άλλους μοναχούς, εμένα με έστειλαν εδώ με εξήντα χιλιάδες στρατιώτες μας για να τον σταματήσουμε. Όσο καιρό είχε
αυτός είχε την ηγουμενία δεν μπορούμε να ησυχάσουμε. Παρ` όλους τους πειρασμούς, τα τεχνάσματα και τις μεθοδείες μας εναντίον εκείνων και των μοναχών του, δεν καταφέρναμε τίποτα. Και ταυτόχρονα δεν μπορεί να διηγηθεί ανθρώπινη γλώσσα τις φοβερές οδύνες, τις ταλαιπωρίες και τις δοκιμασίες που υποστήκαμε κατά την διάρκεια της διαμονής αυτού του ανθρώπου. Εδώ. Ήταν ένας έμπειρος στρατιώτης και η στρατηγική του μας εύρισκε πάντα εκτός θέσης. Μετά τον θάνατο του όμως να πράγματα άλλαξαν κάπως και μπορέσαμε να αποδεσμεύσουμε από αυτό το φρούριο δέκα χιλιάδες δικούς μας. Έτσι μείναμε εδώ πενήντα χιλιάδες. Όταν οι μοναχοί άρχισαν να αμελούν τον κανόνα τους και να ενδιαφέρονται περισσότερο για τους αγρούς, τα κτίρια και τα αμπέλια, απαλλάξαμε άλλους δέκα χιλιάδες από τα καθήκοντα τους εδώ και οι υπόλοιποι σαράντα χιλιάδες μείναμε για να συνεχίσουμε τις προσβολές μας. Λίγα χρόνια αργότερα, μερικοί από τους μονάχους αποφάσισαν να αλλάξουν το τυπικό του Παϊσίου, διαφώνησαν μεταξύ τους και μερικοί έφυγαν. Στο μεταξύ δόθηκε άδεια σε λαϊκούς να νοικιάζουν δωμάτια στο μοναστήρι, κι όταν μάλιστα έφεραν και τις γυναίκες τους μέσα, κάναμε γιορτή για την νίκη μας και μειώσαμε τον στρατό μας κατά δέκα χιλιάδες ακόμα. Αργότερα που άνοιξαν και τα σχολεία για νεαρά αγόρια ο πόλεμος πλησίασε μπρος στο τέλος του πια και μπορούσαμε να μειώσουμε τις δυνάμεις μας κατά δέκα χιλιάδες ακόμη, αφήνοντας εδώ μόνο είκοσι χιλιάδες δικούς μας για να επιβλέπουν τους μοναχούς.

Μόλις ο γέροντας Σωφρόνιος άκουσε όλα αυτά αναστέναξε μέσα του και ρώτησε τον μαύρο δαίμονα. Τι ανάγκη έχετε να μένετε ακόμη στο μοναστήρι αφού βλέπετε, όπως και ο ίδιος ομολογείς πως οι μοναχοί έχουν παραιτηθεί από τον πόλεμο; Τι άλλη δουλεία έμεινε ακόμα εδώ για σας; Και εκείνος ο παγκάκιστος, εξαναγκασμένος από την δύναμη του Θεού, αποκάλυψε το μυστικό του. Είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει κανένας πια να μας πολεμήσει όπως παλιά, αφού η αγάπη έχει ψυχραθεί και έχετε προσκολληθεί σε επίγειες και κοσμικές υποθέσεις. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα στο μοναστήρι που μας ενοχλεί και μας ανησυχεί. Είναι αυτά τα κουρελόχαρτα τα βιβλία στον όλεθρο να πάνε!! Αυτά που έχετε στην βιβλιοθήκη σας. Ζούμε με τον φόβο και τον τρόμο μήπως κάποιος από τους νεωτέρους μονάχους τα πιάσει στα χέρια κι αρχίζει να τα διαβάζει. Μόλις αρχίσουν να διαβάζουν τα καταραμένα αυτά κουρελόχαρτα, μαθαίνουν την αρχαία ευλάβεια κι εχθρότητα σας εναντίον μας κι οι νεαροί αρχάριοι ξεσηκώνονται. Μαθαίνουν από αυτά πως οι παλιοί χριστιανοί, μοναχοί και λαϊκοί, συνήθιζαν να προσεύχονται αδιάλειπτα, να νηστεύουν, να εξετάζουν και να ξαγορεύονται τους λογισμούς, να αγρυπνούν και να ζουν σαν ξένοι και παρεπίδημοι σ` αυτόν τον κόσμο. Μετά, απλοϊκοί όπως είναι, αρχίζουν να θέτουν τις ανοησίες αυτές σε εφαρμογή. Ακόμη παίρνουν σοβαρά όλη την Αγία Γραφή. Μας βρίζουν και ωρύονται εναντίον μας σαν άγρια θηρία. Αρκεί να σου πω ότι ένας από αυτούς τους ανόητους θερμοκέφαλους είναι αρκετός για να μας διώξει όλους από εδώ.
Είναι τόσο ανηλεείς και ασυμβίβαστοι εναντίον μας, όσο και ο θανατωμένος αρχηγός σας (ο Σωτήρας). Επί τέλους, έχουμε τόση ειρήνη και ηρεμία μαζί σας. Αυτά τα αποκαλούμενα πνευματικά βιβλία σας όμως είναι μια διαρκεί πηγή εχθρότητα και ταραχής. Γιατί δεν μπορούμε να έχουμε ειρήνη; Γιατί εσείς δεν διαβάζεται τα βιβλία μου; Δεν είναι και αυτά πνευματικά; Κι εγώ πνεύμα δεν είμαι; Κι εγώ εμπνέω ανθρώπους να γράφουν βιβλία. Δε φτάνει παρά να πέσει ένα απ` αυτά τα παλιόχαρτα, που τα λέτε περγαμηνές, στα χέρια ενός απλού κι ανόητου κι αρχίζει εκ νέου καινούργιος πόλεμος κι αναγκαζόμαστε να φεύγουμε κι να αρπάζουμε πάλι τα όπλα εναντίον σας. Ανήμπορος πια να κρατήσει σιωπή, ο φτωχός ηγούμενος τον ρώτησε.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο όπλο σας εναντίον των μοναχών στους καιρούς μας; Κι εκείνος απάντησε. Όλο το ενδιαφέρον μας σήμερα στρέφεται στο να κρατήσουμε τους μονάχους και τις μοναχές μακριά από τις πνευματικές ενασχολήσεις, ιδιαίτερα δε από την προσευχή και την μελέτη αυτών των καπνισμένων βιβλίων. Γιατί δε δαπανάτε περισσότερο χρόνο στη φροντίδα των κήπων και των αμπελιών, στο ψάρεμα, στα σχολεία για τους νέους, στη φιλοξενία όλων αυτών των καλών ανθρώπων που έρχονται εδώ το καλοκαίρι για καθαρό αέρα και υγιεινό νερό; Οι μοναστές που ασχολούνται με τέτοια πράγματα πιάνονται στα δίχτυα μας όπως οι μύγες στον ιστό της αράχνης. Ως ότου όλα αυτά τα βιβλία καταστραφούν ή φθαρούν από το χρόνο, δε θα ειρηνέψουμε. Είναι σαν σαΐτες και βέλη για μας. Δεν είχε καλά καλά τελειώσει τα λόγια αυτά και σήμανε το σήμαντρο για την ακολουθία του όρθρου. Ο αρχηγός των δαιμόνων εξαφανίστηκε αμέσως σαν καπνός. Ο γέροντας ξεκίνησε για την εκκλησία με μεγάλο πόνο ψυχής, εξαιτίας των αποκαλύψεων αυτών και μπήκε στην εκκλησία. Όταν μαζεύτηκαν οι μοναχοί τους διηγήθηκε με δάκρυα στα μάτια όλα όσα είδε κι άκουσε κατά την διάρκεια της φοβερής Αυτής οπτασίας. Και μετά έδωσε εντολή να καταγραφούν όλα αυτά για να ωφεληθούν οι επιγενόμενοι.
Πηγή εἰκόνας:
http://t1.gstatic.com/images?q=tbn:Mut5yGU0L4AAlM:http://vatopaidi.files.wordpress.com/2009/11/ag-paissios-velitskofski.jpg

 http://oparadeisos.wordpress.com/2012/08/01/%CF%80%CF%89%CF%83-%CE%BF%CE%B9-%CE%B4%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CF%83-%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BF%CE%B9-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9/

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Συνέντευξη με τον Μητροπολίτη Μαυροβουνίου κ. Αμφιλόχιο Ράντοβιτς για τον Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο



Τοιχογραφία του Οσίου Φιλόθεου στο εκκλησάκι της Παναγίας Παντάνασσας στο βατοπαιδινό μετόχι της ευλογημένης λίμνης Βιστωνίδας.
Κ.Ι.: «Τά άνω φρονείτε, μή τά επί της γης», μας παροτρύνει ο απόστολος των εθνών Παύλος στην προς Κολασσαείς επιστολή του. Και μας εξηγεί: «Άπεθάνετε γάρ, καί ή ζωή υμών κέκρυπται σύν τω Χριστώ εν τω Θεώ” όταν ό Χριστός φανερωθή, ή ζωή υμών, τότε καί ύμεϊς σύν αύτω φανερωθήσεσθε έν δόξη».
Αυτά μου έρχονται στο νου, μιμνησκόμενος των αγίων Γερόντων, για τους οποίους ο Θεός αξίωσε εμάς τους ελαχίστους να ομιλούμε και να γράφουμε, προς δόξαν Κυρίου.
Μια άλλη μεγάλη Γεροντική μορφή του αιώνα μας υπήρξε ο αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Ζερβάκος, Καθηγούμενος της ιεράς κοινοβιακής Μονής της Ζωοδόχου Πηγής στη Λογγοβάρδα της νήσου Πάρου.
Για τον πατέρα Ζερβάκο έχουμε μια σύντομη, αλλά σημαντική μαρτυρία από το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μαυροβουνίου και Παραθαλάσσιας κ. Αμφιλόχιο Ράντοβιτς.
Α.Ρ.: Υπήρξε μεγάλη μορφή, θαυμάσιος άνθρωπος.
Πήγα και τον επισκέφθηκα στο μοναστήρι, που έκτισε στη Λογγοβάρδα της Πάρου. Μέσα στο δωμάτιο του είχε ετοιμάσει και τον τάφο του’ στη μια μεριά του δωματίου του ήταν το κρεβάτι του και στην άλλη μεριά ήταν ο τάφος του.
Τον ρώτησα γιατί είχε φτιάξει τον τάφο του και μου απάντησε:
-Σ’ όλη μου την ζωή, προσπάθησα να μην επιβαρύνω κανένα. Τώρα, που γέρασα, δεν ξέρω πότε θα με πάρει ο Θεός. Γι’ αυτό έφτιαξα μόνος μου τον τάφο μου κι ελπίζω ότι τόσο τουλάχιστον κέρδισα στη ζωή, ώστε να με μεταφέρει κάποιος από το κρεβάτι μου στον τάφο μου. Αν θα γνώριζα την ώρα που θα πέθαινα, αντί να πέσω στο κρεβάτι, θα έπεφτα στον τάφο, για να μην επιβαρύνω ούτε και σ’ αυτό τους πλησίον μου.
Κ.Ι.: Είναι πολύ σπουδαία πράγματα αυτά, που ακούμε.
Α.Ρ.: Είναι πράγματι πολύ σημαντικό αυτό. Ο άγιος ζητά από τον εαυτό του πολλά, αλλά δεν ζητά τίποτε από τους άλλους.
Κ.Ι.: Οι άγιοι ζητούν μόνο από το Θεό το έλεος του, ενώ όλοι εμείς οι άλλοι συνεχώς ζητούμε ο ένας από τον άλλο, αντί να δίνουμε.
Α.Ρ.: Ακριβώς, αυτοί οι άγιοι άνθρωποι δεν ζητούν, παρά μόνο δίνουν.
Κ.Ι.: Γι’ αυτό κι εμείς θα πρέπει, σ’ όλη τη διάρκεια του βίου μας, ν’ αγωνιζόμαστε, ο καθένας στο μέτρο των δυνάμεων του και, φυσικά, με τη χάρη του Θεού, να γίνουμε, όπως μας παραγγέλλει ο απόστολος Παύλος στην προς Εφεσίους επιστολή του, «συμπολΐται των αγίων καί οικείοι τοΰ Θεοΰ, έποικοδομηθέντες επί τω θεμελίω των Αποστόλων καί προφητών, δντος ακρογωνιαίου αύτοϋ Ίησοΰ Χριστού».
Α.Ρ.: Μια φορά, που εξομολογήθηκα στον πατέρα Φιλόθεο Ζερβάκο και του είπα ένα λογισμό μου, μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση πώς αντιμετώπισε το θέμα ως πνευματικός. Μου είπε:
-Αδελφέ πάτερ Αμφιλόχιε, ο άλλος είναι η εικόνα του Θεού. Επιτρέπεται ν’ αμαρτήσουμε εναντίον της εικόνας του Θεού, έστω και με λογισμό;
Κ.Ι.: Συγκλονιστικό αυτό.
Α.Ρ.: Ναι. Ποτέ δεν θα είχα σκεφτεί ν’ αντιμετωπίσω μ’ αυτό τον τρόπο τον αμαρτωλό λογισμό εναντίον κάποιου. Και θυμάμαι αυτό, που έλεγε ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς: «Στον άλλο να πηγαίνεις με τα πόδια της περιστεράς». Να τον πλησιάζεις, δηλαδή, όπως το περιστέρι, απαλά, μαλακά, διότι ο πλησίον σου έχει τους φόβους του, έχει τις θλίψεις του. Έχει ήδη έτσι αρκετό βάρος’ να μην παίρνει κι άλλο βάρος από σένα».
Κ.Ι.: Όπως το Αγιο Πνεύμα, που ήρθε υπό μορφή περιστεράς.
Α.Ρ.: Ναι, ακριβώς αυτό.
Κ.Ι.: Ο Κύριος μας είπε να είμαστε «ακέραιοι ώς αί περιστεραί». Διαβάζουμε στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ότι ο Κύριος είπε στους μαθητές του: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ώς πρόβατα εν μέσω λύκων’ γίνεσθε ουν φρόνιμοι ώς οί όφεις καί ακέραιοι ώς αί περιστεραί».
Α.Ρ.: Στην Αθήνα όταν βρισκόμουν, φίλος μου και πνευματικό μου στήριγμα ήταν ο μακαριστός πατήρ Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, στον οποίο και εξομολογούμην. Πήγαινε εκεί και ο πατήρ Φιλόθεος Ζερβάκος, υπέργηρος και μιλούσε στο εκκλησίασμα μετά τη Θεία Λειτουργία. Ο λόγος του κυλούσε όπως το ήρεμο ποτάμι. Κι ένιωθες ότι ο λόγος του δεν έβγαινε από το νου του, αλλά από την ψυχή του’ ήταν το απόσταγμα της ζωής του.
Όταν τον είδα στη Λογγοβάρδα της Πάρου, στους Αγίους Πάντες, όπου ασκήτευε, καθώς μας μιλούσε, τον αισθάνθηκα ως τον πατριάρχη της νήσου. Κι από τότε μέχρι σήμερα, κάθε φορά που τον σκέφτομαι, έτσι τον σκέφτομαι1 ως πατριάρχη της Πάρου.
Κ.Ι.: Πολύ ωραία εικόνα αυτή. Κι ήταν πράγματι πατριάρχης της Πάρου, αφού έσωσε τόσους ανθρώπους εκεί από το θάνατο. Στην Πάρο μέχρι σήμερα θυμούνται πολύ έντονα το γεγονός αυτό, το οποίο υπήρξε ένας ακόμη λόγος για να θεωρούν το Γέροντα Φιλόθεο ως ιερό πρόσωπο. Θ’ αφηγηθώ αυτό το ιστορικό γεγονός, όπως το αφηγήθηκαν και σ’ εμένα άλλοι.
Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, οι αγωνιστές της Αντίστασης έκαναν μια δολιοφθορά στην Πάρο. Ο Γερμανός διοικητής των Κυκλάδων, που πήγε στην Πάρο για να κάνει τις ανακρίσεις, διέταξε να του πάρουν εκατόν πενήντα νέους, κυρίως, ανθρώπους, τους οποίους θα εκτελούσε.
Πραγματικά συγκεντρώθηκαν αυτοί οι εκατόν πενήντα άνθρωποι. Και το γεγονός έγινε ακόμη πιο τραγικό, διότι είπαν στους προέδρους των κοινοτήτων να διαλέξουν εκείνοι αυτούς τους ανθρώπους. Να σκεφτούμε τη θέση ενός κοινοτάρχη μέσα σ’ ένα χωριό, να πρέπει να διαλέξει αυτούς, που θα εκτελούσαν οι Γερμανοί. Αναγκάστηκαν τότε οι κοινότητες να βάλουν κλήρο για το ποιος θα πήγαινε.
Μαζεύτηκαν, λοιπόν, αυτοί οι εκατόν πενήντα άνθρωποι, οι οποίοι συνελήφθησαν από τους Γερμανούς, κλείστηκαν στις φυλακές και περίμεναν σε λίγες μέρες την εκτέλεση τους. Και, βέβαια, ξεσηκώθηκαν οι αρχές, ο δήμαρχος, η Εκκλησία, οι πάντες, να παρακαλούν το Γερμανό διοικητή. Ανένδοτος αυτός. Πήγαν τότε στον πατέρα Φιλόθεο Ζερβάκο, ο οποίος είχε πολλά πνευματικά τέκνα του ανάμεσα στους επιλεγέντες για εκτέλεση.
Κάλεσε, λοιπόν, ο πατήρ Φιλόθεος το Γερμανό διοικητή στο μοναστήρι του, για να τον φιλοξενήσει. Πήγε ο διοικητής με τη συνοδεία του. Έφαγαν όλοι μαζί, μίλησαν για το μοναχισμό και για πολλά άλλα θέματα. Κι όταν άρχισε να μαλακώνει κάπως ο Γερμανός, του είπε ο πατήρ Ζερβάκος: «Ξέρετε, εμείς οι Ορθόδοξοι στα μοναστήρια συνηθίζουμε, όταν έχουμε κάποιο φιλοξενούμενο, να πηγαίνουμε μέσα στην εκκλησία και να κάνουμε μια παράκληση για την υγεία τη δική του και της οικογένειας του. Αν θέλετε, δώστε μου τα ονόματα της οικογένειας σας, που είναι στη Γερμανία, να κάνουμε μια παράκληση εδώ». Έδωσε ο Γερμανός τα ονόματα, πήγαν στην εκκλησία και, πραγματικά, έκαναν την παράκληση.
Ο Γερμανός βγήκε πολύ σκεπτικός από την εκκλησία και, όταν ήταν έτοιμος να φύγει, γύρισε και είπε: «Θέλω να ξεπληρώσω αυτές τις περιποιήσεις, που μου κάνατε. Μπορείτε, λοιπόν, να μου ζητήσετε μια χάρη, την οποία θα σας κάνω. Αλλά η χάρη αυτή να μην είναι η αίτηση για την απελευθέρωση των κρατουμένων. Αυτοί θα εκτελεστούν. Ο,τιδήποτε άλλο μου ζητήσετε, θα το κάνω». «Πριν σας ζητήσω ο,τιδήποτε», είπε ο πατήρ Ζερβάκος, «θέλω να μου δώσετε το λόγο της στρατιωτικής σας τιμής ότι θα κάνετε αυτό, που θα σας πω». «Έ-
χετε το λόγο της στρατιωτικής μου τιμής», απάντησε ο Γερμανός. Του είπε τότε ο πατήρ Φιλόθεος: «Θέλω να βάλετε κι εμένα ανάμεσα στους εκατόν πενήντα και να εκτελέσετε εμένα πρώτο».
Ο Γερμανός βρέθηκε στο δίλημμα ή να σκοτώσει το Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο ή ν’ αφήσει και τους άλλους, γιατί, χωρίς να του το ζητήσει άμεσα ο πατήρ Φιλόθεος, έμμεσα αυτό ζήτησε. Κι είχε δεσμευτεί με το λόγο της στρατιωτικής του τιμής ο Γερμανός. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να υπογράψει την απόλυση και των εκατόν πενήντα Παριανών.
Πραγματικά κάθε φορά, που θυμούμαι αυτό το γεγονός, συγκλονίζομαι, διότι είναι όντως αυτό, που λέγει το Ευαγγέλιο, ότι ο καλός ποιμήν θυσιάζει την ψυχή του υπέρ των προβάτων.
Αυτή την ημέρα τη γιορτάζουν ακόμη στην Πάρο, ως την επέτειο της σωτηρίας των εκατόν πενήντα εκείνων ανθρώπων, οι οποίοι μεγάλωσαν, έκαναν οικογένειες, έχουν εγγόνια και δισέγγονα, χωρίς ποτέ να ξεχνούν ότι οφείλουν τη ζωή τους και την ευτυχία τους, τις ανθρώπινες χαρές, στο Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο, ο οποίος πραγματικά έθεσε τον εαυτό του υπέρ του ποιμνίου του.
Ως κατακλείδα θα θέλαμε ν’ αναφέρουμε, για όσους τυχόν δεν το γνωρίζουν, ότι ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος υπήρξε και ένας από τους σημαντικούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς του αιώνα μας. Έγραψε πολύ ωραία βιβλία, τα οποία αξίζει να διαβάσουμε, γιατί πάρα πολύ έχουμε να ωφεληθούμε από τη μελέτη τους <1>.
Σημείωση:
1. Δίνουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το εξαίρετο βιβλίο του Γέροντος Φιλόθεου Ζερβάκου Ο Οδοιπόρος -Μια ευσεβής οδοιπορία από της επιγείου πατρίδος έως της ουρανίου Ιερουσαλήμ:
«Ωσαύτως είς τους πειρασμούς, τας θλίψεις, τους κινδύνους, τας στενοχώριας, να καταφεύγης διά της προσευχής προς τον Θεόν ζητών βοήθειαν’ δύνασαι όμως να βάζης και μεσίτας προς τον Θεόν διά τα αιτήματα σου την Κυρίαν Θεοτόκον και πάντας τους αγίους, οίτινες, επειδή έχουν χάριν και παρρησίαν προς τον Θεόν, δύνανται να σε βοηθήσωσιν’ αλλά και οι πνευματικοί αδελφοί και φίλοι είς τας θλίψεις και πειρασμούς δύνανται να μας βοηθήσωσι, παρηγορήσωσι και ανακουφίσωσι’ διά τούτο ο ανωτέρω σοφός Σειράχ λέγει είς την σοφίαν του’ ‘ει κτάσαι φίλον, εν πειρασμώ κτήσαι αυτόν… φίλος πιστός φάρμακον ζωής’, είς δε το έργον της αγάπης και της φιλαδελφείας μιμήθητι τους αγίους, αυτόν τον ίδιον Χριστόν, όστις ήλθεν εις τον κόσμον ουχί διά να διακονηθή, αλλά να διακονήση και κατεδέχθη να πλύνη τους πόδας των μαθητών του, του πλάσματος του, ο διδάσκαλος, ο ποιητής και πλάστης των απάντων!! Μιμήθητι τον ανωτέρω Οδοιπόρον και καθώς εκείνος ηγάπα να επισκέπτεται και να περιποιήται τους ασθενείς, ούτω και συ αγάπα πάντα άνθρωπον και ιδίως τους πτωχούς και δυστυχείς, οι οποίοι δεν έχουν τα μέσα ούτε είς ιατρούς να υπάγωσιν, ούτε φάρμακα να αγοράσωσιν ούτε τρόφιμα έχουσι’ τούτους εξαιρετώτερα των άλλων να επισκέπτησαι, να τους παρήγορης και εάν είσαι είς θέσιν να τους βοηθής υλικώς’ εάν δεν είσαι, τότε να τους βοηθής πνευματικός με λόγους ωφελίμους’ να έχουν δηλ. θάρρος, πίστιν, ελπίδα, μεγαλοψυχίαν, υπομονήν, και καρτερίαν είς τας θλίψεις των και ασθενείας διό να έχωσι μεγάλον μισθόν είς τους ουρανούς διά την υπομονήν των. Να τους προτρέπης να εξομολογηθώσι, να μεταλάβωσι των αχράντων μυστηρίων, να ενθυμώνται τον θάνατον και την κόλασιν. Επειδή ο άνθρωπος συνίσταται εκ δύο ουσιών, από σώμα υλικόν και φθαρτόν και από ψυχήν άυλον και αθάνατον, το μεν σώμα έχει ανάγκην βοηθείας υλικής, η δε ψυχή βοηθείας πνευματικής. Όσην λοιπόν διαφοράν έχει η ψυχή από το σώμα, τόσην διαφοράν έχει και η πνευματική βοήθεια και ελεημοσύνη από την σωματικήν. Στοχάσου λοιπόν, αγαπητέ μοι, πόσον μέγα καλόν εστίν η ελεημοσύνη, την οποία εμακάρισεν ο Κύριος ειπών’ ‘Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται’. Κατά δε την δευτέραν αυτού παρουσίαν θα είπη είς τους δικαίους και εξαιρετικώς είς τους ελεήμονας’ την ελεημοσυνην την οποίαν εκάματε είς τους πτωχούς αδελφούς μου, είς εμέ την εκάμετε. Έφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε’.
Εάν θέλης, αγαπητέ μου συνοδοιπόρε, να καθαρίσης τον εαυτόν σου από τας αμαρτίας, να όδευσης ευκόλως την στενήν και τεθλιμμένην οδόν και φθάσης είς την Βασιλείαν των ουρανών, εάν θέλης να πλησίασης είς τον Θεόν και ομοιωθής με αυτόν, μη παύσης την ελεημοσυνην την υλικήν, εάν είσαι εύπορος και την πνευματικήν, εάν δεν είσαι εύπορος από υλικά αγαθά. Το τάλαντον, όπερ έλαβες από τον πλουσιόδωρον Θεόν, φρόντισε να το αύξησης διά της αγάπης, της φιλαδελφείας, της ελεημοσύνης, της μεταδόσεως. Άρεσάτω σου η βουλή μου, ω βασιλεύ’, είπεν ο Δανιήλ προς τον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα, ‘και τας αμαρτίας σου εν ελεημοσύναις λύτρωσαι, και τας αδικίας σου εν οικτιρμοίς πενήτων’. Ο δίκαιος σοφός παροιμιαστής λέγει’ ‘ελεημοσύναις και πΐστεσιν αποκαθαίρονται αμαρτίαι’. Ο δίκαιος Τωβίτ’ “ελεημοσύνη εκ θανάτου ρύεται, και ουκ εά εισελθείν εις το σκότος”. Ο δε Θεολόγος Γρηγόριος λέγει’ ‘εν ουδενί άλλω άνθρωπος Θεώ ομοιούται, ως το ευ ποιείν… ευεργετών νόμιζε μιμείσθαι Θεόν’. Και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εν ευαγγελίοις έφη. Αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπιζοντες και έσται ο μισθός υμών πολύς και έσεσθε υιοί του Υψίστου’ ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχάριστους και πονηρούς’ γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο Πατήρ υμών οικτίρμων εστί’. Διά της φιλοξενίας και της ελεημοσύνης ηξιώθη ο Αβραάμ να φιλοξενήση είς μορφήν τριών Αγγέλων την αγ. Τριάδα. Δι’ ο και ο θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος παροτρύνει ημάς λέγων: ‘Της φιλοξενίας μη επιλανθάνεσθε, διά ταύτης γαρ έλαθόν τίνες ξενίσαντες αγγέλους’.
Περί της ελεημοσύνης λέγει και ο θείος Χρυσόστομος τα ακόλουθα. Αυτή μείζων η χάρις, ή νεκρούς ανιστά’ του γάρ εν τω ονόματι του Ιησού τους αποθανόντος εγείρειν, πολλώ μείζον τω πεινώντι τρέφειν τον Χριστόν. Ενταύθα μεν γαρ ου τον Χριστόν ευεργετείς’ εκεί δε αυτός σε και ο μισθός εν τω ποιείν ευ, ουκ εν τω πάσχειν ευ, ενταύθα μεν γαρ (επί των σημείων λέγω) αυτός οφείλεις τω Θεώ επί δε της ελεημοσύνης τον Θεόν οφειλέτην έχεις’. Βλέπεις, αγαπητέ μοι, πώς ο φιλάνθρωπος και πολεύσπλαγχνος Θεός και Πατήρ ημών ο ουράνιος διά να μας διευκολύνη και ομαλύνη την στενήν και τεθλιμμένην οδόν πόσους τρόπους και μέσα εφεύρε διά των οποίων ευκόλως και ακινδύνως δυνάμεθα να διαπλεύσωμεν το πολυκύμαντον πέλαγος της παρούσης ζωής, να βαδίσωμεν την στενήν και τεθλιμμένην οδόν και να φθάσωμεν είς τους γαληνούς λιμένας της αιωνίου και ατελεύτητου ζωής και βασιλείας. Βάδιζε λοιπόν μετά προθυμίας μεγίστης την προς την άνω Ιερουσαλήμ άγουσαν οδόν, ευχαριστεί και δοξολογεί εκ καρδίας τον Κύριον και μη παύσης πάσας τας ημέρας της ζωής σου, άχρι τελευταίας αναπνοής σου, να τον υμνής, δοξάζης, ευχάριστης και να τον παρακαλής να σε φωτίζη και οδηγή είς το να ποιής το θέλημα του το άγιον και ούτω αξιωθής της αιωνίου και ατελεύτητου ζωής και βασιλείας’ ης γένοιτο πάντας επιτυχείν».