Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εικών Δημητρέλος

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Ἡ Νηστεία μᾶς ἀποδεικνύει ὅλην τήν πανουργίαν, καί τήν μοχθηρίαν τῶν ἀσωμάτων πνευμάτων. Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης


Ἡ Νηστεία μᾶς ἀποδεικνύει ὅλην τήν πανουργίαν, καί τήν μοχθηρίαν τῶν ἀσωμάτων πνευμάτων

 Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης

Ἡ Ἐκκλησία μας εἰσέρχεται εἰς τήν Μεγάλην καί Ἁγίαν Τεσσαρακοστήν διά τό Πάσχα.
Αὐτή πρέπει νά συνδυάζεται μέ: 1ον) Τήν μετάνοιαν, 2ον) Τήν ταπεινότητα καί τήν συντριβήν τῆς σατανικῆς ὑπερηφανείας,
3ον) Τήν ἐξαφάνισιν τῆς μοχθηρίας, ἡ ὁποία εἶναι τό τέκνον τῆς κολάσεως, 4ον) Τήν νέκρωσιν τῶν παθῶν καί ὡς ἐκ τούτου τήν νέκρωσιν τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός,
5ον) Τήν συντριβήν  6ον) Τήν ἐξομολόγησιν, 7ον) Τήν διόρθωσιν τῆς ζωῆς, μισοῦντες πᾶσαν ἁμαρτίαν σκέψεως, λόγου καί πράξεως
καί 8ον) Τήν Νηστείαν, τήν ὁποίαν κάμνομεν οἱ πολλοί, ἀλλά δέν γνωρίζομεν πόσο καλός διδάσκαλος εἶναι αὐτή.
Διά τήν μεγάλην σημασίαν της θά παραθέσωμεν ἀποσπάσματα ἐκ τοῦ βιβλίου: «Ἡ ἐν Χριστῷ Ζωὴ» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Πρωθιέρεως τῆς Κροστάνδης (Ἐκδόσεις «Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας»).

Αὐτά ἔχουν ὡς ἀκολούθως: «“Καί νῦν λέγει Κύριος ὁ Θεός ὑμῶν, ἐπιστράφητε πρός με ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ὑμῶν, καί ἐν νηστείᾳ καί ἐν κλαυθμῷ καί ἐν κοπετῷ” (Ἰωήλ 2,12).

“Ὅς ἄν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν” (Ματθ. 16,25), ἤτοι ὅστις ἐπιθυμεῖ νά σώσῃ τόν παλαιόν του, σαρκικόν, ἁμαρτωλόν ἄνθρωπον, θά ἀπολέσῃ τήν ζωήν του, διότι ἡ πραγματική ζωή συνίσταται εἰς τήν σταύρωσιν καί νέκρωσιν τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου μέ τάς πράξεις του καί τήν ἔνδυσιν “τοῦ νέου, τοῦ ἀνακαινιζομένου εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾽ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν” (Κολ. 3,9-10).

 Ἄνευ τῆς νεκρώσεως τοῦ παλαιοῦ, σαρκικοῦ ἀνθρώπου, δέν ὑπάρχει ζωή ἀληθινή ἤ αἰωνία μακαριότης. Ὅσον πληρεστέρα καί ὀδυνηροτέρα εἶναι ἡ νέκρωσις τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, τόσον τελειοτέρα θά εἶναι ἡ ἀνακαίνισις καί ἡ ἀναγέννησίς του, ὅσον δέ βαθυτέρα ἡ κάθαρσις, τόσον μεγαλυτέρα ἡ καθαριότης ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ.
 Νέκρωσον τόν ἑαυτόν σου καί θά εὕρῃς νέαν ζωήν. ῎Ω, αἰσθάνομαι ὅτι, ὅταν διατελῶ ἐν πλήρει ὑγείᾳ καί δέν βασανίζω τό σῶμα μου μέ κόπους καί μόχθους, ἀποθνήσκω κατά τό πνεῦμα, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι πλέον ἐντός μου, ἡ δέ σάρξ μου καί ὁ Διάβολος μέ καταβάλλουν.

Διατί εἶναι ἀναγκαία ἡ νηστεία 

Εἶναι ἀναγκαία ἡ νηστεία διά τόν χριστιανόν, διά νά καθαρίζῃ τήν διάνοιά του, νά ἀνυψώνῃ καί ἀναπτύσσῃ τά αἰσθήματά του καί νά ὠθῇ τήν θέλησίν του εἰς χρήσιμον καί ὠφέλιμον δραστηριότητα.
Τάς τρεῖς αὐτάς ἀνθρωπίνους ἱκανότητας τάς σκοτίζομεν καί τάς καταπνίγομεν ἰδιαιτέρως “μέ τήν κραιπάλην καί μέθην καί μερίμνας βιωτικάς” (Λουκ. 21,34). Μέ αὐτάς ἀπομακρυνόμεθα ἀπό τόν Θεόν, τήν πηγήν τῆς ζωῆς καί περιπίπτομεν εἰς φθοράν καί ματαιότητα, διαστρέφοντες καί μολύνοντες τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποίαν ἔχομεν ἐντός ἡμῶν.
Ἡ κραιπάλη καί ἡ φιληδονία μᾶς καρφώνουν εἰς τήν γῆν καί ἀποκόπτουν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ψυχῆς τάς πτέρυγας. Ἀναλογισθῆτε ὅμως πόσον ὑψηλά ἐπέτων αἱ ψυχαί τῶν ἀσκητῶν καί τῶν ἐγκρατῶν!
Ὑψώνοντο μέχρι τῶν οὐρανῶν, ὅπως οἱ ἀετοί· αὐτοί οἱ ἐπίγειοι ἔζων μέ τόν νοῦν καί τήν καρδίαν των εἰς τούς οὐρανούς καί ἐκεῖ ἤκουον ἄρρητα ρήματα καί ἐκεῖ ἐμάνθανον τήν θείαν σοφίαν.
Πόσον ὅμως ὁ ἄνθρωπος καταπίπτει μέ τήν λαιμαργίαν καί τήν μέθην! Διαφθείρει τήν φύσιν του, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ, καί γίνεται ὅμοιος πρός τά κτήνη καί χειρότερος ἀκόμη.
Οὐαί ἡμῖν, διά τάς παρανόμους προσηλώσεις μας καί τάς ἀνόμους συνηθείας μας!
Μᾶς ἐμποδίζουν εἰς τήν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον καί εἰς τήν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ· ἐμφυτεύουν ἐντός μας ἐγκληματικήν, στοργικήν φιλαυτίαν, τό τέλος τῆς ὁποίας εἶναι ὄλεθρος αἰώνιος.
 Τοιουτοτρόπως ὁ μέθυσος δέν λυπεῖται νά δαπανᾷ χρῆμα διά τήν ἱκανοποίησιν τῆς σαρκός καί τήν ἀποβλάκωσίν του, ἐνῷ τοὐναντίον λυπεῖται νά δώσῃ ὀλίγα λεπτά εἰς τόν πτωχόν· ὁ καπνιστής ρίπτει δεκάδας καί ἑκατοντάδας ρουβλίων, λυπεῖται δέ νά δώσῃ λεπτά τινα εἰς τόν πτωχόν, τά ὁποῖα θά ἠδύναντο νά σώσουν τήν ψυχήν του· ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά ἐνδύωνται πολυτελῶς ἤ ἀγαποῦν τά ὡραῖα ἔπιπλα καί τά κινέζικα δαπανοῦν ὑπέρογκα ποσά εἰς αὐτά καί παρέρχονται μέ ἀδιαφορίαν καί περιφρόνησιν τούς πτωχούς· ὅσοι ἀγαποῦν νά ζοῦν πλουσίως δέν λυποῦνται νά ἐξοδεύουν δεκάδας καί ἑκατοντάδας ρουβλίων διά γεύματα, ἐνῶ τοὐναντίον λυποῦνται νά δώσουν καί ὀλίγα μόνον λεπτά εἰς τούς πτωχούς.

Εἶναι ἀναγκαία ἐπίσης ἡ νηστεία διά τόν χριστιανόν, διότι, μέ τήν ἐνσάρκωσιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀνθρώπινη φύσις ἀποπνευματώθη καί προσήγγισε πρός τό Θεῖον, ἤδη δέ σπεύδομεν πρός τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δέν εἶναι “βρῶσις καί πόσις, ἀλλά δικαιοσύνη καί εἰρήνη καί χαρά ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ” (Ρωμ. 14,17).
“Τά βρώματα τῇ κοιλία καί ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δέ Θεός καί ταύτην καί ταῦτα καταργήσει” (Α´ Κορ. 6,13). Ἡ βρῶσις καί ἡ πόσις – ἤτοι ἡ μέριμνα δι᾽ αἰσθητικάς ἡδονάς– εἶναι φυσική μόνον εἰς τόν ἐθνικόν, ὁ ὁποῖος μή γνωρίζων τά πνευματικά, ἐπουράνια θέλγητρα, ὅλην του τήν ζωήν τήν συγκεντρώνει εἰς τάς ἀπολαύσεις τῆς κοιλίας, εἰς τό νά τρώγῃ καί νά πίνῃ καθ᾽ ὑπερβολήν.
Δι᾽ αὐτό πολλάκις ὁ Κύριος ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ κατακρίνει τό ὀλέθριον τοῦτο πάθος. Διατί, λοιπόν, νά σκοτίζωμεν καί καταπνίγωμεν τάς ψυχάς μας καί νά φονεύωμεν τάς πνευματικάς δυνάμεις των;
Ὁ χειρότερος ἐχθρός μου 
Ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ἱκανοποιεῖ τάς αἰσθήσεις του, γίνεται σαρκικός καί ἀπομακρύνει ἀφ᾽ ἑαυτοῦ τό Πα- νάγιον Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖον δέν δύναται νά κατοικῇ εἰς ὅσους ζοῦν σαρκικήν ζωήν. “Τίς κοινωνία φωτί πρός σκότος;” (Β´ Κορ. 6,14). Τοιαύτη κατάστασις, ἀξία δακρύων, δοκιμάζεται ἀπό πολλούς· ἀλλ᾽ ἀλλοίμονον, οὔτε κἄν θέλουν νά ἀναγνωρίσουν ὅτι δέν ἔχουν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐν ἑαυτοῖς– ὅπως ἀκριβῶς ὁ τυφλός ἐκ γενετῆς δέν ἔχει συναίσθησιν τῆς μεγάλης του ἀπωλείας, τοῦ ὅτι δέν βλέπει τό φῶς. Ἄνθρωποι τοιοῦτοι δέν ἔχουν οὔτε πίστιν οὔτε ἀγάπην εἰς τάς καρδίας των οὔτε τῆς προσευχῆς τό πνεῦμα καί ἀποφεύγουν τήν μετά τῆς Ἐκκλησίας κοινωνίαν. Θεέ μου, πόσοι κίνδυνοι ὑπάρχουν δι᾽ ἐμέ εἰς τήν ζωήν! Ὅταν ὑπερβολικά ἱκανο- ποιῶ τήν σάρκα μου, γίνομαι ὁ χει- ρότερος ἐχθρός μου.

 Ὁ καλός διδάσκαλος 

Ἄν λαιμάργως καί ἀπλήστως τρώγῃς καί πίνῃς θά γίνῃς σάρξ· ἐνῶ, ἄν νηστεύῃς καί προσεύχεσαι, θά γίνῃς πνεῦμα. “Μή μεθύσκεσθε οἴνῳ ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτεία, ἀλλά πληροῦσθε ἐν πνεύματι” (Ἐφεσ. 5,18). Νήστευε καί προσεύχου καί θά κατορθώσῃς μεγάλα. “Πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι” (Μᾶρκ. 9,23).

Ἔσο ἄγρυπνος καί ζηλωτής καί θά κάμῃς μεγάλα πράγματα. Ἡ νηστεία εἶναι καλός διδάσκαλος: 1) Κάμνει κάθε ἄνθρωπον, πού νηστεύει νά ἐννοῇ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκην πολύ ὀλίγης τροφῆς καί ποτοῦ καί γενικῶς εἴμεθα λαίμαργοι καί τρώγομεν πολύ περισσότερον ἀπό ὅ,τι ἔχομεν ἀνάγκην, ἤτοι ἀπό ὅ,τι ἀπαιτεῖ ἡ φύσις μας.
2) Ἡ νηστεία φανερά ἀποδεικνύει ἤ ἀποκαλύπτει ὅλας τάς ἀδυναμίας τῆς ψυχῆς μας, ὅλας της τάς ἀσθενείας, τά ἐλαττώματα, τάς ἁμαρτίας καί τά πάθη· ἀκριβῶς ὅπως ὅταν τό ἀκάθαρτον, ἀκίνητον ὕδωρ ἀρχίζῃ νά καθαρίζεται δεικνύει πόσα ἔντομα καί πόσην ἀκαθαρσίαν περιέχει.
3) Μᾶς φανερώνει τήν ἀνάγκην τῆς στροφῆς πρός τόν Θεόν μέ ὅλην τήν καρδίαν μας καί τῆς ἐκζητήσεως τοῦ οἴκτου Του, τῆς βοηθείας, τῆς σωτηρίας.
4) Ἡ νηστεία μᾶς ἀποδεικνύει ὅλην τήν πανουργίαν, τήν πονηρίαν καί τήν μοχθηρίαν τῶν ἀσωμάτων πνευμάτων, τά ὁποῖα ἕως τώρα χωρίς νά θέλωμεν ὑπηρετούσαμεν καί τῶν ὁποίων ἡ πονηρία τώρα, ὅπου ἐφωτίσθημεν μέ τό Φῶς τῆς θείας Χάριτος, γίνεται φανερά καί τά ὁποῖα τώρα μᾶς καταδιώκουν μοχθηρῶς, διότι ἀφήσαμεν τάς ὁδούς των.

Τί λησμονοῦν 

Ὅσοι ἀπορρίπτουν τήν νηστείαν λησμονοῦν ἀπό τί προῆλθεν ἡ πτῶσις τῶν πρωτοπλάστων (ἀπό τήν ἀκρασίαν) καί ποῖα μέσα κατά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ πειρασμοῦ ὑπέδειξεν εἰς ἡμᾶς ὁ Σωτήρ, ὅταν Αὐτός ὀ Ἴδιος ἐπειράσθη ἐν τῇ ἐρήμῳ. (Ἐνήστευσεν ἡμέρας καί νύκτας τεσσαράκοντα).
Δέν γνωρίζουν ἤ δέν ἐπιθυμοῦν νά γνωρίζουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, πίπτει μακράν τοῦ Θεοῦ διά τῆς ἀκρασίας, ὅπως συνέβη μέ τούς κατοίκους τῶν Σοδόμων καί Γομόρρων, καί μέ τοῦ Νῶε τούς συγχρόνους –διότι ἡ ἀκρασία εἶναι ἡ αἰτία πάσης ἁμαρτίας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων.

Ὅσοι ἀπορρίπτουν τήν νηστείαν ἀφαιροῦν ἀπό τούς ἑαυτούς των καί ἀπό τούς ἄλλους τά ὅπλα κατά τῆς σαρκός καί ὅλων τῶν παθῶν της καί κατά τοῦ Διαβόλου, ἅτινα ἀμφότερα εἶναι ἰδιαιτέρως ἰσχυρά ἐναντίον μας ἕνεκα τῆς ἀκρασίας μας· διά τοῦτο αὐτοί δέν εἶναι στρατιῶται τοῦ Χριστοῦ, διότι ρίπτουν τά ὅπλα των καί παραδίδονται ἑκουσίως ὡς αἰχμάλωτοι εἰς τήν αἰσθητικήν καί φιλαμαρτήμονα σάρκα των· τέλος, εἶναι τυφλοί καί δέν βλέπουν τήν σχέσιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξύ τῶν αἰτίων καί τῶν συνεπειῶν τῶν πράξεων.

Ἔλλειψις ὑποταγῆς εἰς τόν Θεόν

Οἱ ἄνθρωποι λέγουν ὅτι δέν ἔχει σημασίαν ἄν τρώγης κρέας κατά τόν χρόνον τῆς Νηστείας, διότι ἡ Νηστεία δέν συνίσταται εἰς τήν τροφήν· ὅτι δέν ἔχουν σημασίαν τό ἄν ἐνδύεσαι πολυτελῶς, ἐνδύματα λαμπρά, θέατρα συχνά, ἑσπερίδες, μεταμφιέσεις· ὅτι ἐπίσης δέν ἔχει σημασίαν ἄν ἐφοδιάζεσαι μέ πολυτελεῖς παροψίδας, κινέζικα ἔπιπλα, πολυτελῆ ὀχήματα, ἵππους θυμοειδεῖς· ὅτι δέν ἔχει σημασίαν ἄν συσσωρεύῃς καί κρύπτῃς χρήματα κ.λπ.
Ποῖον ὅμως εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἀποστρέφει τήν καρδίαν μας ἀπό τόν Θεόν, τήν πηγήν τῆς ζωῆς; Ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον μᾶς κάμνει νά χάνωμεν τήν αἰώνιον ζωήν;
Δέν εἶναι τοῦτο ἡ λαιμαργία, τά πολυδάπανα ἐνδύματα, τά ὁποῖα ἀπώλεσαν τόν πλούσιον τοῦ Εὐαγγελίου; Δέν εἶναι τοῦτο τά θέατρα καί αἱ μεταμφιέσεις;
Ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον μᾶς κάμνει σκληροκαρδίους πρός τούς πτωχούς, ἀκόμη δέ καί πρός τούς συγγενεῖς μας;
Δέν εἶναι τοῦτο ἡ προσήλωσίς μας εἰς σαρκικάς ἀπολαύσεις γενικῶς, εἰς τήν κοιλίαν μας, τό ἔνδυμα, τά ἔπιπλα, τά ὀχήματα, τό χρῆμα κ.λπ;
Δύναται ὁ ἄνθρωπος νά ὑπηρετῇ Θεόν καί μαμωνᾶν, νά εἶναι φίλος τοῦ Θεοῦ καί φίλος τοῦ κόσμου, νά ἐργάζεται διά τόν Χριστόν καί τόν Διάβολον; Εἶναι ἀδύνατον. Διά ποῖον λόγον ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ἔχασαν τόν Παράδεισον, διά ποῖον λόγον ἔπεσαν εἰς τήν ἁμαρτίαν καί τόν θάνατον; Μήπως δέν ἔγινε τοῦτο ἕνεκα τῆς τροφῆς καί μόνον;
Ἄς ἐξετάσωμεν καλῶς ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον μᾶς κάμνει νά μή φροντίζωμεν περί σωτηρίας τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἐστοίχισε τόσον πολύ εἰς τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ· ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον μᾶς κάμνει νά προσθέτωμεν τήν μίαν ἁμαρτίαν ἐπί τῆς ἄλλης· ποῖον εἶναι ἐκεῖνο, τό ὁποῖον μᾶς ἀναγκάζει νά περιπίπτωμεν εἰς ἐναντίωσιν πρός τόν Θεόν, εἰς ζωήν ματαιότητος.

Μήπως δέν εἶναι ἡ προσήλωσις εἰς τά γήϊνα καί ἰδιαιτέρως εἰς γηΐνας ἀπολαύσεις;
Τί κάμνει τήν καρδίαν μας παχεῖαν; Τί μᾶς κάμνει νά εἴμεθα σάρξ καί ὄχι πνεῦμα, καί διαφθείρει τήν ἠθικήν μας φύσιν; Δέν εἶναι ἡ προσήλωσις εἰς τήν τροφήν καί τό ποτόν καί ἄλλα γήϊνα ἀγαθά;
Πῶς εἶναι δυνατόν ὕστερον ἀπό αὐτά νά εἴπῃ τις ὅτι δέν ἔχει σημασίαν ἄν τρώγῃ κανείς κρέας κατά τόν χρόνον τῆς νηστείας;
Τό νά λέγῃ τις αὐτό ἀποτελεῖ ὑπερηφάνειαν, ἀπείθειαν σοφιστικήν, ἔλλειψιν ὑποταγῆς εἰς τόν Θεόν καί ἀπο- ξένωσιν ἀπό Αὐτόν.

Ορθόδοξος Τύπος  Αρ. Φυλ.1916  24/2/2012 


 http://anavaseis.blogspot.com/2012/02/blog-post_5269.html#more

2 σχόλια: