Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εικών Δημητρέλος

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Ο τρισμακάριστος καὶ πανσεβάσμιος Σταυρός τοῦ Κυρίου





Ο τρισμακάριστος καὶ πανσεβάσμιος Σταυρός τοῦ Κυρίου εἶναι γιὰ τό χριστιανό τό ἱστίο, λέγει ἡ ἁγία Συγκλητική, ποὺ μ' αὐτό μονάχα μποροῦμε νὰ περάσουμε τό πέλαγος τῆς ζωῆς: «τόν Σταυρόν ἀντὶ ἱστίου τανύσαντες, ἀδεῶς τόν πλοῦν ἐκτελέσωμεν». Πραγματικά, δίχως τό Σταυρό, ὁ χριστιανός δὲν θὰ 'χε τὴ δύναμη νὰ προχωρήσει στὴ ζωή, ν' ἀγωνιστεῖ σκληρὰ μὲ τοὺς πειρασμοὺς καὶ τό σατανᾶ, καὶ νὰ νικήσει στό τέλος, ἔχοντας ὅπλον ἀκαταμάχητον τόν τίμιο Σταυρό. Γιατί δὲν εἶναι τό απλό ξύλο ἢ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ποὺ κάνει ἀδιάφορα ὁ ἄνθρωπος, μὰ ἡ μυστικὴ δύνα­μη ποὺ ἔρχεται ἀπό τὴ θυσία καὶ τό πανάγιον αἷμα τοῦ Ἐσταυρωμένου, ἐκεῖνο ποὺ γιγαντώνει στόν ἀγῶνα τοῦ τό χριστιανό, ποὺ ἔχει σύμμαχο τό Σταυρό. Οἱ χριστιανοὶ προσκυνοῦμε τὸν τύπο τοῦ Σταυρο, γιατί «σημεῖον ἐστι μέγιστον καὶ τρόπαιον Χριστο κατὰ τοῦ διαβόλου καὶ πάσης της ἀντικειμένης φάλαγγος, διὸ καὶ φρίττουσι καὶ φυγαδεύονται τοτον τυπούμενον ὁρῶντες», καθὼς σημειώνει ὁ ἃγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Καὶ τὸν τιμομε καὶ τὸν δοξάζουμε τώρα, γιὰ νὰ ἔχουμε παρρησία νὰ τὸν κοιτομε τὴν ὥρα τῆς Κρίσεως, ὅπου θὰ παρευρίσκεται ντυμένος μὲ πολλὴ δόξα. Μὲ τὸ Σταυρὸ ποὺ προσκυνομε, ἀποκτομε «κοινωνίαν τῶν παθημάτων τοῦ Χριστο». Καὶ δὲν καυχιόμαστε γιὰ τίποτε ἄλλο, παρὰ γιὰ τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστο. Γιὰ τὸν χριστιανὸ ὁ λό­γος τοῦ Σταυρο, εἶναι «Θεο δύναμις καὶ Θεο σοφία», ποὺ ζωοποιεῖ καὶ σῴζει. Ἀλλὰ γιὰ νὰ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Σταυρο «ἡμῖν τοῖς σωζομένοις Θεο δύναμις καί Θεο σοφία», πρέπει νὰ εἶναι ζυ­μωμένος μὲ τὴ συσταύρωσή μας μὲ τὸ Χριστό. Καὶ αὐτή ἡ συσταύρωση ἔχει τὴ ρίζα της στὸ λόγο τοῦ Χριστο, ποῦ μας διασώ­ζει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «Εἰ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἐαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτο καθ' ἡμέραν καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Λουκ. θ' 23). Μπορεῖ νὰ προσέξει κανεὶς ἰδιαίτερα, καὶ ἐξωτερικὰ ἀκόμη, τὶς φράσεις: «εἰ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι»—ἐνεστώς χρόνος, ποὺ δείχνει μὲ τὸ ἀπαρέμφατο του τὴν ἀσταμάτητη, τὴν αἰώνια πορεία τοῦ χριστιανοῦ κοντὰ στὸ Χριστὸ—καὶ «ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτο καθ' ἡμέραν —ὂχι, μιὰ φορά μονάχα—καὶ ἀκολουθείτω μοι». Γιατί, πνευματικά, ὁ Χρι­στὸς δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ σταυρώνεται γιὰ τὸν καθένα μας, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος: «δι' ἡμᾶς ἀεί τοτο ποιεῖ καὶ πάσχει, ὡς πάντα γινόμενος ἵνα σώση τοὺς πάντας». Ἑπομένως καὶ ἡ δική μας συσταύρωση πρέπει νὰ εἶναι παντοτινή, καὶ νὰ μὴ θέλουμε κ' ἐμεῖς νὰ ξέρουμε τίποτ' ἄλλο, παρὰ μονάχα «Ἰησον Χριστὸν καὶ τοτον ἐσταυρωμένον» (Α' Κορ. β' 2). Κι αὐτὸ θὰ πεῖ, νὰ βρίσκεσαι νοερῶς καὶ μὲ τὴν ἠθικὴ πράξη, ποὺ θὰ σοῦ ἐξασφαλίζει μιὰ «παγκαθαρότητα» τῶν σωματικῶν σου αἰσθήσεων, μπρὸς στὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστο, πάνω στὸ Γολγοθά. Νὰ βλέπεις τὸ Πανάγιο σῶμα του πάνω στὸ Σταυρὸ καὶ νὰ συλλογίζεσαι: πόσα ἔπαθε ὁ Χριστός μου γιὰ μένα, καὶ πόσα παραλείπω ἐγὼ νὰ κάνω γιὰ τὴ σωτηρία μου. Νὰ βλέπεις τὴ λογχισμένη καρδιά του, ποὺ κράζει πρὸς τὸν Πατέρα του «Πάτερ, ἅφες αὐτοῖς» (Λουκ. κγ' 34), καὶ νὰ συγχωρεῖς καὶ σὺ ὅσους σοῦ ἔφταιξαν ἢ σ' ἔκαναν νὰ πονέσεις. Νὰ βλέπεις τὶς τα­πεινώσεις ποὺ ὑπέφερε γιὰ σένα, καὶ νὰ παίρνεις κουράγιο, ὅταν βρίσκεσαι ἀνάμεσα σὲ σύγχρονους φαρισαίους καὶ Ἰουδαίους, ποὺ χλευάζουν καὶ κοροϊδεύουν καὶ εἰρωνεύονται —οἱ ταλαίπωροι!— ὅσους θέλουν κι ἀγωνίζονται νὰ ζήσουν κατὰ Χριστόν. Νὰ βλέπεις τὸν τεράστιο Σταυρό του καὶ τότε νὰ αἰσθάνεσαι τὸν δικό σου σταυρὸ ἐλαφρότατο. Γράφει γι' αὐτὸ κάπου ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «ἀπό βιβλία εἶναι γεμάτος ὅλος ὁ κόσμος, μά μέ ὅλον τοῦτο, δὲν ἠμποροῦν ὅλα ὁμοῦ τὰ βιβλία τόσον ἐντελῶς νὰ σοῦ ἑρμηνεύσουν τὸν τρόπο γιὰ νὰ ἀπόκτησης τᾶς ἀρετάς, καθὼς σοῦ τὸν ἑρμηνεύει ὁ ἐσταυρωμένος Ἰησοῦς. Εἰς τοῦτον τὸν ἐσταυρω­μένον σὲ συμβουλεύω, τέκνον μου, νὰ προστρέχῃς καὶ νὰ τὸν κατα-φιλῆς μὲ δάκρυα καὶ νὰ τὸν ἀγκαλίζεσαι θερμῶς, κάθε φοράν ὀποῦ δαγκασθῆς καὶ φαρμακωθῆς ἀπό τὰ νοητὰ φίδια τῶν δαιμόνων καὶ τῶν ἐξ ἀνθρώπων πειρασμῶν καὶ βέβαια θέλεις ἱατρευθῆ ἀπό τᾶς πληγᾶς σου καθὼς καὶ οἱ Ἑβραῖοι ποτὲ εἰς τὴν ἔρημον ἱατρεύοντο ἀπό τὰ δαγκάματα τῶν αἰσθητῶν ὅφεων, εὐθὺς μόνον ὁποῦ ἔβλεπαν εἰς τὸν χάλκινον ὅφιν, τὸν ἐπὶ ξύλου κρεμάμενον, ὅστις ἦτο ἀντίτυπος τύπος τοῦ Κυρίου μας, ὡς αὐτὸς ἔλεγε: «Καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὓψωσε τὸν ὅφιν ἐν τῆ ἐρήμω, οὓτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾷς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ιωαν. γ' 14).
Ἴσως πρέπει νὰ διευκρινίσουμε κάπως τὴ φράση ποὺ λέγει, πὼς ὁ χάλκινος ὅφις,ἦταν ἀντίτυπος τύπος τοῦ Κυρίου μας, δηλ. ἀντίθετος τοῦ Χριστο. Ἡ ἐμβάθυνση στὸ νόημα ποὺ κρύ­βει αὐτή ἡ σκηνὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀνήκει στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο. Ὁ ἀντίτυπος τύπος, φυσικά, εἶναι ὁ νοητὸς ὅφις, ὁ Διάβολος. Πῶς, ὅμως, μπορεῖ νὰ γιατρεύει καὶ νὰ σῴζει, ὅσους τὸν κοιτον κατάματα; Καὶ ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος, πὼς γιατρεύει ἐκείνους ποὺ πιστεύουν ὅτι ὁ Διάβολος (ὁ νοητὸς ὅφις) δὲν ζεῖ πιά, ἀλλὰ νεκρώθηκε ἀπ' τὸν σταυρωθέντα Χριστό, καὶ ὅτι μαζί του νεκρώθηκαν κι ὅλοι οἳ ὑποκείμενοι σ' αὐτὸν Δαίμονες: «ὁ δὲ χαλκος ὅφις, κρεμᾶται μὲν κατὰ τῶν δακνόντων ὅφεων, οὐχὶ ὡς τύπος δὲ τοῦ παθόντος, ἀλλ' ὡς ἀντίτυπος καὶ σῴζει τοὺς εἰς αὐ­τὸν ὁρώντας, οὒχ ὅτι ζῇ πιστευόμενος, ἀλλ' ὅτι νενέκρωται, καὶ συννεκροῖ τᾶς ὑπ' αὐτῶ δυνάμεις, καταλυθείς ὥσπερ ἣν ἄξιος».
Ἡ ἔκφραση ποὺ συνηθίζουμε, ὅταν μιλοῦμε γιὰ τὸν τίμιο Σταυρὸ εἶναι, πὼς πρέπει νὰ σηκώνει μὲ ὑπομονὴ ὁ καθένας μας τὸ σταυρό του, «ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτο». Ποιὸς ὅμως εἶναι θεολογικὰ ὁ σταυρὸς γιὰ τὸν κάθε χριστιανό; Ἡ ἀπάντηση ποὺ δίνουν οἱ Πατέρες σ' αὐτὴ τὴν ἐρώτηση εἶναι ἡ ἀκόλουθη. Τὰ εἴδη τῶν σταυρῶν εἶναι τέσσερα: α) σταυρὸς γνώσεως, β) σταυρὸς οἰκονομίας, γ) σταυρὸς πολιτείας καὶ δ) σταυρὸς πάθους.
Ὁ σταυρὸς τῆς γνώσεως εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ φανερώνει ὅλα ὅσα μποροῦμε νὰ μάθουμε περὶ Θεοῦ ἀπ' τὸ λόγο τοῦ Σταυροῦ. Ἐκεῖ θὰ γνωρίσουμε πώς, ὅ,τι δὲν μπόρεσε νὰ κάμει ἡ δύναμη καὶ ἡ σοφία τῶν ἀνθρώπων, τὸ ἔκαμε ὁ Σταυρός καὶ ἔτσι σώθηκε ὁ ἄνθρωπος. Καὶ θὰ ἐξισχύσουμε «καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις, τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὓψος». Δηλαδή, θὰ ἰδοῦμε στὶς διαστάσεις τοῦ Σταυροῦ, τὸ ὓψος τῆς σοφίας καὶ τὸν βυθὸν τῆς γνώσεως —τὸ πάνω καὶ κάτω μέρος τοῦ σταυροῦ— καὶ τὸ πλάτος τῆς ἀγάπης καὶ τὸ μῆκος τῆς δυνάμεως —τὰ δυὸ πλάγια ἄκρα.
Ὁ τρίτος σταυρὸς εἶναι ὁ σταυρὸς τῆς «πολιτείας», δηλ. τὸ νὰ κόψεις τὰ σαρκικά σου θελήματα, ὅπως λέγει ὁ Απ. Παῦλος: «νεκρώσατε τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακὴν καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία, δι' ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπί τούς υἱοὺς τῆς ἀπείθειας». Τέταρτος σταυρὸς εἶναι ἡ σωματική μας σταύρωση, τὴν ὁποία πρέπει νὰ εἴμαστε προετοιμασμένοι νὰ δεχτοῦμε, ἂν ἔρθει κάποτε κι αὐτὴ ἡ ὤρα, νὰ μαρτυρήσουμε δήλ. γιὰ τὴν πίστη μας, τὴ θερμὴ πίστη στὸν λυτρωτή μας, στὸν ἐσταυρωμένο Χριστό, στὸν οὐράνιο, νυμφίο τῆς πονεμένης ψυχῇς μας.
Ἄν, λοιπόν, κ' ἐμεῖς σταυρώνουμε τὴ σάρκα μας καὶ νεκρώ­νουμε τὰ πάθη καὶ τὶς κακές μας ἐπιθυμίες, κι ἂν ὑπομένουμε μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία κάθε θλίψη καὶ κάθε κακοπάθεια, ὁ Χριστὸς θά'ρθεῖ ν' ἀναπαυθεῖ ἐπάνω μας, ὅπως ἀναπαύτηκε πάνω στὸν Τίμιο Σταυρό. Πουθενὰ δὲν ἀνα­παύεται ὁ Θεὸς τόσο, ὅσο στὴ θλιμμένη καρδιά, στὴν πονεμένη καὶ βουτηγμένη μέσα στὰ δάκρυα καὶ στὴν κακοπάθεια, ἀλλὰ ποὺ βα­στάει μὲ ὑπομονὴ τὸ σταυρό της.
«ΕΡΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»
Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ


από το περιοδικό πηγη ζωής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου