Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εικών Δημητρέλος

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης: Τι κακά κάνουν οι Χριστιανοί στις απόκριες


Ποιός μπορεί να διηγηθή τις αταξίες, που κάνουν οι Χριστιανοί κατά την περίοδο των Αποκρέων, και μάλιστα στα νησιά; Στ’ αλήθεια, θα μπορούσε να πη κανείς, ότι τότε οι Χριστιανοί δαιμονίζονται όλοι, διότι χορεύουν, παίζουν, τραγουδούν ασυνείδητα, μέχρι και αυτοί οι πλέον γέροντες.
Και, όποιος δεν χορέψει ή δεν τραγουδήσει, θεωρείται τρελλός, διότι οι άνδρες φορούν γυναικεία φορέματα και οι γυναίκες ανδρικά· διότι ντύνεται ο καθένας με διαφορετικά ρούχα και μάσκες, τις κοινώς αποκαλούμενες μουτσούνες· τότε δεν έχει διαφορά η ημέρα από την νύκτα· διότι όπως η ημέρα και όλη η νύκτα ξοδεύεται σε χο­ρούς και μασκαριλίκια· τότε δεν διαφέρουν οι λαϊκοί από τους κληρι­κούς και τους ιερωμένους· διότι όλοι εξ ίσου ατακτούν· τότε, για να πω έτσι, πανηγυρίζει η ασέλγεια· γιορτάζει η ακολοσία· ευφραίνεται η μέ­θη· αγάλλεται η τρυφή και η ασωτεία· χορεύει ο διάβολος με δέκα μανδύλια και μαζί με αυτόν χορεύει όλο το πλήθος των δαιμόνων· διό­τι το κέρδος, που κάνουν μόνο στις αποκριές, δεν μπορούν να το απο­κτήσουν σε ολόκληρο τον χρόνο.
Λυπάται δε η αρετή· στενοχωριέται η σωφροσύνη· οδύρεται η χριστιανική σεμνότητα και η ευταξία· διώχνε­ται ο φόβος του Θεού και ο φόβος της κολάσεως και της κρίσεως· πεν­θεί ο Χριστός και θρηνούν όλοι οι άγγελοι και οι δίκαιοι.
“Ω, και ποι­ός να μη κλάψη; και ποιός να μη χύση καρδιοστάλακτα δάκρυα, βλέ­ποντας την απώλεια και την ανοησία αυτών των Χριστιανών; αυτοί είναι τόσο ανόητοι, που αντί να κερδίσουν από την νηστεία της αγίας Τεσσαρακοστής, περισσότερο ζημιώνονται από τις απόκριες, και, για να κερδίσουν ένα, χάνουν εκατό· και κάνουν οι άθλιοι σαν τους ανόη­τους εμπόρους, τρέχοντας σε ζημία και όχι σε κέρδος· διότι ασύγκριτα μεγαλύτερη είναι η βλάβη που δέχονται κατά τις απόκριες, παρά η ω­φέλεια που λαμβάνουν από την Τεσσαρακοστή που έρχεται· ίλεως, ίλε­ως, ίλεως να γίνη ο Θεός.
Και μακάρι αυτός να φωτίση τους άγιους Αρχιερείς και τους πνευματικούς και τους διδασκάλους, να εμποδί­σουν αυτά τα κακά με αφορισμούς και με επιτίμια, όπως ορίζει και ο ξβ’ Κανόνας της αγίας και Οικουμενικής ς’ Συνόδου.
(«Χρηστοήθεια των Χριστιανών», Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Λόγος Β’, Μεταφραστής: Βενέδικτος Ιερομόναχος Αγιορείτης, Εκδότης: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, Έτος έκδοσης: 2010)

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Περί της έν Χριστώ αναστροφής. Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός



Περί της έν Χριστώ αναστροφής
 Ἀθωνικά μηνύματα
Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Εμείς διά πίστεως βαδίζομε και όχι δι’ είδους, όπως πάντοτε τονίζουμε. Καί, παρούσης της πίστεως, φυσικά δεν χρειάζεται κάτι άλλο. Παρ’ όλα αυτά δεν καταργείται η δύναμη της γνώσεως και της λογικής η οποία πηγάζει από την ανθρώπινη προσωπικότητα.
Τώρα αυτό πού υπενθυμίζω είναι για να δώσω βαρύτητα στο θέμα της έν Χριστώ αναστροφής, η οποία εξαρτάται από τον δικό μας έλεγχο. Γι’ αυτό βλέπετε, πέραν των όσων η Γραφή μας παραγγέλλει, τα όποια ανήκουν στην μεταφυσική και ενεργούνται διά της πίστεως, μας λέει ο Παύλος να προσέξωμε και το θέμα της αναστροφής.
«Όσα εστίν αληθή, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα, εί τις αρετή και εί τις έπαινος, ταύτα λογίζεσθε» και τα τόσα άλλα τα όποια υπάγονται στον κώδικα της αναστροφής της περιεκτικής ηθικής. Άρα, αναπολόγητος καθίσταται ο άνθρωπος όταν προβάλλει προφάσεις ότι δήθεν τα αγνοεί, διότι δεν τα διδάχθηκε.
Έχει δύναμη η φύση μας, από απόψεως της λογικής ικανότητος της, να επιλέξη και να προτίμηση· και είναι τούτο πού αναφέρει ο Παύλος, όταν κάνη την ανατομία του «κατ’ ένέργειαν νόμου της αμαρτίας», ο όποιος αναφέρει κάτι σχετικό πού είναι πάρα πολύ για ‘μάς βοηθητικό.
Είναι το έξης: Φυσικά δεν θα πω απόλυτα το κείμενο αλλά το νόημα. «Εγώ αποφασίζω μόνος μου και επιλέγω την τροπή μου προς το καλό και το προτιμώ και το προγραμματίζω- όταν αποφασίσω να το βάλω σε ενέργεια, τότε βλέπω εντός μου άλλον νόμον «άντιστρα-τευόμενον τώ νόμω του νοός μου» και πείθοντα με «6 ού θέλω κακόν τούτο πράσσω» και «ο θέλω καλόν ούχ ευρίσκω».

Εδώ μας παριστάνει την δύναμη της επιλογής, την δύναμη της ελευθερίας πού έχει ο άνθρωπος, ούτως ώστε να επιλέγη το καλό· και όχι μόνο να το επιλέγη, αλλά και να επιμένη στην κατάκτηση του μαχόμενος με τις αντίθετες δυνάμεις. Τούτο το τονίζω και πάλι, γιατί η αναστροφή, ιδίως στις σημερινές μέρες, για μας είναι ένας από τους απαραίτητους παράγοντες, για τον εξής λόγο: Επειδή «Χριστού εύωδία έσμέν τω Θεώ», όπως λέει ο Παύλος «καί έν τοις σωζομένοις και έν τοις όιπολλυμένοις, όίς μέν όσμή θανάτου είς θάνατον, οΤις δε όσμή ζωής είς ζωήν».
Αυτό σήμερα ισχύει περισσότερο από κάθε άλλη φορά, επειδή βλέπετε η αλήθεια, η πραγματικότης έχει πολύ άμαυ-ρωθή και η πλάνη έχει επικρατήσει.
 Εμείς, οι αριθμητικά ελάχιστοι πιστοί, είμαστε υποχρεωμένοι να σηκώ-νωμε τον σταυρό της υπόλοιπης ανθρωπότητος. Διότι δεν είναι δυνατόν να επανέλθη ο Θεός Λόγος και να επαναλάβη το δράμα της κενώσεως Του. Αυτό απαξ έγινε. Συνεχίζεται μέσω των μελών της Εκκλησίας πού είμαστε εμείς.
Οι σημερινοί άνθρωποι, πού στην πλειοψηφία δυστυχώς πλανούνται, πρέπει κάτι να δουν. Και ιδίως σήμερα πού πλήθυναν τα λόγια, ο κόσμος τα έχει όλα αηδιάσει και ζητάει αποδείξεις. Άρα πάντοτε είναι επωφελής η ηθική προσεκτική ζωή από μέρους μας.
Τώρα όμως επιβάλλεται περισσότερο, γιατί με τον τρόπο αυτό εκπληρώνουμε την αποστολή μας. «Πορευθέντες, λέει ο Ιησούς μας, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Πού θα πορευθούμε σήμερα να πάμε να βρούμε τα έθνη και να τα διδάξωμε με την γλώσσα;
Τώρα και με τη γλώσσα άκούουν και με τα τηλεοπτικά μέσα πληροφορούνται και με τις τηλεοράσεις βλέπουν, αλλά δεν φτάνει αυτό.
Εκείνο πού χρειάζεται να γίνη είναι να δουν σήμερα οι άνθρωποι έφηρμοσμένο πρακτικά το ευαγγέλιο. Δεν θα το δουν πουθενά, παρά μόνο στους πιστούς χριστιανούς. Άληθινοί πιστοί στην πραγματικότητα σήμερα είναι ιδιαίτερα οι μοναχοί. Διότι, σαν κατ’ έξαίρεσιν επιλελεγμένοι σ’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό, στο να ακολουθήσουν τον Ιησού μας, είναι η μόνη μερίδα πού της παρέχονται οι προύποθέσεις στο να πετύχη περισσότερο την εφαρμογή του ευαγγελίου.
Γι’ αυτό σήμερα, όπως και άλλοτε σας έχω ενθυμήσει, είναι επάναγκες αυτό, με την καλή αναστροφή την οποία είμαστε υποχρεωμένοι να κρατούμε και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερο κόπο, διότι ακριβώς το θέμα της συμπεριφοράς είναι καθήκον. Κρατούντες το καθήκον αυτό, ταυτόχρονα επιτελούμε και ένα τεράστιο έργο αποστολής, διότι δίνομε αφορμές σ’ εκείνους πού ζητούν να γνωρίσουν, ότι πράγματι ο Ιησούς Χριστός και παλαιά και τώρα, και χθες, και σήμερα, και αύριο, είναι ο ίδιος.
Απόδειξη ότι και σήμερα ακόμη, στον κυκεώνα αυτόν της αρνήσεως, έχει πιστούς οπαδούς και άρα το ευαγγέλιο δεν είναι μυθοπλαστία, ούτε ανθρώπινο κατασκεύασμα, ούτε σύστημα κοινωνικό, αλλά είναι η αιώνια αποκάλυψη του Θεού πού πάντοτε ευρίσκεται έφηρμοσμένη.
Το θέμα της αναστροφής μπορεί και μόνο η λογική να το παραστήση, να το επιλέξη, να το προβάλη και να το τελείωση. Εμείς όμως ποτέ δεν μένομε μόνοι με την προαίρεση και την λογική. Μαζί μας είναι η θεία Χάρις πού τόσες φορές έχομε γευθεί.
Σ’ αυτό επιμένω, διότι παρακολουθώ καμμιά φορά να προκαλήται κάποιος πνευματικός νυσταγμός. Αυτός ο νυσταγμός είναι κατακριτέος και δεν επιτρέπεται, επειδή με την καλήν μας αναστροφή μπορούμε να προβάλωμε το ευαγγέλιο και να ώφελήσωμε τον πλησίον μας. Με την ράθυμη όμως ζωή μας, παραβιάζεται η καλή αναστροφή και μπορούμε να βλάψωμε. Παρ’ όλο πού δεν υπάρχει θέμα τέτοιο κατά την λογικήν, έν τούτοις, οι ασθενείς το βρίσκουν ως πρόφαση.
Όταν κάποτε χαριεντιζόταν ο Μέγας Αντώνιος με τους μαθητές του, παρερμηνεύθη από έναν περαστικό κυνηγό. Θέλοντας να θεραπεύση τον λογισμό του ο Άγιος έκαμε εκείνο το παιχνίδι με το τόξο, όπως θα θυμάστε. Έβαλε τον κυνηγό να βάλη στο τόξο το βέλος και να το τανύση και εκείνος το έκανε.
Τού λέει, «τράβηξε παραπάνω, τέκνον μου». «Μα άββά», απαντα, «εάν τραβήξω ακόμα περαπάνω θα το τσακίσω». Τού λέει ο Άγιος. «Και σε μας τό ίδιο συμβαίνει παιδί μου. Αν και είμαστε πνευματικοί άνθρωποι, έν τούτοις, δεν παύομε από του να είμαστε άνθρωποι. Επομένως και μείς πολλές φορές έχομε διάφορους σταθμούς στη ζωή μας και κάνομε μια διάχυση, ούτως ώστε να ξεκουράζουμε την φύση για να αντέξη».
Κοιτάξετε πόσο χρειάζεται προσοχή στην αναστροφή μας, ιδιαίτερα σήμερα πού ο κόσμος είναι πάρα πολύ ασθενής. Ενδέχεται μια δική μας συγκατάβαση, μέσα στα πλαίσια της οικονομίας, να βλάψη. Πέραν όμως τούτου, είναι ανάγκη περισσότερο να είμαστε προσεκτικοί για τον δεύτερο λόγο, επειδή μεταπτωτικά κατά φύσιν βρισκόμαστε σε μια κατάσταση ροής.
Συμβαίνει δηλαδή το Ίδιο, όπως και με τα αντικείμενα στον κόσμο τούτο πού βρίσκονται ύπό την επίδραση του νόμου της βαρύτητας καί, αν θελήση κανείς να τα κράτηση μετέωρα πρέπει να καταβάλη μια κουραστική προσπάθεια. Έτσι και σε ‘μάς, επειδή η διάνοια μας είναι «έγκειμένη επί τα πονηρά έκ νεότητος ημών», ευρίσκεται ύπό τον πνευματικό νόμο της βαρύτητος καί, επομένως, χρειάζεται να ύπάρχη από μέρους μας συνεχής αναθέρμανση.
Εάν, οποιαδήποτε ώρα ραθυ-μήσωμε, φυσιολογικά τότε γίνεται καθίζηση. «Η έγκειμένη επί τα πονηρά διάνοια έκ νεότητος ημών», όπως μας αποκάλυψε η Γραφή, είναι ένας συνεχής επίβουλος. Εάν δεν ύπάρχη συνεχής από μέρους μας ανακαίνιση του ζήλου, κατ’ ανάγκην παρασυρόμαστε από τον νόμο της ηθικά πνευματικής φθοράς.
 Γι’ αυτό λέει ο Κύριος μας: «Έστωσαν αι όσφύες περιεζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι» και άλλου στην Αποκάλυψη λέει, «σέ θέλω ζεστό και όχι χλιαρό, διότι τον χλιαρό θα τον έξεμέσοί έκ του στόματος μου». Όί καιόμενοι λύχνοι» δηλώνουν τον ζήλο και «αι περιεζωσμέναι όσφύαι», την ακρίβεια της πρακτικής την οποία μας παρέδωσαν οι Πατέρες μας.
 Με τον τρόπο αυτό κρατούμε σε επαγρύπνηση την διάνοια. Γιατί αν δεν αναζωπυρούμε συνεχώς αυτά, κατά φύσιν γίνεται φθορά. Αυτός είναι και ο λόγος πού οι Πατέρες, κάθε ένας με τον δικό του τρόπο, συνεχώς έμηχανεύοντο τρόπους ώστε να μην τους φύγη αυτή η μνήμη. Άλλος φώναζε, άλλος μιλούσε, άλλος έγραφε, άλλος έδενε πάνω του αντικείμενα και κάθε ένας με κάποιον τρόπο παράδοξο πού επινοούσε, κρατούσε σε συνεχή εγρήγορση την μνήμη, ώστε η διάνοια του να είναι σε συνεχή νήψη.
Κατά φύσιν ο άνθρωπος ρέπει προς την ραθυμία. Και σ’ αυτά ακόμα τα υλικά πράγματα, εάν δεν γίνεται προσθήκη, οπωσδήποτε θα γίνη φθορά. Ανάψαμε φωτιά για να κάνωμε κάτι- εάν συνεχώς δεν προσθέτωμε ξύλα, η φωτιά θα σβήση.
Το ίδιο και στον πνευματικό τομέα. Γιατί δεν είναι μόνο η κατά φύσιν φθορά η οποία έχει επισυμβεί μεταπτωτικά- είναι και οι άλλοι παράγοντες οι. όποιοι ανθίστανται. Βλέπετε πρώτα – πρώτα είναι ο ίδιος ο διάβολος, η πηγή του κακού, ο όποιος κατόρθωσε να μας απόσπαση μέσα από την ζωή, να μας αποκόψη από τον Θεό και την μακαριότητα και να μας παραδώση στον θάνατο.
Εάν τότε κατώρθωσε με την δολιότητά του και την πονηριά του να μας κάνη ζημιά στους χώρους πού δεν είχε δικαίωμα, πόσο μάλλον τώρα, πού είμαστε εξόριστοι μέσα στην δική τον αυλή. Αυτός είναι ο Θεός του αιώνος τούτου.
Μετά είναι όλες οι φάσεις του παλαιού ανθρώπου τον οποίο φορούμε και αποτελεί τους δερμάτινους χιτώνες, πού και αυτοί πραγματικά είναι τα μόρια του νόμου της βαρύτητος πού τραβούν προς τα κάτω. Εάν δεν ύπάρχη από μέρους μας συνεχής ανακαινισμός, μην πιστεύετε ότι θα φθάσουμε σε αγαθό τέλος.
Πού ακόμα να πούμε για τις αλλοιώσεις, τον κάκιστον αυτόν γείτονο:, πού δεν ξεκολλάει από κοντά μας, όπως η σκιά από το σώμα; Έχετε όλοι σας πάρα πολύ σκληρή πείρα απ’ αυτόν τον πόλεμο. Αυτή την ώρα έχομε λίγο ζήλο μέσα μας, λίγη φωτιά, λίγη προθυμία· ύστερα από λίγο ξηρασία, σκοτισμόν, αδιαθεσίας, βάρος, άκηδία και όλα αύτάνά συμβαίνουν σε τόσο λίγο διάστημα, χωρίς να μεσολάβηση καμμιά αλλαγή στην πρόθεση.
Διότι, αν κάποιος φυσικά έφυγε από το πρόγραμμα και δεν φύλαξε τα νόμιμα, κατά φύσιν θα πάθη την αλλοίωση. Άλλά η αλλοίωση δυστυχώς συμβαίνει, και τούτο είναι το παράδοξο- εκεί πού ο μοναχός δεν έχει φύγει καθόλου, ούτε από το πρόγραμμα του, ούτε από την απόφαση του, ούτε έκαμε καμμιά παράβαση, απλούστατα, η καλή εκείνη διάθεση την οποία είχε πριν λίγη ώρα, τώρα χάθηκε.
Ο διάβολος ο όποιος είναι πονηρός και «τηρεί την πτέρναν», κατά την Γραφή, καραδοκεί, όπως γίνεται στον αισθητό πόλεμο, να δή πότε η αντίπαλη πλευρά είναι απασχολημένη και δεν στέκεται στην έπαλξη-καραδοκεί λέω, να επιτεθή αυτή την ώρα για να σπάση τον κλοιό.
 Αυτή την ώρα πού η θεία Χάρις συστέλλεται, μπορεί, να γίνη διαστολή της πλάνης. Αυτή την στιγμή επιτίθενται οι δαίμονες- και μάλιστα, κατά τον πνευματικό νόμο, χρειάζεται πολλή προσοχή στους πνευματικούς ανθρώπους. Την ώρα πού συστέλλεται η Χάρις, ξεφυτρώνουν διάφορες προφάσεις περί δήθεν ασθενείας.
Τότε γίνεται εύκολη συγκατάθεση στην οικονομία. Και από εδώ ο διάβολος εισάγει την πλάνη. Έχοντας ο άνθρωπος κατά φύσιν μέσα του τον νόμο της αυτοσυντηρήσεως, υποχωρεί στο πρόγραμμα πού έχει βάλει, διότι δήθεν κινδυνεύει η υγεία του- και έτσι παραχαράζει τον όρο της φιλοπονίας και βρίσκεται ευάλωτος στην επάρατη φιληδονία.

Περιγράφοντας ο Ιησούς μας όλη την νομοθεσία.

Τήν ηθική, την φυσική και την επίκτητη, την ονόμασε αλληγορικά «Σάββατον» και είπε ότι «τό Σάββατον έγένετο διά τον άνθρωπον και ούχ ο άνθρωπος διά το Σάββατον» ελέγχοντας τους Εβραίους πού γύρευαν αφορμή να τον κατακρίνουν. Και ο Παύλος έν συνεχεία λέει: «Εμείς δεν είμαστε ύπό νόμον άλλ’ ύπό Χάριν».
Βλέπετε το παράδειγμα πού είπε τότε ο Ιησούς μας στον Πέτρο; «Πέτρε, του λέει, από τίνων λαμβάνουσιν οι άρχοντες κίνσον η δώρα, από των υιών η από των αλλότριων;»
Και ο Πέτρος απαντα- «από των αλλότριων». Τότε ο Ιησούς συμπληρώνει- «άρα οι υιοί ελεύθεροι είσί», εννοώντας έτσι ότι η ανθρώπινη προσωπικότητα είναι πάνω από νόμους και θεσμούς και γραμμές. Και οι θεσμοί και οι νόμοι και οι γραμμές προσετέθηκαν μεταπτωτικά για να βοηθήσουν τον άνθρωπο να μην παρασυρθή.
Άλλά όμως αυτά είναι «άχρι καιρού». Εάν ο άνθρωπος «σύν τη Χάριτι» δρασκελίση τους όρους της αδυναμίας του, τότε επαληθεύεται δικαιωματικά στον εαυτό του το γραφικό, «δικαίω νόμος ού κείται». Επομένως, όσον ο άνθρωπος βρίσκεται ύπό την επίδραση των παθών, χρειάζεται προσοχή. Όταν περάση από αυτή την κατάσταση, τότε φυσικά δεν έχει ανάγκη από του να φυλάει όλα τούτα.
Έχοντας τον νόμο της αυτοσυντηρήσεως, όπως είπα, είμαστε υποχρεωμένοι να διαφυλάξωμε τη ζωήν μας. Δημιουργούμε μια μορφή ασκητική, μια μορφή εγκράτειας και αγωνιστικότητας. Όχι πώς αυτή καθ’ εαυτή η άγωνιστικότης σώζει, γιατί αυτή, όπως ερμηνεύσαμε πολλές φορές, έχει σχετική αξία.
Διότι των αγαθών μας ο Θεός χρεία δεν έχει. Πόσο μάλλον των μέσων τα οποία μεταχειριζόμαστε για το αγαθό! Αφού καταργούνται ακόμα και τα χαρίσματα. Πρέπει να σημειωθή ότι με τα διάφορα ασκητικά μέσα δεν υποβιβάζουμε, ούτε καταργούμε την προσωπικότητα.
Αντιθέτως, την επαναφέρομε στην ισορροπία εξουδετερώνοντας τον παλαιό άνθρωπο με το να γινόμαστε παθοκτόνοι και όχι σωματοκτόνοι. Έχοντας ανάγκη από όλα αυτά, στις δύσκολες ώρες, κάνομε και οικονομίες, για να αποδείξωμε ότι είμαστε υπεράνω των νόμων.
Αύτη είναι η λεπτομέρεια για έναν άνθρωπο αγωνιστή, ο όποιος βρίσκεται στην πρακτική. Πρέπει να φθάση στη θέση της ακριβείας, να ξέρη πότε πρέπει να ύποχωρή, πότε να χειρίζεται την λεγομένην οικονομία, γιατί, εάν αυτό δεν το πετύχη, τότε είναι ευάλωτος· είναι σαν ένα σπίτι πού δεν έχει πόρτα και έφ’ όσον δεν υπάρχει πόρτα, είναι πάντοτε έκτεθιμένο στον κίνδυνο.
Γι’ αυτό και οι Πατέρες τονίζουν ότι, «πρόσεχε μοναχέ, στην ώρα της συστολής της Χάριτος, πού τότε η πρόφαση της οικονομίας γίνεται προσιτή». Γι’ αυτό ο μοναχός πρέπει να είναι πάντοτε προσεκτικός, ούτως ώστε να μην γίνεται εύκολα λεία των αποφάσεων της οικονομίας και έτσι να παρασύρεται από το κάκιστο και γιγαντιαίο πάθος της φιλαυτίας και μετά της άκηδίας και της ραθυμίας, πού επιβουλεύεται και σείει όλο το θεμέλιο της πνευματικής μας υποστάσεως.
Όλα αυτά θα επιτευχούν εάν κρατήσωμε, Χάριτι Χριστού, τον θείο ζήλο, την θέρμη αυτή την οποία πολλές φορές σας τόνισα με λεπτομέρεια από πού προέρχεται και πώς ενεργεί. Εάν αυτή μείνη μέσα μας, τότε γίνεται «λύχνος τοις ποσίν ημών και φως ταις τρίβοις ημών». Αυτό ακριβώς εννοεί ο Ιησούς μας όταν λέγη «περιπατείτε έως το φως έχετε, ίνα μη σκοτία υμάς καταλάβη» και «ο περίπατων έν τη σκοτία ούκ οίδε πού υπάγει».
Να κρατήτε πάντοτε την ακρίβεια του προγράμματος, του τυπικού. Να προσέχετε την αναστροφή σας. Μπορεί αυτά να φαίνονται μικρά και ούτιδανά· αλλά αυτά τα μικρά και ούτιδανά είναι εκείνα τα όποια μας απαλλάσσουν από τους μεγάλους πειρασμούς· διότι, εάν ο μοναχός είναι φειδωλός στο να κοιτάζη από δώ και απ’ έκεί, στο να κάνη χρήση και όχι κατάχρηση, πώς είναι δυνατό ο διάβολος να τον απατήση, ώστε να κάνη κάτι πού να είναι αμαρτία;
Αυτό είναι αδύνατο. Ένας μοναχός ο όποιος προσέχει να μην κοιτάξη το σώμα του, προσέχει ακόμα, αν είναι δυνατό, να μην χόρταση, να μην ξεκούραστη όσο του χρειάζεται καί, συνεχώς, εποπτεύει τον εαυτό του μήπως του ξεφύγει, πώς είναι δυνατόν να τον πλανέση ο διάβολος να κοιτάξη ξένο κάλλος, η να κοιτάξη έμπαθώς η να κάνη κάτι πού θεωρείται ένοχο; Και έτσι, με κείνη την προσοχή πού κάνει, απαλλάσεται από τους μεγάλους κόπους των μεγάλων πολέμων πού φέρουν και τις μεγάλες πτώσεις.
Προσέχοντας αυτή την λεπτομέρεια οι Πατέρες μας κράτησαν την ακρίβεια της πρακτικής. Διότι η ακρίβεια της πρακτικής είναι εκείνη πού ανάβει εκείνο το «πύρ» στην καρδιά. Και τότε μένουν οι «λύχνοι καιόμενοι» και εκεί πού είναι «οι λύχνοι καιόμενοι», όπως λέει ο Αββάς Δωρόθεος, δεν μπορεί το ποντίκι να κάνη ζημιά, ούτε οι μύγες να πετάξουν από πάνω, διότι θα καούν. Όταν όμως ο λύχνος σβύση, συνεχίζει ο ίδιος Αββάς, τότε πάει το ποντίκι και τρώει το φυτίλι, τρώει και το λάδι, ρίχνει και τον λύχνο κάτω, και αν είναι πήλινος τσακίζεται.
Έκανα όλον αυτόν τον κύκλο λέγοντας όλα αυτά, για να τονίσω την σημασία πού έχει η κράτηση και η τήρηση της καλής έν Χριστώ αναστροφής πού δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ακρίβεια της συνειδήσεως στο πρόγραμμμά μας το μοναχικό. Όταν δεν υποχωρούμε στα προγράμματα μας και είμαστε προσεκτικοί, τότε να είστε βέβαιοι ότι ούτε η Θεία Χάρις από μας θα φύγη, ούτε και ο μυστικός θείος φωτισμός, για να μην περιγελαστούμε από τα πάθη και τους δαίμονες. Εκεί πού δεν υπάρχει η ζήλος, χρειάζεται πολύς κόπος για να «άρθή» ο Σταυρός. Έκεί όμως πού υπάρχει ο θείος ζήλος, όλα είναι εύκολα. Λοιπόν, όλοι μας να γίνωμε ζηλωτές. Αμήν.

Πηγή: Αθωνικά Μηνύματα, Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός, Εκδοσις Γ΄Ψυχωφελή Βατοπαιδινά,Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1999.

 pemptousia.gr

 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/02/blog-post_4371.html#more

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

π. Ἀνανίας Κουστένης - Ὁ ἱερέας στὸν Παπαδιαμάντη



Γιὸς παπᾶ ὁ κὺρ-Ἀλέξανδρος καὶ μὲ ἐπώνυμο παπαδικό. Τὸν ξεχώριζαν τ᾿ ἀλλὰ παιδιά. Κι αὐτὸ τὸν πονοῦσε.
Ἔβλεπε στὸν παπᾶ τὸν συνεχιστὴ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Ἔδειχνεν ὁ παπὰς τὸν ἀόρατο Χριστό. Ἐδάνειζε τὸ χέρι καὶ τὸ στόμα τοῦ σ᾿ Ἐκεῖνον. Καὶ ὅπως ὁ Χριστὸς νοιαζότανε τοὺς ἀνθρώπους στὰ χρόνια της ἐνσάρκου οἰκονομίας Του, ἔτσι καὶ ὁ παπὰς νοιάζεται τοὺς ἀνθρώπους. Λειτουργεῖ καὶ συλλειτουργεῖ μαζί τους στὸ Ναό. Παίρνει τὰ αἰτήματά τους, «τὰ πάθια καὶ τοὺς καϋμούς» των καὶ τὰ προσφέρει στὸ Χριστό, ποὺ εἶναι «ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Κατεβάζει μὲ τὴν ἔγκριση τῶν πιστῶν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σὲ ὅλους καὶ στὰ Δῶρα. Καὶ σὲ λίγο, ἀφοῦ μεταλάβει αὐτός, βγαίνει νὰ κοινωνήσει τοὺς πιστοὺς τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας.
Καὶ γίνεται ἔτσι ὁ παπὰς πατέρας ποὺ γεννᾶ μέσα μας τὸ Χριστό. Ἀρχικὰ βέβαια μὲ τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ ὕστερα μὲ τ᾿ ἄλλα.
Οἱ τύποι τῶν ἱερέων στὸν Παπαδιαμάντη εἶναι μορφὲς (δηλαδὴ μορφωμένοι), ἐνάρετοι, σεβάσμιοι, ἱεροπρεπεῖς. Μπορεῖ νὰ εἶναι ὀλιγογράμματοι, ἀλλὰ μποροῦν καὶ κάνουν πολὺ καλὰ τὸ ἔργο τους.
Μποροῦν καὶ στέκουν μέσα στὸ Ναὸ μὰ καὶ στὴν Κοινωνία.
Κάνουν τὴ θεία Λειτουργία καὶ παίρνουν τὰ ὑπερκόσμια δῶρα της. Καὶ ὑστέρα βγαίνουν, «προέρχονται ἐν εἰρήνῃ», καὶ συνεχίζουν τὴ λειτουργία τῆς ζωῆς. Τὴ λειτουργία μετὰ τὴ Λειτουργία.
Ὁ ἱερέας πατέρας του ἦταν ἄριστος λειτουργός, τέκνον τῶν Κολλυβάδων, ἀλλὰ καὶ ἱκανὸς καὶ θαρραλέος καὶ χρήσιμος μέσα στὴν Κοινωνία.
Στὸ διήγημα «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» νοιάζεται γιὰ τοὺς δύο ἀποκλεισμένους σὲ αὐτό. Κάνοντας ὁ ἴδιος τὸ ντελάλη, τὸ ἀνακοινώνει. Κι ὑστέρα στὸ σπίτι του συγκεντρώνει ἐνορίτες καὶ συνεργάτες του καί, ἀποφασισμένος ὄντας ἐκεῖνος, συμπαρασύρει καὶ πείθει ἀρκετοὺς νὰ τὸν ἀκολουθήσουν στὸν πηγαιμό του γιὰ βοήθεια τῶν κινδυνευόντων ἐνοριτῶν του.
Καὶ ὅλοι μαζὶ πηγαίνουν μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς των στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο, βρίσκουν σώους τους κινδυνεύοντας ἀπὸ τὰ χιόνια, κάνουν ἐκεῖ τὴ Θεία Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων, προσφέρουν βοήθεια καὶ σὲ ναυαγοὺς ποῦ ξώκειλαν κατὰ τ᾿ ἀκροθαλάσσι, κι ὅλοι μαζὶ τρῶνε καὶ πίνουν εὐχαριστημένοι καὶ κοιμοῦνται πανάλαφροι. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα τὸ ἀπόγευμα γυρίζουν αἰσίως στὴν πολίχνη.
Τί καρτεροῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία; Τὴν ἀγάπη τὴν ἔμπρακτη, τὴν ἔγνοια καὶ τὴν ἀποδοχή. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μάννα μας, κι ἐμεῖς πιστά Της τέκνα. Ὅπως καὶ ὁ σήμερα τιμώμενος καὶ φίλτατός μας κυρ-Ἀλέξανδρος.
Στὴν Ἀθήνα τὸν ἐσαγήνευε ὁ μακάριστος παπα-Πλανᾶς. Ὁ ταπεινός. Ὁ ἄξιος τοῦ πρώτου μακαρισμοῦ τοῦ Σωτῆρος. Πόση γαλήνη εὕρισκε κοντά του. Γνωστό μας εἶναι καὶ τὸ ἄρθρο του γι᾿ αὐτόν.
Τὰ μέγιστα τιμοῦσε καὶ τοὺς ἄγαμους ἐνάρετους κληρικοὺς καὶ μοναχούς. Εἶχε ὑπέροχο παράδειγμα τὸν Διονύσιο τὸ Γέροντα, τὸν ἱεροπρεπῆ ἀσκητὴ καὶ λόγιο, τὸν συγγενῆ του. Τόνιζε τὴν προσφορά τους τὴ μεγάλη...
Καὶ στὰ τελευταῖα του ἐκάλεσε τὸν ἀξιαγάπητο ἀρχιμανδρίτη Ἀνδρέα Μπούρα, τὸν σπουδαῖο καὶ φίλο του, γιὰ ἐξομολόγηση καὶ Θεία Κοινωνία. Ζήτησε νὰ τοῦ διαβάσει τὴ μεγάλη ἐξομολογητικὴ εὐχή. Καὶ τὸν μετέλαβε. Κι ὑστέρα ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος ἄρχισε νὰ κλαίει. Ἔφευγε γιὰ τὴν ἄλλη πλάση. Εἶχε συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός του.
Ἀναφέρει στὰ ἔργα του καὶ ἱερεῖς μὲ ἀδυναμίες. Ἀναγκάζεται νὰ κρίνει. Ἀλλὰ μὲ πόνο καὶ ταπείνωση καὶ μοναδικὸ σκοπὸ τὴ διόρθωση, τὴ θεραπεία καὶ τὴν σωτηρία. Φέρεται μ᾿ εὐσπλαγχνία καὶ καλωσύνη. Ποτὲ δὲν προσβάλλει καὶ δὲν ἐκχυδαΐζει τοὺς ἥρωές του. Περιβάλλει μ᾿ ἀνείπωτη στοργὴ ἀκόμα καὶ τὸν πειναλέο ἀνθρωπίσκο στὸ «Λαμπριάτικο Ψάλτη». Καὶ δείχνει σὲ ὅλους καὶ στὸν ἑαυτό του, χωρὶς ἀφόρητο διδαχτισμό, τὴν θύρα τοῦ Παραδείσου, ποὺ εἶναι ἡ Μετάνοια.
Θεωρεῖ ὡς κύρια αἰτία τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν αἱρέσεων τὴν ἔλλειψη πραγματικῆς ποιμαντικῆς μέριμνας ἐκ μέρους τῶν ἱερέων.
Τὸ δέσιμο κλήρου καὶ λάου καὶ ἡ συνεργασία σώζει. Πάντοτε φυσικὰ μὲ τοῦ Χριστοῦ τὴ Χάρη.
Διαβάζοντας κανεὶς τὰ ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη ἔχει τὴν αἴσθηση πῶς βρίσκεται ἐδῶ καὶ κάπου ἄλλου ταυτόχρονα. Πῶς βρίσκεται ἐδῶ, στὰ πάθια καὶ τοὺς καϋμοὺς τοῦ κόσμου καὶ συγχρόνως στὰ Ρόδινα ἀκρογιάλια τῆς Θείας Βασιλείας. Καὶ τοῦτο γιατὶ ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι γνήσιον τέκνον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Καὶ ὅλα μέσα σ᾿ αὐτὴν εἶναι θεανθρώπινα.
Καὶ ζῶντα μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν θεανθρώπινη διάσταση τῆς Ἐκκλησίας ὁ κὺρ-Ἀλέξανδρος, μεταξύ της ἀνθρώπινης ἀδυναμίας καὶ τῆς Πηγῆς τῆς Παντοδυναμίας σχοινοβατοῦσε κι ἀγωνιζότανε. Ἄφηνε τὴν ὀντότητά του στὴν Ἀγκάλη τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴ στοργὴ τῆς Παναγίας, ποὺ Τοὺς ὑπεραγαποῦσε. Ὑμνοῦσε «μετὰ λατρείας τὸν Χριστό του».
Ἐπόνεσεν ἀμέτρητα στὴ ζωή του. Πέρασε φτώχεια σὰν ἀσκητής, μὰ ἔμεινε στὴν ἔντιμη πενία του, ὅπως ἔγραψε κάποτε στὸν ἱερέα πατέρα του, καὶ εἶχε τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Πέρασε μοναξιὰ καὶ δυσκολίες «σὰν σκοτεινὸ καὶ ἄμοιρο τρυγόνι». Κατέφευγεν ὅμως στὴν ἁγία Ἐκκλησιά, ἐκεῖ ποὺ «τὸ χελιδόνι ηὐρε φωλιὰ καὶ τὸ τρυγόνι σκέπη».
Δὲν ἔγινε ὁ ἴδιος ἱερέας, μὰ ἱερουργοῦσε μὲ τὰ ἀθάνατα γραφτά του τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Καὶ πόσους δὲν ὠφέλησε καὶ ὠφελεῖ.
Λένε πὼς κάποια φορὰ ἀπελπισμένος ἐπῆγε νὰ ἐξομολογηθεῖ (πίστευε στὴν Ἐξομολόγηση). Καὶ εἶπε στὸν παπὰ πῶς δυσκολεύεται καὶ ὑποφέρει πολύ. Καὶ ὁ παπάς, χωρὶς νὰ τὸν ξέρει, ἀφοῦ τὸν παρηγόρησε δεόντως, τοῦ συνέστησε νὰ διαβάζει τὰ ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη.
Ἀναφέρει ὁ Μικρασιάτης λογοτέχνης καὶ μακαριστὸς πλέον Ἠλίας Βενέζης πὼς ἐνῶ εὐρίσκοντο στὰ περίφημα τάγματα ἐργασίας κι ἔμεναν σ᾿ ἕνα σταῦλο κλεισμένοι, βρῆκε κάποιος πεταμένο μέσα ἐκεῖ ἕνα φύλλο ἀπὸ περιοδικὸ καὶ ἄρχισε νὰ τὸ διαβάζει, γιὰ νὰ περνᾶ ἡ ὥρα. Καὶ καθὼς ἐδιάβαζε ἄρχισαν ὅλοι ν· ἀκοῦνε μ᾿ ἐνδιαφέρον. Μαλάκωσαν καὶ γαλήνεψαν οἱ ταλαίπωρες ψυχές τους. Καὶ καθὼς τελείωσε τὸ διάβασμα, ἔβγαλαν ὅλοι ἀνακουφισμένοι μιὰ φωνή: «ρὲ αὐτὸ ἦταν Εὐαγγέλιο. Λὲς κι εἴμαστε στὴν Ἐκκλησία». Καὶ τί λέτε πῶς ἦταν; Ἕνα κομμάτι ἀπ᾿ τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη «Ὑπὸ τὴν Βασιλικὴν Δρῦν».
Θυμᾶμαι κάποια φορὰ ἦρθε καὶ μὲ βρῆκε στὴν ἐκκλησία ἕνας πολὺ πονεμένος. Ἤθελε νὰ πεθάνει, μοῦ ἔλεγε. Δὲν ἤξερα τί νὰ κάνω. Ἦταν Μεγαλοβδομάδα. Εἶχα μαζί μου τὰ «Πασχαλινὰ Διηγήματα» τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου καὶ σκέφθηκα νὰ ζητήσω κι ἐγὼ μιὰ ἐξυπηρέτηση ἀπὸ τὸν πονεμένο ἀδελφό μας. Τὸν παρακάλεσα νὰ μοῦ διαβάσει, ἂν ἤθελε, ἕνα διήγημα πασχαλινό. Τοῦ εἶπα πὼς ἤμουν πολὺ κουρασμένος, καὶ ἤμουν, καὶ θὰ μὲ ἐξυπηρετοῦσε μ᾿ αὐτό. Κι ὑστέρα θὰ μιλάγαμε γιὰ τὰ δικά του. Ἐκεῖνος σάστισε γιὰ λίγο, μὰ ὑποχώρησε στὸ αἴτημά μου καὶ ἄρχισε νὰ διαβάζει σιγὰ-σιγὰ τὸ «Λαμπριάτικο Ψάλτη». Καὶ διαβάζοντας ἄρχισε λίγολιγο νὰ συνέρχεται. Ἔβλεπα τὸ πρόσωπό του ν᾿ ἀλλάζει. Ἔλαμπε ἀγάλι-ἀγάλι ἡ θωριά του. Διαβασεν ἀρκετά. Καὶ κάποια στιγμὴ ἄρχισε νὰ κλαίει. Ἔσκυψε καὶ μοῦ φίλησε τὸ χέρι. Κι εἶπε μὲ χαρμολύπη: «Παππούλη, τί μοῦ ἔκανες; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ διαβάζω; Γιατί ἔφυγεν ὁ πόνος ἀπὸ μέσα μου κι ἀλάφρωσεν ἡ ψυχή μου;» Κι ἔκλαιγεν, ὅλο ἔκλαιγεν ἀπὸ χαρὰ καὶ θαυμασμό. Τοῦ εἶπα γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸ ἔργο του. «Μὰ τοῦτος εἶναι ἅγιος, ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, σοφός, ποιητὴς μεγάλος, μάγος τοῦ λόγου» μοῦ εἶπε. Καὶ ἔφυγεν ὁ ἄνθρωπος πουλάκι Ἤθελε νὰ ζήσει.
Αὐτὸς εἶναι ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος. Μιλάει ὅμως μὲ γλύκα καὶ ἀποδοχὴ γιὰ τοὺς ἀρχαίους. Καὶ συναιρεῖ στὸ ἔργο του τὸ διαιώνιο Ἑλληνισμό. Καταγράφει τὴ γλώσσα μας ἀπ᾿ τὶς ἀμμουδιὲς τ᾿ Ὁμήρου μέχρι σήμερα.
Εἶναι λάτρης τοῦ Χριστοῦ καὶ μέγιστος πατριώτης. Καὶ συνάμα ἀγαπᾶ «πάντα τὰ ἔθνη», λέγοντας σὲ κάποιο διήγημά του «πὼς κι ὁ Ἑβραῖος ἔχει ψυχή».
Εὐχαριστοῦμε τὸ Θεό, ποὺ μᾶς ἔδωκε τὸν κυρ-Ἀλέξανδρο. Εὐχαριστοῦμε καὶ τὸν ἴδιο, ποῦ ἀφηκε σὲ μᾶς «ἄλλο, τὰς βίβλους, στόμα του».


 Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Παπαδιαμαντικοὶ Λόγοι», ἐκδ. Ἀκτή, Εἰσήγηση στὸ Διήμερο Συνέδριο γιὰ τὸν Ἀλ. Παπαδιαμάντη, ποὺ ὀργάνωσε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὶς 25-26 Μαΐου 2001

από το 
Ἱστοχῶρος Ἑταιρείας Παπαδιαμαντικῶν Σπουδῶν

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/#ixzz2GuTpnIjF

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Με τη Γέννησή του ο Ιησούς Χριστός πολέμησε και θεράπευσε τον έρωτα του πλούτου.(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου)


Σκέψου, αγαπητέ, ότι, όπως υπάρχει αυτός ο αισθητός μέγας κόσμος, που αποτελείται από όλα τα κτίσματα, έτσι υπάρχει ένας άλλος νοητός κόσμος αποτελούμενος από αμαρτωλούς, του οποίου τα στοιχεία είναι οι τρεις διεστραμμένοι έρωτες, τους οποίους αναφέρει ο Θεολόγος Ιωάννης· πρώτον, ο έρωτας των ηδονών δεύτερον, ο έρωτας του πλούτου, και τρίτον, ο έρωτας της δόξας· «Όσα είναι του κόσμου η επιθυμία της σάρκας και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου» (Α΄ Επιστ. Ιωάν. 2,16). Τώρα αυτός ο πονηρός κόσμος, ο οποίος είναι όλος ενάντιος στον σκοπό του Θεού και εξουσιάζεται από τον εωσφόρο (ο οποίος γι’ αυτό και λέγεται κοσμοκράτορας), είναι εκείνος ο μεγάλος εχθρός τον οποίον ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού και Πατέρα που γεννήθηκε στην γη, ήλθε, για να πολεμήσει, πρώτα με το σιωπηλό παράδειγμά του και ύστερα, στον κατάλληλο καιρό, με τον λόγο και την διδασκαλία του· γι’ αυτό συλλογίσου, ότι πρώτα πολεμεί με την φτώχεια του τον παράλογο έρωτα του πλούτου. Ο κοσμικός άνθρωπος νομίζει, ότι έχει κάθε όφελος στα πρόσκαιρα αγαθά· γι’ αυτό, λοιπόν, και, ή για να τα αποκτήσει αυτά, ή για να μη τα χάσει, ξοδεύει σχεδόν όλο τον χρόνο που του έδωσε ο Θεός, για να κερδίσει τα αιώνια αγαθά. Και να που ο προαιώνιος Λόγος και Υιός του Θεού και Πατέρα, κατεβαίνει από τον ουρανό, για να μας λυτρώσει από αυτήν την πλάνη και να ξεριζώσει από τις καρδιές μας αυτήν την καταραμένη ρίζα όλων των κακών, την φιλαργυρία, όπως την ονομάζει ο θείος Παύλος· «Ρίζα πάντων των κακών η φιλαργυρία» (Α΄Τιμ. 6,10).
Πρόσεξε, όμως πόσο ταλαιπωρήθηκε για την αγάπη μας εκείνος, που διαμοιράζει τα πλούτη και τους θησαυρούς της παρούσας ζωής και της μέλλουσας·«Δικό μου είναι το αργύριο, δικός μου και ο χρυσός, λέει ο Κύριος ο παντοκράτορας» (Αγγαίου 2,9) και σκέψου πού είναι το παλάτι που γεννήθηκε; Πού οι προετοιμασίες Πού οι μαίες, πού το στρώμα το βασιλικό; Πού τα βρεφικά περιρραντήρια(λεκάνες με νερό); Πού η δορυφορία των δούλων; Πού η φωτιά και η ανάπαυση; Πού η συνδρομή των συγγενών και των φίλων; Μπες στο μέρος και πρόσεξε το πτωχότατο σπήλαιο, που γεννήθηκε και την ευτελέστατη φάτνη στην οποία ανακλήθηκε, και όχι μόνο δεν θα βρεις κανένα περιττό, αλλά θα βρεις και μεγάλη έλλειψη από όλα τα αναγκαία, επειδή ο γλυκύτατος μου Ιησούς γεννιέται σχεδόν σε τόπο ακάλυπτο, κατά την ώρα του μεσονυκτίου, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, μόνος με μόνη την μητέρα και τον υποτιθέμενο πατέρα, χωρίς σκεπάσματα, χωρίς ζεστά φαγητά, τα συνηθισμένα της γεννήσεις έως και αυτών των πολύ πτωχών παιδιών, χωρίς τις ελλειπείς εκείνες αναπαύσεις του πτωχικού σπιτιού, που είχε στην Ναζαρέτ. Και το περισσότερο, ότι χωριστά από την φτώχεια αυτή που διάλεξε ο Ιησούς με την θέλησή του, θέλει και άλλη σχεδόν βίαιη, επειδή ορίζει να μη δοθεί σ’ αυτόν εκεί στο σπήλαιο καμμίά υποδοχή και φιλοξενία από κανέναν άνθρωπο, για να διαφέρει από τόσους συμπατριώτες, που ανέβηκαν στην Βηθλεέμ, για να απογραφούν, οι οποίοι ήταν καλά εφοδιασμένοι, αναπαυμένοι και φιλοξενημένοι μέσα σε. σπίτια, όπως αυτό δηλώνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς λέγοντας· «Δεν βρήκαν μέρος στο πανδοχείο» (2,7). Και επειδή ο κόσμος όχι μόνο αποστρέφεται την φτώχεια και την νομίζει σαν μία μεγάλη ντροπή, αλλά διδάσκει τους ανθρώπους, αν και είναι πτωχοί, να υποκρίνονται φαινομενικά πως είναι πλούσιοι, γι’ αυτό και ο Ιησούς Χριστός δεν ντρέπεται για την φτώχεια του, αλλά μάλιστα κάνει και επίδειξη της φτώχειας του, και από μεν τους ουρανούς φωνάζει τους Αγγέλους· και από τους αγρούς και τα χωράφια, καλεί τους ποιμένες για να τον προσκυνήσουν σε εκείνη την κατάσταση, την τόσο ανεφοδίαστη και πτωχική, σε εκείνον τον θρόνο μιας ευτελέστατης φάτνης και σε κείνη την αυλή ενός πενιχρότατου σπηλαίου. Ω, φτώχεια υπέρπλουτη! Ω, συγκατάβαση υπερύψιστη!
Τώρα, εσύ, που μελετάς αυτές τις αλήθειες; τί λες; Ποιός από αυτούς τους δύο μεγάλους εχθρούς νομίζεις πως έχει δίκιο να σε νικά και να σε κυριεύει; Ο κόσμος ή ο Χριστός, που νίκησε τον κόσμο; Ο κόσμιος σε παρακινεί να ζητάς πρώτα τα επίγεια αγαθά και να τα θεωρείς σαν ένα μεγάλο καλό· ο Χρίστος σε συμβουλεύει και με το παράδειγμά του και με την διδασκαλία του, να ζητάς πρώτα την βασιλεία του Θεού και να καταφρονείς όλα τα καλά της γης σαν έναν πηλό· «Να ζητάτε πρώτα την βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη του» (Ματθ. 6,33). Ακόμη σε συμβουλεύει να στερείσαι και από αυτά τα γήινα καλά, ή κατά μέρος δίνοντάς τα ελεημοσύνη στους πτωχούς ή και ολοκληρωτικά, απαρνούμενος τα πάντα με την μοναχική ζωή και εξαγοράζοντας έναν θησαυρό στον παράδεισο1 «Πώλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό και έλα και ακλούθησέ’ με» (Ματθ. 19,21). Και πάλι· «Κάθε ένας από σας που δεν αρνείται όλα τα υπάρχοντά του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου» (Λουκ. 14.33). Λοιπόν, εσύ και ως μαθητής του Χριστού και ως φρόνιμος και στοχαστικός πρέπει να αποφασίσεις για να ακούσεις εκείνο που σου λέει ο Χριστός παρά εκείνο που σου λέει ο κόσμος και όχι μόνο να το ακούσεις αλλά και να το κάνεις με έργο· «Επειδή, δεν είναι οι ακροατές του νόμου δίκαιοι κοντά στον Θεό, αλλ’ οι ποιητές του νόμου» (Ρωμ. 2,13). Είναι αλήθεια πως δεν είσαι υποχρεωμένος ως λαϊκός Χριστιανός να είσαι ακτήμονας και πάμφτωχος είσαι, όμως υποχρεωμένος να υπολογίζεις τόσο λίγο τα πλούτη και τα χρήματα, ώστε γι’ αυτά όλα μαζί να μη παρακινηθείς ποτέ να παραβείς κάποια εντολή του Θεού· και τόσο να είναι ξεκολλημένη από αυτά η καρδιά σου, ώστε να τα έχεις με τόση απροσπάθεια σαν να μη τα έχεις και να τα χρησιμοποιείς, δηλαδή να τα ξοδεύεις στα μάταια και στα περιττά και για τις ανάγκες σου, όπως λέει ο Παύλος· «Ο καιρός που απομένει είναι πολύ λίγος… ώστε και όσοι ασχολούνται με τα αγαθά του κόσμου αυτού, σαν να μην ασχολούνται. Επειδή δεν θα διαρκέσει πολύ η μορφή αυτού του κόσμου» (Α’ Κορ. 7,29). Πλην επάνω σ’ αυτήν την υπόθεση συμβουλέψου το πανάγιο βρέφος τον Ιησού, και νιώσε ντροπή μπροστά του, επειδή μέχρι τώρα είχες σε τόση εκτίμηση και αγάπη τα πλούτη, που το βρέφος αυτό τόσο τα καταφρονεί· και αντίθετα, πως είχες σε τόσο μίσος και καταφρόνηση εκείνη την φτώχεια και την ευτέλεια, που αυτό τόσο αγαπά· και ζήτησέ του συγχώρηση για όλα τα κακά που έκανες ή για να αποκτήσεις πλούτο και γήϊνα αγαθά, ή για να χρησιμοποιήσεις αυτά· και παρακάλεσέ τον να σου δώσει χάρη, καθώς αυτός ενώ ήταν πλούσιος έγινε πτωχός για την αγάπη σου, έτσι και εσύ να γίνεις πτωχός για την αγάπη του, για να πλουτίσεις από τη δική του θεότητα· «Γνωρίζετε την χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου· ήταν πλούσιος και έγινε για χάρη σας πτωχός, για να μπορέσετε κι εσείς με την δική του φτώχεια να πλουτήσετε» (Β΄ Κορ. 8,9) και γι’ αυτό παρακάλεσέ τον να μη σε αφήσει πλέον να πλανηθείς από τον κόσμο, αλλά, ή όταν έχεις τα υπάρχοντά σου, ή όταν τα στερείσαι για την αγάπη του Κυρίου, να μη τα χρησιμοποιείς για άλλον σκοπό, παρά μόνο και μόνο, για να εξαγοράσεις με αυτά μία αιώνια ευδαιμονία, καθώς είναι γραμμένο· «Λύτρο της ζωής του ανθρώπου είναι ο πλούτος του» (Παροιμ. 13,8).
(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Πνευματικά Γυμνάσματα, εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγίου Όρους 2008, σ. 186-189)

 http://fdathanasiou.wordpress.com/2012/12/24/%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B7-%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BF-%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%82-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD/

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Φώτης Κόντογλου - Οἱ τρεῖς μάγοι


Πῶς τοὺς ἐπροφήτευσε ὁ μάντης Βαλαὰμ 1300 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση

Κατὰ τὴν ἁγία Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἑνωθήκανε τὰ οὐράνια μὲ τὰ ἐπίγεια. Ὁ οὐρανὸς ἔδωσε τὸν Ἀστέρα καὶ τοὺς Ἀγγέλους ποὺ δοξολογούσανε ψέλνοντας, καὶ ἡ γῆ ἔδωσε τὴν Παναγία, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς τσομπάνηδες καὶ τοὺς μάγους. Αὐτοὶ οἱ μάγοι εἶναι μυστήριο πὼς βρεθήκανε σὲ κεῖνο τὸ ἔρημο μέρος, ξεκινημένοι ἀπὸ τὴ μακρινὴ Χαλδαία. «Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρώδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ.» Αὐτὰ λέγει τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο. Καὶ πὼς σὰν ἄκουσε ὁ Ἡρώδης πὼς γεννήθηκε ὁ Χριστός, ὁ βασιλέας τῶν Ἰουδαίων, νόμισε πὼς εἶναι ἐπίγειος βασιλιὰς κι ἐπειδὴ φοβήθηκε μήπως τοῦ πάρει τὴν βασιλεία, σύναξε ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, καὶ τοὺς ρωτοῦσε ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Καὶ ἐκεῖνοι τοῦ εἴπανε: Στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, γιατὶ ἔτσι εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, ποὺ εἶπε: «Καὶ ἐσύ, Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, δὲν εἶσαι καθόλου μικρὴ ἀνάμεσα στοὺς ἡγεμόνες τοῦ Ἰούδα. Γιατὶ ἀπὸ σένα θὰ βγεῖ ἕνας ἄρχοντας, ποὺ θὰ κυβερνήσει τὸν λαό μου τὸν Ἰσραήλ». Καὶ παρακάτω γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Τότε ὁ Ἡρώδης φώναξε κρυφὰ τοὺς μάγους καὶ πληροφορήθηκε ἀπὸ πότε φανερώθηκε τὸ ἄστρο, καὶ τοὺς ἔστειλε στὴ Βηθλεέμ, λέγοντάς τους: ῾Πηγαίνετε καὶ ἐξετάσετε καλὰ γιὰ τὸ παιδί, καὶ σὰν τὸ βρεῖτε, εἰδοποιῆστε με γιὰ νὰ ἔρθω κι ἐγὼ νὰ τὸ προσκυνήσω᾿. Καὶ ἐκεῖνοι τὸν ἀκούσανε καὶ τραβήξανε. Καὶ νά, τὸ ἄστρο ποὺ εἴδανε στὴν Ἀνατολὴ τοὺς ὁδηγοῦσε, πηγαίνοντας μπροστά τους, ὡς ποὺ πῆγε καὶ στάθηκε ἀπάνω ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ ἤτανε τὸ παιδί. Καὶ σὰν εἴδανε τὸ ἄστρο, πήρανε πολὺ μεγάλη χαρά, καὶ πηγαίνοντας στὸ μέρος ποὺ γεννήθηκε, εἴδανε τὸ παιδὶ μαζὶ μὲ τὴ μητέρα του τὴ Μαρία, καὶ πέσανε καὶ τὸ προσκυνήσανε, κι ἀνοίξανε τὰ θησαυροφυλάκια τους καὶ τοῦ προσφέρανε γιὰ δῶρα, χρυσάφι καὶ λιβάνι καὶ σμύρνα. Κι ἐπειδὴ εἴδανε κάποιο σημεῖο στὸ ὄνειρό τους νὰ μὴν ξαναγυρίσουνε στὸν Ἡρώδη, ἀπὸ ἄλλον δρόμο μισέψανε στὴ χώρα τους».
Ποιοί, λοιπόν, ἤτανε τοῦτοι οἱ Μάγοι κι ἀπὸ ποῦ κινήσανε, καὶ γιατί καταλάβανε τί λογῆς ἄστρο ἤτανε ἐκεῖνο, καὶ πῶς γνωρίζανε πῶς γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἀφοῦ δὲν τὸ ἤξερε μήτε ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰουδαίας; Αὐτὴ ἡ παράξενη ἱστορία ἀρχίζει ἀπὸ χρόνια πολὺ παλιά, χίλια τρακόσια χρόνια, ἀπάνω-κάτω, πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Τέτοιες ἱστορίες ποὺ βαστᾶνε χίλια χρόνια ὡς νὰ φανεῖ τὸ τέλος τους, μονάχα στὴν Ἀνατολὴ γίνουνται.
Σὲ ἐκεῖνον τὸν παμπάλαιο καιρό, ζοῦσε στὴ Φαθουρὰ τῆς Μεσοποταμίας ἕνας Βαλαάμ, γιὸς κάποιου Βεώρ, μάγος φημισμένος. Οἱ Ἑβραῖοι, φεύγοντας ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, μὲ τὸν Μωυσῆ ἀρχηγό τους, εἴχανε φτάξει, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ βάσανα, στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, καὶ πολεμούσανε μὲ τὶς διάφορες φυλὲς ποὺ τοὺς φράζανε τὸ δρόμο. Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς φυλὲς ἤτανε καὶ οἱ Μωαβίτες, ποὺ κατοικούσανε στὰ ἀνατολικὰ τῆς Νεκρῆς Θάλασσας, ἄνθρωποι πολεμικοὶ ἀφοῦ λέγανε πὼς βαστούσανε ἀπὸ τοὺς γείτονες Ὀμμίν. Αὐτοί, λοιπόν, εἴχανε τότες βασιλέα τὸν Βαλάκ. Βλέποντας ὁ Βαλὰκ πὼς οἱ Ἰσραηλίτες νικήσανε τοὺς Ἀμορραίους καὶ τὸν Ὤρ, τὸν βασιλέα τοῦ Βασάν, φοβήθηκε πὼς δὲν θὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τοὺς Ἑβραίους, κι ἔστειλε κάποιους ἄρχοντες στὸν Βαλαάμ, νὰ τοῦ ποῦνε πὼς οἱ Ἰσραηλίτες φτάξανε στὰ σύνορά του καὶ πὼς εἶναι πολὺς στρατός, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουνε νὰ πάγει νὰ τοὺς καταραστεῖ, ὥστε νὰ νικηθοῦνε. Ἐπειδὴ πίστευε ὁ Βαλὰκ πὼς ὅποιον θὰ βλογοῦσε ὁ Βαλαάμ, θὰ νικοῦσε, κι ὅποιον καταριότανε θὰ νικιότανε. Οἱ ἀποστελλάμενοι φτάξανε τὸ βράδυ στὸ χωριὸ τοῦ Βαλαὰμ καὶ τοῦ εἴπανε γιατί τοὺς ἔστειλε ὁ Βασιλιάς τους. Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε νὰ καταλύσουνε τὴ νύχτα στὸ χωριό, καὶ πὼς τὴν ἄλλη μέρα θὰ τοὺς πεῖ ὅτι τοῦ λαλήσει ὁ Θεός. Καὶ τὸ πρωί, σὰν σηκωθήκανε, τοὺς εἶπε ὁ Βαλαὰμ πὼς ὁ Θεὸς τὸν πρόσταξε νὰ μὴν πάγει νὰ καταραστεῖ τοὺς Ἰσραηλίτες, γιατὶ εἶναι βλογημένοι. Κι οἱ Μωαβίτες φύγανε, καὶ γυρίσανε στὸν τόπο τους καὶ εἴπανε στὸν βασιλιὰ ὅτι τοὺς εἶχε πεῖ ὁ Βαλαάμ. Τότες ὁ Βαλὰκ τοὺς ξανάστειλε στὸν μάγο, παρακαλώντας τὸν νὰ πάγει, καὶ τάζοντάς του μεγάλες τιμὲς καὶ πολλὰ πλούτη. Μὰ ὁ Βαλαὰμ ἀποκρίθηκε πὼς δὲν θὰ πάγει, κι ἂν τοῦ δώσει ὁ βασιλιὰς ἀκόμα καὶ τὸ παλάτι του γεμάτο χρυσάφι, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ παρακούσει στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Πλὴν φανερώθηκε ὁ Θεὸς τὴ νύχτα στὸν Βαλαάμ, καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάγει στὸν Βαλάκ, μὰ νὰ κάνει ὅτι θὰ τοῦ πεῖ αὐτός. Τὸ πρωί, λοιπόν, καβαλίκεψε τὴ γαϊδάρα του, καὶ τράβηξε, μαζὶ μὲ τοὺς Μωαβίτες καὶ μὲ τοὺς δυὸ γιούς του. Ἀλλά, ἐκεῖ ποὺ περπατούσανε, ἡ γαϊδάρα ξεστράτισε ἀπὸ τὸν δρόμο, κι ὁ Βαλαὰμ τὴν ἔδερνε μὲ τὸ ραβδὶ ποὺ βαστοῦσε, ὡς ποὺ φτάξανε σὲ ἕνα μέρος ποὺ περνοῦσε ὁ δρόμος ἀνάμεσα στ᾿ ἀμπέλια, μεταξὺ σὲ δύο ξεροτρόχαλους (ξερολιθιές), κι ἐκεῖ ἡ γαϊδάρα κόλλησε ἀπάνω στὸν τοῖχο καὶ ζούληξε τὸ ποδάρι τοῦ Βαλαάμ, κι ἐκεῖνος ἔπιασε καὶ τὴ χτυποῦσε μὲ τὸ ραβδί. Μὰ ἡ γαϊδάρα δὲν σάλευε ἀπὸ τὸν τόπο της, ἀλλὰ κώλωνε καὶ πίσω, κι ὁ γέρος τὴν ἔδερνε θυμωμένος. Τότες, ἄνοιξε ἡ γαϊδάρα τὸ στόμα της καὶ μίλησε μὲ ἀνθρώπινη φωνὴ καὶ εἶπε στὸν Βαλαάμ: «Τί ἔκανα καὶ μὲ δέρνεις;» Κι εἶπε ὁ Βαλαάμ: «Μὲ περιπαίζεις ἄτιμο ζωντόβολο! Ἂν εἶχα μαχαίρι, θὰ σὲ ἔσφαζα». Κι εἶπε ἡ γαϊδάρα: «Μὲ καβαλικεύεις ἀπὸ τὰ νιάτα σου, καὶ δὲν σὲ στεναχώρησα ὡς τὰ σήμερα. Λοιπὸν δὲν φταίγω ἐγώ, ποὺ δὲν πηγαίνω μπροστά». Καὶ τότες ξεσκέπασε ὁ Θεὸς τὰ μάτια τοῦ Βαλαάμ, κι εἶδε ἕναν Ἄγγελο μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι, ποὺ μπόδιζε τὴ γαϊδάρα νὰ περπατήξει. Κι ὁ Βαλαὰμ ἔσκυψε καὶ τὸν προσκύνησε. Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Ἄγγελος: «Μὲ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ σὲ μποδίσω. Τώρα πήγαινε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Μὰ ἐγὼ θὰ σοῦ πῶ τί λόγο θὰ λαλήσεις».
Φτάνοντας λοιπὸν στὴ χώρα τοῦ Μωάβ, τὸν ὑποδέχτηκε μὲ τιμὴ ὁ Βαλάκ, κι ἀνεβήκανε μαζὶ σὲ ἕνα βουνὸ Φαγιώρ. Κι εἶπε ὁ Βαλαάμ: «Ὅτι μοῦ πεῖ ὁ Κύριος, αὐτὸ θὰ κάνω». Καὶ σὰν εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸ στράτευμα τῶν Ἑβραίων, ἄκουσε φωνὴ Κυρίου ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Εὐλογημένος εἶναι ὁ λαός μου ὁ Ἰσραήλ. Ἀπὸ τὸ σπέρμα του θὰ βγεῖ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ θὰ βασιλέψει ἀπάνω σὲ πολλὰ ἔθνη. Ὅποιος τὸν βλογήσει, θὰ εἶναι βλογημένος κι ὅποιος τὸν καταραστεῖ, θὰ εἶναι καταραμένος». Καὶ βλόγησε, λοιπόν, ὁ Βαλαὰμ τοὺς Ἰσραηλίτες. Κι ὁ Βαλὰκ θύμωσε, μὰ ὁ Βαλαὰμ τοῦ εἶπε πὼς δὲν μπορεῖ νὰ μὴν κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ». Ὅπως βλέπει κανένας, ὁ Βαλαὰμ εἶναι ὁ δεύτερος, ὕστερα ἀπὸ τὸν Ἰακώβ, ποὺ προφήτεψε πὼς ὁ Χριστὸς θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὸ γένος τῶν Ἑβραίων, κατὰ τὰ λόγια του Θεοῦ ποὺ τοῦ εἶπε πὼς ἀπὸ αὐτὸ τὸ γένος θὰ γεννηθεῖ ἕνας ἄρχοντας ποὺ θὰ βασιλέψει πάνω στὰ ἔθνη. Ἡ προφητεία του μοιάζει μὲ τὴν προφητεία ποὺ εἶπε γιὰ τὸν Χριστὸ ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, γιατὶ παρομοίασε, καὶ κεῖνος, τὸν Χριστὸ μὲ λιοντάρι, λέγοντας: «Ἀναπεσὼν ἐκοιμήθη ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος. Τίς ἐγείρει αὐτόν;» Κ᾿ ἡ προφητεία τοῦ Βαλαὰμ λέγει:«Κατακλιθεὶς ἀνεπαύσατο ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος. Τίς ἀναστήσει αὐτόν;» (Ἀριθ. κγ´ 9).
Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ὁ μάντις Βαλαάμ, ὁ προπάτορας τῶν μάγων ποὺ πήγανε ἀπὸ τὴ Χαλδαία νὰ προσκυνήσουνε τὸν Χριστὸ στὸ σπήλαιο ποὺ γεννήθηκε. Ὁ Βαλαὰμ εἶπε στοὺς μαθητάδες του πὼς θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα ὁ μέγας Βασιλιάς, καὶ τοὺς προανάγγειλε νὰ κοιτάξουνε τὸν οὐρανὸ ὡς νὰ δοῦνε ἕνα καινούργιο ἄστρο, κι ἅμα τὸ δοῦνε, νὰ τρέξουνε νὰ τὸ ἀκολουθήσουνε, καὶ κεῖνο θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν τόπο ποὺ θὰ γεννηθεῖ ὁ Χριστός. Αὐτὸν τὸν λόγο τὸν φυλάξανε οἱ μαθητάδες τοῦ Βαλαὰμ καὶ τὸν μεταδώσανε στοὺς μαθητάδες τους, καὶ περιμένανε χίλια τρακόσια χρόνια, ὡς ποὺ νὰ δοῦνε ἐκεῖνον τὸν ἐξαίσιον Ἀστέρα. Καὶ δὲν ἐβγῆκε ψεύτικη ἡ προφητεία τοῦ γέρο Βαλαάμ, ἀλλὰ ἀληθινή, καὶ σὰν εἴδανε τὸ παράξενο ἄστρο, σκιρτήσανε ἀπὸ χαρά, καὶ τρέξανε νὰ προσκυνήσουνε τὸν Κύριο, ποὺ δὲν βαρεθήκανε νὰ τὸν περιμένουν χίλια τρακόσια χρόνια, νύχτα μὲ νύχτα. Ὤ! Πόση ὑπομονὴ ἔχει ἡ πίστη! Ἀνάμεσα στὰ εὐωδιασμένα ἄνθη τῆς ὑμνωδίας, μὲ τὰ ὁποῖα στολίζει ἡ Ἐκκλησία μας τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, εἶναι καὶ τοῦτο τὸ ὡραῖο τροπάρι ποὺ εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ Βαλαάμ: «Τοῦ Μάντεως πάλαι Βαλαάμ, τῶν λόγων μυητᾶς σοφούς, ἀστεροσκόπους χαρᾶς ἔπλησας, ἀστὴρ ἐκ τοῦ Ἰακώβ, ἀνατείλας Δέσποτα, Ἐθνῶν ἀπαρχὴν εἰσαγομένους· ἐδέξω δὲ προφανῶς, δῶρά σοι δεκτὰ προσκομίζοντας».

Ποια είναι η «επί γης ειρήνη» του Αγγελικού ύμνου της Βηθλεέμ;



 του Αρχ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου


 Ελάχιστα χωρία της Αγίας Γραφής έχουσι τόσον οικτρώς παρερμηνευθεί όσον το χωρίον Λουκ. β΄ 14. Πρόκειται περί του Ύμνου όστις εψάλλετο υπό των Αγγέλων κατά την θεσπεσίαν εκείνην νύκτα της κατά σάρκα γεννήσεως του Ανάρχου Θεού Λόγου, του Κυρίου Ιησού. Η παρερμηνεία αυτή υπό πολλών ορθοδόξων δεν είναι βεβαίως ηθελημένη και σκόπιμος (μόνον οι αιρετικοί παρερμηνεύουσιν ηθελημένως), αλλ’ οφείλεται εις άγνοιαν του καθόλου νοήματος της Αγίας Γραφής. Ένεκεν αυτής της αγνοίας καθ’ έκαστον έτος εν τη ημέρα των Χριστουγέννων ακούομεν κηρύγματα ή αναγιγνώσκομεν δημοσιεύματα πολλών διδασκάλων του Ευαγγελίου της ημετέρας Εκκλησίας, κληρικών και λαϊκών, αποδυρόμενα διότι οι πόλεμοι δεν έλαβαν ακόμη τέλος και τα όπλα δεν κατηργήθησαν και η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου δεν επεκράτησεν εισέτι επί της γής. Ακόμη και εις επισήμους Εκκλησιαστικάς  Εγκυκλίους βλέπομεν διατυπουμένας τοιαύτας θέσεις, ως και παρακλήσεις προς τον Θεόν όπως επί τέλους επιτρέψει την επικράτησιν επί της γής της ειρήνης αυτής «ήτις επί δύο σχεδόν χιλιάδας ετών εξακολουθεί να παραμένει μακράν της πραγματικότητος, απλή ελπίς, απλούν όνειρον, απλή και εναγώνιος προσδοκία». Αγνοούσιν οι ευλογημένοι ότι η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ήδη πραγματικότης και έχει επικρατήσει επί της γής απ’ αυτής της σαρκώσεως του Κυρίου. Κακώς και εκ παρεξηγήσεως εκλαμβάνομεν την ειρήνην αυτήν ως εξωτερικήν, ως κατάστασιν φιλίας μεταξύ των ανθρώπων, ατόμων προς άτομα και λαών προς λαούς, ως κατάπαυσιν των πολέμων και των μαχών. Τοιαύτην ειρήνην ουδέποτε επηγγείλατο το Ευαγγέλιον.
Η ειρήνη του Ευαγγελίου είναι εσωτερική, είναι η κατάστασις γαλήνης, ήτις βασιλεύει εν τη ψυχή του πιστού ανθρώπου, του ανθρώπου όστις έχει φιλίαν και κοινωνίαν προς τον Θεόν. Είναι ειρήνη μεταξύ ανθρώπου και Θεού και ουχί ανθρώπων προς ανθρώπους. Είναι η κατάλυσις του «μεσοτοίχου του φραγμού», όπερ εχώριζε γην και Ουρανόν, άνθρωπον και Θεόν· είναι η λήξις της ανταρσίας, το τέλος της επαναστάσεως του πλάσματος προς τον Πλάστην. Αυτήν την ειρήνην ήλθε κομίζων εις τον κόσμον ο Υιός του Θεού. Και έκτοτε πας ο πιστεύων εις Ιησούν Χριστόν Σαρκωθέντα, Σταυρωθέντα, και Αναστάντα, έχει πλέον φίλον τον Θεόν, ευρίσκεται εις κοινωνίαν υιικήν προς Αυτόν. Δεν είναι πλέον αντάρτης, δεν είναι αποστάτης, δεν είναι εχθρός του Θεού. Συνεφιλιώθη και «αποκατηλλάγη» προς Αυτόν δια του Αιωνίου Μεσίτου Κυρίου Ιησού Χριστού. Η διά της παραβάσεως του Αδάμ κατάστασις ανταρσίας και εχθρότητος προς τον Θεόν ανήκει πλέον εις το παρελθόν και αποτελεί, διά τον πιστόν άνθρωπον, απλήν πικράν ανάμνησιν. Από της εποχής του Κυρίου και δυνάμει της Σταυρικής Αυτού Θυσίας, εισήλθεν ο άνθρωπος εις νέαν περίοδον, εις νέαν κατάστασιν· εις κατάστασιν Χάριτος, Φιλίας, Υιοθεσίας. Αι περί ειρήνης υποσχέσεις του Ευαγγελίου εις αυτήν την ειρήνην αναφέρονται και ουχί εις την εξωτερικήν ειρήνην. «Ειρήνην αφίημι υμίν», έλεγεν ο Κύριος προς τους Αποστόλους, «ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν». Και ίνα τονίσει ότι η ειρήνη αυτή είναι άλλου είδους ειρήνη, συμπληροί: «Ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν» (Ιωάν. ιδ’ 27). Και αλλαχού ομιλών περί της εξωτερικής ειρήνης, λέγει ότι δεν κομίζει τοιαύτην ειρήνην. Απεναντίας προβλέπει ότι η εις Αυτόν πίστις θα αποβεί αιτία διαστάσεων και πολέμων μεταξύ των ανθρώπων. Οι άπιστοι θα διώκωσι τους πιστούς του Ιησού και ούτως οι πόλεμοι όχι μόνον δεν θα ελαττωθώσιν, αλλά θα αυξηθώσιν, εφόσον εις τους υπάρχοντας θα προστεθεί και ο κατά της νέας πίστεως. «Μη νομίσητε», λέγει, «ότι ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι’ 34-35). Πριν δε οδηγηθεί εκουσίως εις τον Γολγοθάν, ίνα πιεί φρικτού θανάτου ποτήριον, παρείχεν εις τους Αποστόλους την εσωτερικήν ειρήνην, ήτις δεν θα επηρεάζετο υπό των μυρίων εξωτερικών θλίψεων και διωγμών. Παρά πάντα ταύτα θα υπήρχεν, ακριβώς διότι ήτο εσωτερική: «Ταύτα λελάληκα υμίν ίνα εν εμοί ειρήνην έχητε. Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωαν. ιστ’ 33). Εχαρίζετο εις τους Αποστόλους ειρήνην, καίτοι εγνώριζεν ότι επώδυνοι θάνατοι ανέμενον αυτούς, καίτοι ρητώς έλεγεν ότι απέστειλεν αυτούς ως «πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματθ. ι’ 16). Ήτο δυνατόν λοιπόν να παρέχει εξωτερικήν ειρήνην; Αναμφιβόλως όχι!
Και ο θείος Παύλος αυτής της εσωτερικής, της προς τον Θεόν ειρήνης είναι κήρυξ και απόστολος. «Δικαιωθέντες ούν εκ πίστεως, ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» γράφει προς Ρωμαίους (ε’ 1). Γράφων δε προς Εφεσίους, λέγει ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «η ειρήνη ημών», είναι ο τους ανθρώπους «αποκαταλλάξας τω Θεώ» διά του σταυρού, ός έλθών, «ευηγγελίσατο ειρήνην…, ότι δι’ αυτού έχομεν την προσαγωγήν… προς τον πατέρα» (Εφεσ. β’ 14-18).
Συμπέρασμα: Η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ειρήνη του ανθρώπου προς τον Θεόν και ουχί εξωτερική. Η ειρήνη αυτή επεκράτησεν όντως «επί γης», εφόσον πλέον αυτή συνεφιλιώθη προς τον ουρανόν δια της μέχρι Σταυρού ταπεινώσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Περιττόν βεβαίως να λεχθεί ότι ο έχω «ειρήνην προς τον Θεόν» άνθρωπος, είναι ειρηνικός και προς τους έξω. Πάντας αγαπά, ουδένα μισεί. Μόνος αυτός δύναται να λέγει το «και μετά των μισούντων την ειρήνην ήμην ειρηνικός» (Ψαλμ. 119,6). Αγαπά και ευεργετεί και αυτούς ακόμα τους εχθρούς του. Η εσωτερική ειρήνη είναι προϋπόθεσις της εξωτερικής. Και η εξωτερική είναι όχι απλώς ανεπίτευκτος, αλλά αδιανόητος άνευ της εσωτερικής. Η δε τραγωδία της συγχρόνου εποχής εις τούτο ακριβώς έγκειται: Ενώ εκήρυξε τον πόλεμον κατά του Θεού, επιζητεί εναγωνίως την ειρήνην μεταξύ των ανθρώπων. Ενώ αδιαφορεί παντελώς δια την εσωτερικήν ειρήνην, επιδιώκει κραυγαλέως την εξωτερικήν. Εκριζοί το δένδρον και αναμένει καρπούς, κρημνίζει την οικίαν και αναζητεί θαλπωρήν, απομακρύνεται εκ του ηλίου και θέλει φώς!...
Ανέκαθεν η ειρήνη, «το γλυκύ πράγμα και όνομα», ήτο «ποθούμενη τοις πάσιν ανθρώποις» (Εσθ. γ΄, 12α). Ουδεμία όμως εποχή είχε τόσον πόθον, τόσην δίψαν ειρήνης, όσον και όσην η εποχή μας. Θα επιτύχει λοιπόν αυτή όπου όλαι οι άλλαι εποχαί απέτυχαν οικτρώς; Θα κατορθώσει δηλαδή να οικοδομήσει την ειρήνην άνευ Θεού; Θα καταργήσει τους φρικαλέους σημερινούς εξοπλισμούς; Θα καταστήσει τους πολέμους μακρινήν ιστορικήν ανάμνησιν; Με βοηθόν ποίον; Την Επιστήμην; Την Τεχνολογίαν; Τον Ανθρωπισμόν; Τη Φιλοσοφίαν; Τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα; Αλλά εκ του βάθους των αιώνων ακούεται σαφής και κατηγορηματική η συγκλονιστική προειδοποίησις, ης την αξίαν και την αλήθειαν επιβεβαιοί φευ! η πικρότατη πείρα των διαρρευσασών έκτοτε τριών σχεδόν χιλιετιών «εάν θέλητε και εισηκούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθαι· εάν δε μη θέλητε, μηδέ εισακούσητέ μου, μάχαιραν υμάς κατέδεται· το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα» (Ησ. α΄19-20). Εάν η «μάχαιρα» θα είναι η γνωστή και συνήθης ή άλλη τις, νέας κατασκευής, προϊόν εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας, τούτο μικράν σημασίαν έχει….
«Κύριε ο Θεός ημών, ειρήνην δος ημίν, πάντα γαρ απέδωκας ημίν, Κύριε ο Θεός ημών, κτήσαι ημάς...» (Ησ. κστ’ 12-13).

«ΚΟΙΝΩΝΙΑ» φύλλον Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 1984 


 http://periodikoendon.blogspot.gr/2012/12/blog-post.html

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

«Ἅγιε Νικόλαε, νὰ ἀνέβης μαζὶ μὲ τὸ νερό, ἐὰν θέλης νὰ σοὺ ἀνάβω τὸ καντήλι»


Πηγή: Ρωμαίϊκο Οδοιπορικό


διήγηση ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου «Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα» ποὺ συνέγραψε Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Μετὰ τὴν διήγηση παραθέτουμε ὁλόκληρη τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ποὺ ἀναφέρεται στὴν πίστη, τὴν ἁπλότητα, τὴν ταπείνωση καὶ τὸ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα τῶν παλαιῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἐποχή μας στὴν ὁποία, ὅπως γράφει ὁ Γέροντας Παΐσιος, «ἔχουν αὐξηθεῖ οἱ γνώσεις, δυστυχῶς ἡ λογικὴ κλόνισε τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ θεμέλια καὶ γέμισε τὶς ψυχὲς ἀπὸ ἐρωτηματικὰ καὶ ἀμφιβολίες. Ἔτσι, ἑπόμενο εἶναι νὰ στερούμεθα τὰ θαύματα, γιατί τὸ θαῦμα ζῆται καὶ δὲν ἐξηγεῖται μὲ τὴν λογική».
Στὴν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, ὁ Γέρο-Νικόλαος ἀπὸ τὴ συνοδεία τῶν Μαρκιανῶν μου διηγήθηκε γιὰ ἕναν Πατέρα, ποὺ εἶχε καὶ αὐτὸς παιδικὴ ἁπλότητα, ὅτι κάποτε, ὅταν εἶχε...
στερέψει τὸ πηγάδι τους, εἶχε κατεβάσει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ ξεροπήγαδο, μὲ τὸ σχοινὶ δεμένη ἀπὸ τὸν χαλκά, καὶ εἶπε:
- Ἅγιε Νικόλαε, νὰ ἀνέβης μαζὶ μὲ τὸ νερό, ἐὰν θέλης νὰ σοὺ ἀνάβω τὸ καντήλι, ἀφοῦ μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις αὐτό. Βλέπεις, ἔρχονται τόσοι ἄνθρωποι, καὶ δὲν ἔχουμε λίγο κρύο νερὸ νὰ τοὺς δώσουμε.
Ὢ τοῦ θαύματος! τὸ νερὸ ἀνέβαινε σιγὰ-σιγά, καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου ἔπλεε ἐπάνω, μέχρι ποὺ τὴν ἐπίασε μὲ τὰ χέρια του, τὴν ἀσπάσθηκε μὲ εὐλάβεια καὶ τὴν πῆγε στὸν Ναό.
Ὁλόκληρη ἡ Εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου "Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα"
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Πολὺ μὲ πειράζει ἡ συνείδησή μου, ποὺ δὲν κράτησα σημειώσεις μὲ λεπτομέρειες γιὰ τοὺς ἐνάρετους Πατέρες, ποὺ ἔζησαν τώρα τὰ τελευταία χρόνια, γιὰ τοὺς ὁποίους μου διηγοῦνταν οἱ εὐλαβεῖς Γεροντάδες, ὅταν ἤμουν ἀρχάριος μοναχός, ὅπως ἐπίσης καὶ στὴν συνέχεια, γιὰ τὴν μεγάλη μου ἀμέλεια, ποὺ δὲν κράτησα, ἔστω στὴν μνήμη μου, ὅλα τὰ θεία γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔζησαν ἐκεῖνα τὰ ἅγια Γεροντάκια καὶ μοῦ τὰ διηγοῦνταν μὲ πολλὴ ἁπλότητα,γιὰ νὰ μὲ βοηθήσουν πνευματικά.
Οἱ Πατέρες ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εἶχαν πολλὴ πίστη καὶ ἁπλότητα καὶ οἱ περισσότεροι ἦταν μὲ λίγα μὲν γράμματα, ἀλλά, ἐπειδὴ εἶχαν ταπείνωση καὶ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα, δέχονταν συνέχεια τὸν θεῖο φωτισμό. Ἐνῶ στὴν ἐποχή μας, ποὺ ἔχουν αὐξηθεῖ οἱ γνώσεις, δυστυχῶς ἡ λογικὴ κλόνισε τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ θεμέλια καὶ γέμισε τὶς ψυχὲς ἀπὸ ἐρωτηματικὰ καὶ ἀμφιβολίες.Ἔτσι, ἑπόμενο εἶναι νὰ στερούμεθα τὰ θαύματα, γιατί τὸ θαῦμα ζῆται καὶ δὲν ἐξηγεῖται μὲ τὴν λογική.
Τὸ πολὺ αὐτὸ κοσμικὸ πνεῦμα ποὺ ἐπικρατεῖ στὸ σημερινὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἔχει στρέψει ὅλη τὴν προσπάθεια στὸ πῶς νὰ ζήσει καλύτερα, μὲ μεγαλύτερη ἄνεση καὶ λιγότερο κόπο, δυστυχῶς ἔχει ἐπιδράσει καὶ στοὺς περισσότερους πνευματικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν πῶς νὰ ἁγιάσουν μὲ λιγότερο κόπο – πράγμα ποὺ δὲν γίνεται ποτέ, γιατί “οἱ Ἅγιοι ἔδιναν αἷμα καὶ ἐλάμβαναν Πνεύμα”.
Καὶ ἐνῶ χαίρεται κανεὶς τώρα γιὰ τὴν μεγάλη αὐτὴ στροφὴ πρὸς τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ τὸν Μοναχισμὸ καὶ θαυμάζει τοὺς ἀξιόλογους νέους ποὺ ἀφιερώνονται μὲ ἰδανικά, συγχρόνως ὅμως καὶ πονάει, γιατί βλέπει ὅλο αὐτὸ τὸ καλὸ ὑλικὸ νὰ μὴ βρίσκει τὸ ἀνάλογο πνευματικὸ προζύμι, καὶ ἔτσι δὲν ἀνεβαίνει ἡ πνευματικὴ αὐτὴ ζύμη καὶ καταλήγει νὰ γίνει σὰν τὸ λειψὸ ψωμί.
Παλαιότερα, πρὶν καὶ ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, ἔβρισκε κανεὶς ἀκόμη τὴν ἁπλότητα ἁπλωμένη στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, καὶ ἐκεῖνο τὸ ἄρωμα τῆς ἁπλότητας τῶν Πατέρων μάζευε τοὺς εὐλαβεῖς ἀνθρώπους, ποὺ μιμοῦνταν τὶς μέλισσες, καὶ τοὺς ἔτρεφε, καὶ αὐτοὶ μετέφεραν καὶ στοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν πνευματικὴ αὐτὴ εὐλογία, γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν. Ἀπὸ ὅπου δηλαδὴ καὶ ἂν περνοῦσες, θὰ ἄκουγες νὰ διηγοῦνταν θαύματα καὶ οὐράνια γεγονότα, πολὺ ἁπλά, γιατί τὰ θεωροῦσαν πολὺ φυσιολογικὰ οἱ Πατέρες.
Ζώντας λοιπὸν σὲ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς Χάριτος, ποτὲ δὲν περνοῦσες λογισμὸ ἀμφιβολίας γιὰ ὅσα ἄκουγες, γιατί καὶ ὁ ἴδιος κάτι θὰ ἔβλεπες ἀπὸ αὐτά. Ἀλλὰ οὔτε καὶ περνοῦσε λογισμός, γιὰ νὰ σημειώσεις ἢ νὰ κρατήσεις στὴν μνήμη σου ἐκεῖνα τὰ θεία γεγονότα γιὰ τοὺς μεταγενέστερους, γιατί νόμιζες ὅτι θὰ συνεχισθεῖ ἐκείνη ἡ Πνευματικὴ κατάσταση.
Ποῦ νὰ ἤξερες ὅτι μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια ὁ περισσότερος κόσμος θὰ παραμορφωθεῖ ἀπὸ τὴν πολλὴ μόρφωση –ἐπειδὴ διδάσκεται μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἀθεΐας καὶ ὄχι μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἁγιάσει καὶ τὴν ἐξωτερικὴ μόρφωση- καὶ ἡ ἀπιστία θὰ φθάσει σὲ τέτοιο σημεῖο, ποῦ νὰ θεωροῦνται τὰ θαύματα γιὰ παραμύθια τῆς παλιᾶς ἐποχῆς; Φυσικά, ὅταν εἶναι ὁ γιατρὸς ἄθεος, ὅσες ἐξετάσεις καὶ ἂν κάνει σὲ ἕναν Ἅγιο μὲ τὰ ἐπιστημονικὰ μέσα (ἀκτίνες κ.λπ.), δὲν θὰ μπορέσει νὰ διακρίνει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ, ἐὰν ἔχει ἁγιότητα καὶ ὁ ἴδιος, θὰ δεῖ τὴ θεία χάρη νὰ ἀκτινοβολεῖ.
Γιὰ νὰ δώσω μία ζωντανότερη εἰκόνα τῆς χάριτος, καὶ γιὰ νὰ καταλάβουν καλύτερα οἱ ἀναγνῶστες τὸ πνεῦμα τὸ Πατερικὸ ποὺ ἐπικρατοῦσε πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, θεώρησα καλὸ νὰ ἀναφέρω, σὰν παραδείγματα, μερικὰ περιστατικὰ ἀπὸ ἁπλὰ γεροντάκια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
Ὅταν ἤμουν ἀρχάριος στὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου, μοῦ εἶχε διηγηθεῖ ὁ εὐλαβὴς Γέρο-Δωρόθεος ὅτι στὸ Γηροκομεῖο ἐρχόταν καὶ βοηθοῦσε ἕνα Γεροντάκι μὲ τέτοια μεγάλη ἁπλότητα, ἀφοῦ νόμιζε ὅτι ἡ Ἀνάληψη, ποὺ ἑορτάζει ἡ Μονή, ἦταν μία μεγάλη Ἁγία ὅπως ἡ Ἁγία Βαρβάρα καί, ὅταν ἔκανε κομποσχοίνι, ἔλεγε:“Ἁγία του Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἠμών”! Μία μέρα εἶχε ἔρθει στὸ Γηροκομεῖο ἕνας φιλάσθενος ἀδελφός, καί, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε κανένα δυναμωτικὸ φάρμακο, τὸ Γεροντάκι κατέβηκε γρήγορα -γρήγορα τὰ σκαλιά, πῆγε στὸ ὑπόγειο καὶ ἀπὸ τὸ παραθυράκι ποὺ ἔβλεπε πρὸς τὴν θάλασσα, ἅπλωσε τὰ χέρια του καὶ εἶπε:
“Αγία μοῦ Ἀνάληψη, δωσ’ μοῦ ἕνα ψαράκι γιὰ τὸν ἀδελφό”. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! πετάχτηκε ἕνα μεγάλο ψάρι στὰ χέρια του, τὸ πῆρε πολὺ φυσιολογικά, σὰν νὰ μὴ συνέβη τίποτε, καὶ χαρούμενος τὸ ἑτοίμασε, γιὰ νὰ τονώσει τὸν ἀδελφό.
Ὁ ἴδιος Γέροντάς μου εἶχε διηγηθεῖ καὶ γιὰ ἄλλον Πατέρα (νομίζω Παχώμιο), ὁ ὁποῖος εἶχε πάει στὴν Καψάλα γιὰ ἀνώτερη ἄσκηση καὶ εἶχε φθάσει σὲ μέτρα πνευματικά. Μία μέρα ἕνας πατέρας τῆς Μονῆς εἶχε οἰκονομήσει δύο ψάρια καὶ τὰ καθάριζε, γιὰ νὰ πάει νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τοῦ τὰ δώσει εὐλογία. Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ τὰ ἑτοίμαζε, ἕνας κόρακας ξαφνικά του πῆρε τὸ ἕνα ψάρι καὶ τὸ πῆγε στὸν π. Παχώμιο στὴν Καψάλα (ἀπόσταση πεντέμισι ὧρες).
Ὁ π. Παχώμιος εἶχε λάβει πληροφορία ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἀδελφοῦ καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ σκεφτόταν τί νὰ τὸν φιλέψει, ὁ κόρακας τοῦ ἄφησε τὸ ψάρι. Ὅταν ἦρθε μετὰ ὁ ἀδελφὸς καὶ τὸ ἔμαθε αὐτό, δόξασε καὶ αὐτὸς τὸ Θεό, ποὺ τρέφει καὶ στὴν ἐποχή μας τοὺς ἀνθρώπους Του μὲ τὸν κόρακα, ὅπως καὶ τὸν Προφήτη Ἠλία.
Ἐπίσης στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου, πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, ζοῦσε ἕνας Γέροντας, ὁ π. Χαράλαμπος, πολὺ ἁπλὸς ἀλλὰ καὶ πολὺ “βιαστής” ὄχι μόνο στὰ πνευματικὰ ἀλλὰ καὶ στὰ διακονήματα, σὲ ὅλα ἦταν προθυμότατος. Ὁ π. Χαράλαμπος θὰ ἔβγαζε τὶς περισσότερες δουλειές, γιατί στὰ τελευταῖα χρόνια εἶχαν μείνει λίγοι Πατέρες στὴν μονὴ καὶ αὐτοὶ γέροι. Εἶχε δὲ καὶ τὴν Βιβλιοθήκη, ἀλλὰ τὸν ἔβγαλαν, ἐπειδὴ δὲν ἔκλεινε ποτὲ τὴν πόρτα. Συνήθιζε νὰ λέει: “Ἀφῆστε τοὺς ἀνθρώπους νὰ διαβάζουν τὰ βιβλία”. Δὲν τοῦ περνοῦσε λογισμὸς ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι ποὺ κλέβουν βιβλία. Εἶχε πολλὴ ἁγνότητα καὶ ἁπλότητα.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πολλὰ διακονήματα ποὺ εἶχε, φύτευε ἀκόμα καὶ δέντρα γιὰ τοὺς μεταγενέστερους, γιατί πίστευε ὅτι ἡ Μονὴ Κουτλουμουσίου πάλι θὰ ἐπανδρωθεῖ. Τὰ μὲν χέρια τοῦ συνέχεια ἐργάζονταν γιὰ τοὺς ἄλλους, ὁ δὲ νοῦς του καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ἐργάζονταν στὰ πνευματικὰ διὰ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον μέ. Στὴν Ἀκολουθία πάντα πρῶτος. Κρατοῦσε μάλιστα τὸν ἕνα χορὸ ὡς ψάλτης. Τὴν ὥρα δὲ ποὺ ὁ Κανονάρχης πήγαινε στὸν ἄλλο χορὸ νὰ κανοναρχήσει, ὁ π. Χαράλαμπος ἔλεγε γρήγορα-γρήγορα τὴν εὐχή, γιὰ νὰ μὴ διακόπτει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή του.
Ἔτσι ἐργατικότατος καὶ πνευματικότατος ἔζησε, χωρὶς νὰ τὸ ρίξει κάτω. Ἀλλά, δυστυχῶς, μία βαριὰ γρίπη μόνο τὸν ἔριξε στὸ κρεβάτι, καὶ ὁ γιατρὸς εἶπε στοὺς Πατέρες νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ κοντά του, γιατί σὲ λίγη ὥρα θὰ τελειώσει ἡ ζωή του. Ὁ Πατὴρ τὸ ἄκουσε κάτω ἀπὸ τὶς κουβέρτες καὶ ἀπήντησε:
- Τί, λές; Ἐγὼ δὲν πεθαίνω, ἂν δὲν ἔρθει τὸ Πάσχα νὰ πῶ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη.
Πράγματι, πέρασαν δύο μῆνες σχεδόν, ἦρθε τὸ Πάσχα, εἶπε τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κοινώνησε καὶ μετὰ ἀναπαύθηκε. Τὸ φιλότιμο ἁπλὸ Γεροντάκι εἶχε γίνει πραγματικὸ παιδὶ τοῦ Θεοῦ καὶ μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ καθόρισε τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου του.
Στὴν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, ὁ Γέρο-Νικόλαος ἀπὸ τὴ συνοδεία τῶν Μαρκιανῶν μου διηγήθηκε γιὰ ἕναν Πατέρα, ποὺ εἶχε καὶ αὐτὸς παιδικὴ ἁπλότητα, ὅτι κάποτε, ὅταν εἶχε στερέψει τὸ πηγάδι τους, εἶχε κατεβάσει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ ξεροπήγαδο, μὲ τὸ σχοινὶ δεμένη ἀπὸ τὸν χαλκά, καὶ εἶπε:
- Ἅγιε Νικόλαε, νὰ ἀνέβεις μαζὶ μὲ τὸ νερό, ἐὰν θέλεις νὰ σοὺ ἀνάβω τὸ καντήλι, ἀφοῦ μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις αὐτό. Βλέπεις, ἔρχονται τόσοι ἄνθρωποι, καὶ δὲν ἔχουμε λίγο κρύο νερὸ νὰ τοὺς δώσουμε.
Ὢ τοῦ θαύματος! τὸ νερὸ ἀνέβαινε σιγὰ-σιγά, καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου ἔπλεε ἐπάνω, μέχρι ποὺ τὴν ἐπίασε μὲ τὰ χέρια του, τὴν ἀσπάσθηκε μὲ εὐλάβεια καὶ τὴν πῆγε στὸν Ναό. (Αὐτὸ ἔγινε πρὶν ἀπὸ πενήντα χρόνια περίπου).
Στὴ ἴδια Σκήτη, λίγο πιὸ πάνω ἀπὸ αὐτὴ τὴν Καλύβη, εἶναι οἱ “Ἅγιοι Ἀποστολοι”, ὅπου μένουν τώρα δύο Πατέρες, ποὺ εἶναι καὶ κατὰ σάρκα ἀδέλφια. Στὴ Συνοδεία αὐτὴ ἦταν καὶ ὁ Γέρο-Παχώμιος, στὸν ὁποῖο ἔβλεπε κανεὶς ὁλοφάνερα τὴν ἁγιότητα ζωγραφισμένη στὸ πρόσωπό του. Τὸ Γεροντάκι αὐτὸ ἦταν πολὺ ἁπλὸ καὶ τελείως ἀγράμματο ἀλλὰ πολὺ χαριτωμένο. Στὸ Κυριακό της Σκήτης, ὅταν ἐρχόταν γιὰ νὰ ἐκκλησιασθεῖ τὶς ἑορτές, ποτὲ δὲν καθόταν στὸ στασίδι, ἀλλὰ πάντα ὄρθιος στεκόταν, ἀκόμα καὶ στὶς ὁλονυχτίες, καὶ ἔλεγε τὴν εὐχή.Ὅταν τύχαινε νὰ τὸν ρωτήση κανεὶς “ποῦ βρίσκεται ἡ ἀκολουθία”, ἀπαντοῦσε:
- Ψαλτήρια-ψαλτήρια λένε οἱ Πατέρες.Ὅλα ψαλτήρια τὰ ἔλεγε. Οὔτε καὶ ἀπὸ ψαλτικὰ ἤξερε καθόλου, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ποὺ ἔψαλε τὸ Πάσχα. Πάντα πρόθυμος νὰ κάνει τὰ θελήματα τῶν ἄλλων, χωρὶς νὰ ἔχει καθόλου θέλημα δικό του.
Ὅση στενοχώρια καὶ ἂν εἶχε κανείς, ἅμα ἔβλεπε τὸν Πατέρα Παχώμιο, τοῦ ἔφευγε. Ὅλοι τὸν ἀγαποῦσαν, ἀκόμα καὶ τὰ φίδια, ποὺ τοῦ εἶχαν ἐμπιστοσύνη καὶ δὲν ἔφευγαν, ὅταν τὸν ἔβλεπαν. Στὴν περιοχὴ τῆς Καλύβης ἦταν πολλὰ φίδια, γιατί ὑπῆρχαν νερά. Οἱ ἄλλοι δύο Πατέρες πολὺ φοβοῦνταν τὰ φίδια, ἐνῶ ὁ Γέρο-Παχώμιος τὰ πλησίαζε χαμογελαστός, τὰ ἐπίανε καὶ τὰ ἔβγαζε ἔξω ἀπὸ τὸν φράχτη τους.
Μία μέρα ἐνῶ πήγαινε βιαστικὸς στὴν Καλύβη τῶν Μαρκιανῶν, στὸ δρόμο βρῆκε ἕνα μεγάλο φίδι, τὸ ὁποῖο τύλιξε στὴν μέση του σὰν ζώνη, γιὰ νὰ τελειώση πρῶτα τὴν δουλειά του καὶ μετὰ νὰ τὸ βγάλει ἔξω ἀπὸ τὴν περιοχή τους. Ὁ Πατὴρ Ἰακῶβος, μόλις τὸν εἶδε, τρόμαξε, καὶ ὁ Πατὴρ Παχώμιος παραξενεύτηκε γιὰ αὐτό. Μετά μου ἔλεγε:
- Δὲν ξέρω γιατί φοβᾶται ἀπὸ τὰ φίδια. Ἐκεῖνος ὁ δικός μας ὁ Πατὴρ Ἀνδρέας φοβᾶται ἀκόμα καὶ τοὺς σκορπιούς! Ἐγὼ τοὺς μαζεύω στὴν χούφτα μου τοὺς σκορπιοὺς ἀπὸ τὰ ντουβάρια καὶ τοὺς πετάω ἔξω ἀπὸ τὴν Καλύβα. Τώρα ποὺ τρέμουν τὰ χέρια μου ἀπὸ τὸ πάρκινσον, τὰ μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τὰ βγάζω ἔξω.
Ρώτησα τὸν Γέροντα:
- Γιατί δὲν σὲ δαγκώνουν ἐσένα τὰ φίδια, Πάτερ Παχώμιε;
Μοῦ ἀπάντησε:
- Κάπου γράφει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σὲ ἕνα χαρτὶ “ἐὰν ἔχεις πίστη, πιάνεις καὶ τὰ φίδια καὶ τοὺς σκορπιούς, καὶ δὲ σὲ πειράζουν”.
Τὸ ἅγιο αὐτὸ Γεροντάκι, ὁ Πατὴρ Παχώμιος, εἶχε ἀναπαυθῆ στὶς 22-10-1967, ἕνα χρόνο πρὶν ἀπὸ τὸν Γέροντα Παπὰ-Τύχωνα, γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ ἀναφέρω στὴ συνέχεια, καθὼς καὶ γιὰ ἄλλους Ὁσίους Πατέρες,ποὺ ἀγωνίσθηκαν φιλότιμα στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, καὶ ἐξαγνίσθηκαν μὲ τὴ βοήθεια τῆς Καλῆς μητέρας, τῆς Ἁγνῆς Παρθένου. Ἔγιναν Στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, νίκησαν τὰ πάθη τους, ἐξόντωσαν τὸν ἐχθρὸ διάβολο, αὐτοὶ οἱ “Λοκατζῆδες τῆς Ἐκκλησίας μας”, καὶ στεφανώθηκαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ μὲ ἄφθαρτο στεφάνι.
Πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς εἶχα γνωρίσει καὶ ἀπὸ κοντά, ἀλλά, δυστυχῶς, δὲν τοὺς μιμήθηκα καὶ ἔτσι βρίσκομαι πολὺ μακριά τους. Εὔχομαι ὅμως μὲ ὅλη τὴν καρδιά μου νὰ τοὺς μιμηθοῦν ὅσοι θὰ διαβάσουν τὰ θεία κατορθώματά τους καὶ παρακαλῶ νὰ εὔχονται καὶ ἐκεῖνοι γιὰ μένα τὸν ταλαίπωρο Παίσιο. Ἀμήν.
Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα, ἔκδ. Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον "Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος", 14η ἀνατύπωση, 2010