Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εικών Δημητρέλος

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Ο μοναχισμός ως λειτουργική άσκηση. Πρ. Γεώργιος Μεταλληνός



Τοῦ Πρωτοπρεσβ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

1. Ὁ ὀρθόδοξος μοναχισμὸς διατηρεῖ τὸν σύνδεσμο ἀσκήσεως καὶ λατρείας, διασώζοντας τὰ πνευματικὰ ἐρείσματα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στὴν πνευματική του πορεία.
Ἡ ζωὴ τοῦ μοναχοῦ εἶναι αὐθεντικὴ σπουδὴ μετανοίας. Ὁ μοναχὸς εἶναι «ὁ στηλογραφῶν τὴν ζωὴν τῆς μετανοίας» (1).
Δεδομένου δὲ ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι οὐσιαστικὴ ἐπανάσταση, ποὺ εἰσήχθη ἐν Χριστῷ στὸν κόσμο, γιὰ τὴ συνεχῆ ἀνακαίνιση τοῦ κόσμου, ὁ μοναχισμὸς διακρατεῖ τὸν Χριστιανισμὸ ὡς μόνιμη (πνευματική) ἐπανάσταση, μέσα στὸν κόσμο ἐνῶ παράλληλα συνεχίζει τὴν πνευματικότητα τῶν πρώτων αἰώνων, προφυλάσσοντας τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῆς ἐκκοσμίκευσης, ἐνεργώντας ἀνασταλτικὰ στὴν ἐξάπλωσή της.
Ὁ Μοναχισμὸς στὴν ἀπόλυτη συνέπειά του στὸν ἀγώνα γιὰ θέωση, ἐκφράζει σὲ κάθε ἐποχὴ τὸ «περισσόν» τῆς χριστιανικῆς ἀσκήσεως, τὴν ὁδὸν τῆς «ὑπερβολῆς» (Α´ Κορ. 12, 31), ἡ ὁποία στὴν πνευματικὴ ζωὴ γίνεται κανόνας.
Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε «κρείσσων ὁδός»«κόσμος τῆς Ἐκκλησίας». Διότι, μολονότι ὅλοι οἱ χριστιανοὶ ἔχουν κληθεῖ νὰ καταλάβουν «μὲ τὴ βία» (τὸν βιασμὸ τῆς φύσεώς τους) τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, οἱ μοναχοὶ ἀκολουθοῦν τὴν Κυριακὴ ἐντολὴ μὲ μεγαλύτερη συνέπεια, μέσα ἀπὸ τὴν συνεπέστερη καὶ πληρέστερη ἄσκησή τους.

Κατὰ συνέπεια, ὅλοι οἱ πιστοὶ ἐπιδιώκουν τὸν ἴδιο σκοπό. Οἱ μοναχοὶ ὅμως παλαίουν μὲ μεγαλύτερη ἐπάρκεια δυνατοτήτων. Ὁ δικός τους δρόμος εἶναι ἡ βίωση τῆς «ἐσχάτης ὥρας» (Α´ Ἰωάν. 2, 18), τῆς ἀδιάκοπης ἐγρήγορσης στὴν ἀναμονὴ τοῦ «ἐρχομένου Κυρίου».
Εἶναι, γι᾽ αὐτό, ὁ μοναχισμὸς ἡ αὐθεντικότερη μορφὴ χριστιανικῆς ζωῆς καὶ «φῶς» τῶν ἀγωνιζομένων στὸν κόσμο. Ἡ ἔνταξη δὲ τῆς λατρείας στὸν πνευματικὸ ἀγώνα τῶν μοναχῶν, ὅσο καὶ ἄν θεωρεῖται διαφοροποίηση στὴν ἀρχικὴ θεώρηση τῆς λατρείας ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀπέβη ἡ μεγαλύτερη εὐλογία γιὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, διότι μέσῳ τοῦ μοναχισμοῦ συνεχίσθηκε ἡ διασύνδεση λατρείας καὶ ἐνθουσιαστικοῦ μαρτυρικοῦ στοιχείου, ἐφ᾽ ὅσον καὶ ὁ μοναχισμὸς εἶναι ἱστορικὴ συνέχεια τοῦ χριστιανικοῦ - μαρτυρίου, ὡς «μαρτύριον συνειδήσεως» (2).

Ἤδη ἡ ἀποστολικὴ κοινότητα τῶν Ἱεροσολύμων παρουσιάζεται ὡς κατ᾽ ἐξοχὴν λατρευτική. Ἡ προσευχὴ τῶν πιστῶν ἀναπέμπεται «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ» πρὸς τὸν Θεό (Ρωμ. 15, 6· Α´ Πέτρ. 4, 1· Ἀποκ. 15, 4 κ.τλ).
Σ᾽ αὐτὴ τὴν παράδοση θὰ μείνουν πιστοὶ οἱ μοναχοί, ὡς συνεχιστὲς τῶν «ἐνθουσιαστικῶν τάσεων» τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Ἡ ζωή τους θὰ διαμορφωθεῖ ὡς ζωὴ λατρείας, οἱ ἴδιοι δὲ θὰ περιφέρονται ὡς «ἐν σώματι ἄγγελοι» καὶ «λειτουργικὰ πνεύματα».
Ὁ μοναχός, ἄλλωστε, δὲν «τροφοδοτεῖται» ἁπλῶς (παθητικά) στὴ λατρεία, ἀλλὰ γίνεται κοινωνὸς καὶ τελετουργός της, μετέχοντας ἔτσι στὸν τρόπο ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος Χριστοῦ.
Μὲ ὀργανωτὴ τὸν Μ. Βασίλειο, τὸ μοναστικὸ κοινόβιο συνιστᾶ μικρογραφία τῆς Ἐκκλησίας ὡς «μοναστικὴ ἐνορία», ὅπου ἡ καθημερινὴ ζωὴ ἐκφράζεται ὡς λειτουργικὴ δοξολογία.
Μέσῳ τοῦ κοινοβίου ἡ ἐκκλησιαστικὴ λατρεία ἀναπτύσσει τὴ δυναμική της στὸν χῶρο τῆς ἀσκήσεως (3).
 Στὸ γεωγραφικὸ κέντρο τοῦ μοναστικοῦ κοινοβίου ὑπάρχει πάντα τὸ Καθολικὸν ἤ Κυριακόν, ὁ κεντρικός ναὸς γιὰ τὴ λειτουργικὴ σύναξη ὅλης τῆς Μονῆς.

2. Μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς ὀργανωμένης ἀσκήσεως ἀπὸ τὸν 4ον αἰώνα, ἡ λατρεία συνδέθηκε ἄμεσα μὲ τὴν ἄσκηση (4). Οἱ μοναχοὶ ἐνσωμάτωσαν στὴ λατρεία τους τὶς γονυκλισίες, γνωστὲς ἀπὸ τὸ αὐτοκτρατορικὸ τυπικό (adoratio =προσ - κύνηση), γιὰ νὰ ἐκφράσουν συντριβή, αὐτομεμψία, ὑποταγὴ στὸν Θεό.
Ἡ λατρεία προσέλαβε, ἔτσι, ἀσκητικὸ χαρακτὴρα, ὡς μιὰ διαρ κὴς μετάνοια. Τὸ πνεῦμα αὐτὸ προδίδει ἕνας λόγος τοῦ Ἀββᾶ Παμβώ, ποὺ φανερώνει συνάμα ἀποστασιοποίηση ἀπὸ τὴ μορφὴ λατρείας τῶν χριστιανῶν τοῦ κόσμου: «Καὶ γάρ, οὐκ ἐξῆλθον οἱ μοναχοὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ ταύτῃ, ἴνα παρίστανται τῷ Θεῷ καὶ μετεωρίζονται καὶ μελωδοῦσιν ᾄσματα καὶ ρυθμίζουσιν ἤχους καὶ σείουσι χεῖρας καὶ μεταβαίνουσι πόδας, ἀλλ᾽ ὀφείλομεν ἐν φόβῳ πολλῷ καὶ τρόμῳ δάκρυσί τε καὶ στεναγμοῖς μετὰ εὐλαβείας καὶ εὐκατανύκτου καὶ μετρίας φωνῆς τὰς προσευχὰς τῷ Θεῷ προσφέρειν» (5).

Τὸ κείμενο αὐτὸ ἐκφράζει καθαρὰ τὸ πνεῦμα τῆς μοναστικῆς λατρείας, τοῦ ἐμβολιασμοῦ της δηλαδὴ στὴ μοναστικὴ ἄσκηση. Παρ᾽ ὅλο δὲ ποὺ στοὺς μετέπειτα αἰῶνες ὁ μοναχισμὸς θὰ προσλάβει λατρευτικὸ πλοῦτο μεγαλύτερο ἀπ᾽ αὐτὸν τῶν κοσμικῶν ἐνοριῶν, καθιστάμενος ὁ κύριος παράγοντας ἀναπτύξεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας, δὲν θὰ χαθεῖ ποτὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ποὺ συνδέεται μὲ ὅλη τὴ συντηρούμενη σ᾽ αὐτὸν πνευματικὴ ἀνάταση.
Ὁ Μοναχισμὸς ἐπιτυγχάνει νὰ καθιστᾶ τὴ ζωὴ ὀργανικὴ συνέχεια τῆς λατρείας, ἀκριβῶς, μέσῳ τῆς ἀσκή- σεως. Ἡ ἔνταξη τοῦ μοναχοῦ σὲ προσευχὴ ἀπαιτεῖ καὶ αὐξημένη μετοχὴ στὴ λατρεία. Στὴ λατρεία ὁ μοναχὸς πραγματώνεται. Γι᾽ αὐτὸ καὶ θέλει νὰ ζεῖ στὴν κοινωνία τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὸ βρέφος ἀναζητεῖ τὴ μητρικὴ ἀγκάλη. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ μοναχοῦ στὴ λατρεία τὸν διακρα- τεῖ στὴ θεοκεντρικὴ κοινωνία, ἀλλὰ καὶ σὲ κοινωνία μὲ τοὺς ἀδελφούς του. Ἀποχὴ ἀπὸ τὴ λατρεία εἶναι γιὰ τὸν μοναχὸ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὸ μητρικὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι, ἔτσι, παράδοξο, ὅτι οἱ ἐρημίτες - ἀσκητὲς σὲ κάθε ἐποχὴ δέχονται μέσῳ κοινοβιατῶν μοναχῶν τὴ Θεία Κοινωνία, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ κοινωνοῦν κάθε μέρα, μετέχοντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ταυτόχρονα καὶ στὴν ἐκκλησια- στικὴ κοινωνία.

Μιὰ ἀπολυτοποι- ημένη ἄσκηση, ἀποξενωμένη ἀπὸ τὴ λατρευτικὴ κοινωνία, δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ἐκκλησιαστικά. Ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ μεγαλύτερος μοναχολόγος τῆς Ἐκκλησίας, στὰ ἀσκητικά του συγγράματα δίνει προτεραιότητα στὴ λειτουργικὴ πράξη, τονίζοντας ὅτι «οἱ προσευχές, ποὺ δὲν ἀπαγγέλλονται ἀπὸ κοινοῦ, χάνουν πολὺ ἀπὸ τὴ δύναμή τους» (6).

3. Αὐτὴ ἡ πράξη τηρεῖται σήμερα στὸ Ἅγιον Ὄρος ὅπου ἐκπροσωπεῖται σύνολη ἡ Ὀρθοδοξία. Μέσα στὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔτος τελοῦνται ἐκεῖ περίπου πενήντα ἀγρυπνίες. Σὲ μερικὰ αὐστηρότερα κοινόβια τελοῦνται ἀγρυπνίες ὅλα τὰ Σάββατα τῶν δύο μακρῶν νηστειῶν (Χριστουγέννων καὶ Πάσχα).
Ἕνας σύγχρονος γνωστὸς ἁγιορείτης (π. Γεώργιος Καψάνης) δίνει στὸ σημεῖο αὐτὸ μιὰ σημαντικὴ αὐτομαρτυρία: «Στὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ὁ μοναχὸς παραδίδεται μὲ ἀγάπη στὸ Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς παραδίδεται σ᾽αὐτόν.
Πολλὲς ὧρες κάθε μέρα ὁ μοναχὸς τὶς περνᾶ στὸ ναό, λατρεύων τὸν ἀγαπώμενο Κύριο. Ἡ μετοχὴ στὴ λατρεία δὲν εἶναι “ὑποχρέωση”, ἀλλὰ ἀνάγκη τῆς ψυχῆς του, ποὺ διψᾶ γιὰ τὸ Θεό. Στὰ ἁγιορείτικα μοναστήρια κάθε ἡμέρα τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία καὶ οἱ μοναχοὶ δὲν βιάζονται νὰ τελειώσει ἡ ἀκολουθία, ὅσες ὧρες καὶ ἄν διαρκεῖ, γιατὶ δὲν ἔχουν νὰ κάνουν κάτι καλύτερο ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι σὲ κοινωνία μὲ τὸν Λυτρωτή, τὴ Μητέρα τοῦ Λυτρωτοῦ καὶ τοὺς φίλους τοῦ Λυτρωτοῦ [...]

Ἔτσι ἡ λατρεία εἶναι χαρὰ καὶ πανηγύρι, ἄνοιξη τῆς ψυχῆς καὶ πρόγευση τοῦ παραδείσου [...] Ἡ προτεραιότητα, ποὺ δίνει ὁ Μοναχισμὸς στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ὑπενθυμίζει στὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν κόσμο ὅτι ἄν ἡ Θεία Λειτουργία καὶ ἡ λατρεία δὲν ξαναγίνουν τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας, ὁ κόσμος μας δὲν ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἑνοποιηθεῖ καὶ νὰ μεταμορφωθεῖ, νὰ ξεπεράσει τὴ διάσπαση, τὴν ἀνισορροπία, τὸ κενὸ καὶ τὸν θάνατο, παρὰ τὰ φιλότιμα ἀνθρωπιστικὰ συστήματα καὶ προγράμμα- τα βελτιώσεως τοῦ κόσμου.

Ὁ Μοναχισμὸς ὑπενθυμίζει ἀκόμη ὅτι ἡ Θεία Λειτουργία καὶ ἡ λατρεία δὲν εἶναι «κάτι» μέσα στὴ ζωή μας, ἀλλὰ τὸ κέντρο, ἡ πηγὴ τῆς ἀνακαινίσεως καὶ ἁγιασοῦ ὅλων τῶν πτυχῶν τῆς ζωῆς μας» (7).
Τὸ κείμενο αὐτὸ εἶναι σημαντικὴ μαρτυρία γιὰ τὴ σχέση ἀσκήσεως καὶ λατρείας, ὅπως ἡ σχέση αὐτὴ ἔχει παγιωθεῖ στὴν Ὀρθοδοξία διὰ μέσου τῶν αἰώνων.

4. Ἐξίσου ὅμως καὶ ἡ ἄσκηση ἔχει ἀφήσει τὴ σφραγίδα της πάνω στὴν ἐκλλησιαστικὴ λατρεία. Ὄχι μόνο μορφές, ἀλλὰ καὶ περιεχόμενο, ἰδέες καὶ θεματικὴ τῆς ἐκλησιαστικῆς λατρείας φέρουν ἔντονο ἀσκητικὸ χαρακτήρα. Περιοριζόμαστε σὲ μερικὰ χαρακτηριστικὰ παραδείγματα:
α) Καθολικὴ ἐπικράτηση καὶ στὸν «κόσμο» τῆς μοναστικῆς λειτουργικῆς πράξεως μετὰ τὸ τέλος τῆς εἰκονομαχίας.  
β) Οἱ ἰδέες τοῦ «ἀκολουθεῖν» τὸν Χριστό, τοῦ διὰ Χριστὸν πάθους, τῆς αὐτοσταυρώσεως, θέματα καθαρὰ ἀσκητικά, κυριαρχοῦν καθολικὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑμνογραφία.
γ) Πολλὲς ἑορτὲς καὶ ἀκολου- θίες εἶναι ἀφιερωμένες σὲ ἀσκητὲς -ἄνδρες καὶ γυναῖκες- ποὺ προβάλλονται ὡς πρότυπα τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητας (8).
δ) Τὸ ἀσκητικὸ ἰδεῶδες κυριαρχεῖ στὴν ἑβδομαδιαία λειτουργικὴ πράξη: Ἡ Τρίτη ἀφιερωμένη στὴ Θεοτόκο καὶ κυρίως στὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή, τὶς κορυφὲς τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς καὶ ὁδηγοὺς τῶν ἀσκουμένων στὸν ἀγώνα τους. ῾Η παρθενία καὶ ἡ ἐγκράτεια τιμῶνται, ἔτσι, λειτουργικὰ στὰ πρόσωπα τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Προδρόμου.
ε) Θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ προσθέσει ἐδῶ τὴν ὕψωση τοῦ εἰκονοστασίου, τὶς μακρὲς περιόδους νηστείας, ὅπως καὶ τὸ ἔνδυμα τῶν κληρικῶν (ράσο), ποὺ εἶναι καρπὸς μακρᾶς ἀσκητικῆς -μονα- στικῆς παραδόσεως.
Ἀκόμη καὶ ἡ συνήθεια νὰ συμμετέχουν κατὰ κανόνα ὄρθιοι οἱ Ὀρθόδοξοι στὴ λατρεία, ἀποδίδεται στὴν ἐπίδραση τῆς μοναστικῆς πολιτείας (ἀσκητικὴ στάση ἔναντι τοῦ σώματος καὶ μίμηση τῆς πράξεως τῶν Ἀγγέλων στὴν οὐράνια λατρεία, οἱ ὁποῖοι «ἱστάμενοι» -ὄρθιοι- λατρεύουν τὸν Θεό) (9).
Ἡ ἀλληλοπεριχώρηση λατρεία καὶ ἀσκήσεως στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐνσαρκώνει τὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ εἶναι ἡ «ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ» προσέγγιση τοῦ βασιλείου τῆς Χάριτος.
Κυρίως ἡ μετοχὴ στὸ μυστήριο τῶν μυστηρίων, τὴ Θεία Εὐχαριστία, κατὰ τὴν ὁμολογία τῆς ἁγιοπατερικῆς συνειδήσεως, ἀπαιτεῖ τὴν ἐγρήγορση τοῦ πιστοῦ καὶ τὴν ψυχοσωματικὴ καθαρότητά του (πρβλ. Β´ Κορ. 7, 1).
Λατρεία (Εὐχαριστία) καὶ «καθαρότης βίου» -μὲ την ἀσκητικὴ σημασία τοῦ ὅρου καὶ ὄχι τὴν ἠθικολογική- συμπορεύονται.

5. Ἡ διάσωση ἀπὸ τὸ Μοναχισμὸ τῆς αὐθεντικῆς διασυνδέσεως ἀσκήσεως καὶ λατρείας εἶναι ἀπόθεμα τῆς δυνάμεώς του γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς διαχρονικῆς δυναμικῆς του στὴν ἔκφραση τῆς ἐκκλησιαστικῆς Θεολογίας.
Δὲν εἶναι συμπτωματικό, ὅτι οἱ ἀληθεῖς Θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας (Πατέρες) προέρχονται ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς ἀσκήσεως, καὶ μάλιστα τὴν συντονισμένη ἐκδοχή της, τὸν Μοναχισμό, τὴ φυσικὴ συνέχεια τῆς ζωῆς - παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Μοναχισμὸς συντηρεῖ στὶς αὐθεντικές τους διαστάσεις τοὺς βραχίονες τῆς θεολογήσεως καὶ τὶς πτέρυγές της στὶς πνευματικές ἀναβάσεις (λατρεία καὶ ἄσκηση). Μέσα ἀπὸ τὴν προοπτική, συνεπῶς, τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀσκήσεως καὶ λατρείας διαφαίνεται ἡ ἐγγενὴς σχέση τοῦ Μοναχισμοῦ μὲ τὴ θεολογικὴ γνώση καὶ τὴ θεολόγηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.
Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος, ποὺ ὁ γράφων θεωρεῖ ἐκ πεποιθήσεως τὸν χῶρο τῆς ἀκαδημαϊκῆς Θεολογίας (Πανεπιστήμια) ἁπλῶς ὡς δυνατότητα ἐπιστημονικῆς προσεγγίσεως καὶ ἀναλύσεως τῶν ἀποτυπώσεων μέσα στὸν ἱστορικὸ χρόνο τῶν μαρτυριῶν τῆς πορείας τῆς Ἐκκλησίας, ποτέ, ὅμως, ὡς προϋπόθεση ἐκκλησιαστικῆς -δηλαδὴ πρωτογενοῦς- θεολογήσεως, ὡς φανερώσεως δηλαδὴ τῆς θείας γνώσεως.
Αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται στὴν ὄντως Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Χῶρο τῆς μοναστικῆς ἐμπειρίας, ποὺ θεμελιώνεται στὰ κεφάλαια 12-14 τῆς Α´ Πρὸς Κορινθίους, ὅπου ὁ λόγος περὶ «πνευματικῶν» (χαρισμάτων).
Μόνο οἱ μονίμως φοιτῶντες σ᾽αὐτὸ τὸ θεοδίδακτο σχολεῖο τῆς εὐσεβείας -ὅπως οἱ μοναχοί- ἀναδεικνύονται ἄνωθεν θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας (10).

Σημειώσεις:

1. Καν. μγ´ τῆς ΣΤ ´ Οἰκ. Συνόδου

2. Ἀνδρ. Ἰ. Φυτράκη, Μαρτύριον καὶ Μοναχικὸς βίος, Ἀθῆναι, 1948. Πρβλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ. Ὁ Ἅγιος καὶ ὁ Μάρτυρας ὡς μιμητὴς τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, στὸν τόμο: Ὁ Ἅγιος καὶ ὁ Μάρτυρας στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλη- σίας (Εἰσηγήσεις ΙΒ´ Συνεδρίου Πατε- ρικῆς Θεολογίας), Ἀθήνα 1994, σ. 56- 58.

3. Γιὰ τὴν σχέση μοναχισμοῦ καὶ λατρείας βλ. τὰ «Ἀσκητικά» τοῦ Μ. Βασιλείου (PG. 31, ´520-1428).

4. Γιὰ τὸ θέμα γλ. στοῦ π. Γ. Δ. Με- ταλληνοῦ, Ἡ θεολογικὴ μαρτυρία σ. 61 ἑ.ἑ.

5. Βλ. W.Christ - M. Paranikas, Anthologia Graeca carminum Christianorum Lipsiae 1871, s. XXIXἑ.

6. PG. 32, 493 B.

7. «Εὐαγγελικὸς μοναχισμός», στὸ περιοδ. «Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος» 1(1976), σ. 68 καὶ 70.

8. Χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις ἡ προβολὴ τῶν ὁσιακῶν μορφῶν τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος (ἀντίστοιχα τὴν Ε´ καὶ Δ´ Κυριακὴ τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς).
Γιὰ τὴν ἔμπρα- κτη ἐπιβεβαίωση βλ. J. Tyciakt Die Liturgie als Quelle östlicher Frommig keit (Ecclesia Orans, 20) Freiburg 1937.

9. Βλ. Ἰω. Φουντούλη, Τὸ πνεῦμα τῆς θείας λατρείας στά:Λειτουργικὰ θέματα, Α´ Θεσ/νίκη 1977, σ. 21. ἑ. ἑ. 10. Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Θεο- λογικὴ Παιδεία καὶ Ἐκκλησιαστικὴ Ἀγωγή, Ἀθήνα 1993, (ἀνάτ. ἀπὸ τὴν «Ἐκκλησία» 1993, σ. 127 ἑ. ἑ.).


























































anavaseis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου