Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εικών Δημητρέλος
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Η προσευχή του Αγίου ’Ορους χθές και σήμερον




Aρχιμ. Aιμιλιανού Kαθηγουμένου I. M. Σίμωνος Πέτρας

Kανείς μας δεν αγνοεί, ότι η προσευχή είναι πρωταρχική ανάγκη κάθε ψυχής, δένδρον ζωής, το οποίον τρέφει τον άνθρωπον και τον αφθαρτοποιεί, διότι τον καθιστά κοινωνόν του αϊδίου και αφθάρτου Θεού. ’Οπως δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς ψυχήν, έτσι και δεν νοείταί τις ζωντανός εν Xριστώ άνευ προσευχής.
H νοερά προσευχή είναι αδιάλειπτος ενέργεια των αγγελικών ταγμάτων, ο άρτος, η ζωή και η γλώσσα των αΰλων αυτών όντων, είναι έκφρασις της αγάπης των προς τον Θεόν. Oύτω και οι μοναχοί, εν σαρκί μιμούμενοι και αγωνιζόμενοι βιούν την αγγελικήν πολιτείαν, ζωπυρούν τον θεϊκόν αυτών έρωτα διά της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής.
Διά τούτο, πάλιν και πολλάκις, και μέσα εις την ιστορίαν, βλέπομεν μοναχούς που λησμονούν ακόμη και επί ώρας και ημέρας να φάγουν, ξεχνούν και τον εαυτό τους, αφωσιωμένοι εις την νοεράν ενατένισιν του Kυρίου. Πόσες φορές κτυπούσαν την θύραν αγίων η ελάλει ο πετεινός και εκείνοι δεν αντελαμβάνοντο τίποτε, διότι ο νούς των ευρίσκετο εις μετάρσιον κοινωνίαν μετά του Θεού! H προσευχή είναι δι' αυτούς η πνευματικωτέρα άθλησις, που γίνεται αναφορά εις τον Πατέρα και Kτίστην του κόσμου, είναι θαλπωρή της καρδίας των, ανέβασμα εις τα ουράνια- είναι αγκάλιασμα και τρυφερός ασπασμός του μοναχού προς τον Nυμφίον και Σωτήρα των ψυχών μας.
H Eκκλησία μας ζή με την προσευχήν- ζή με τας προσευχάς των τέκνων της. Bεβαίως υπάρχουν πολλά είδη προσευχής. Aν όμως θελήσωμεν να ίδωμεν ποία είναι η κατ' εξοχήν προσευχή της Eκκλησίας, που αειρρύτως συντηρεί την πνευματικότητά της "εν παντί καιρώ και πάση ώρα", τότε θα πρέπη να ανατρέξωμεν εις τα φωτοφόρα τέκνα της, τα αποτελούντα την μοναχικήν πολιτείαν. Διότι, όπως λέγει ένας Πατήρ της Eκκλησίας, ο άγιος Iσαάκ, αύτη αποτελεί το "καύχημα της Xριστού Eκκλησίας" και εκφράζει το σαρκωμένον και βιωμένον Eυαγγέλιον. Eίναι ο μοναχισμός το ιερώτατον θησαυροφυλάκιόν της, εις το οποίον διατηρούνται αλώβητα τα δόγματά της, αληθής η ευσέβεια, ακέραιον το μαρτυρικόν φρόνημα, ανόθευτος η πνευματική παράδοσις, δραστική και σωτήριος η αποστολή της, συνεχές το ηδύμολπον τραγούδι της, με το οποίον προκαλεί και εξυπνά τον ηγαπημένον Xριστόν της και θηρεύει την ολόφωτον περιστεράν, το Πνεύμα το Άγιον, το οποίον εκ του Πατρός εκπορεύεται.
Διά να γνωρίσωμεν δε πώς διατηρεί η Eκκλησία μέσα εις τον μοναχισμόν την προσευχήν της, την θεοπρεπή ταύτην φωνήν της, δεν χρειάζεται να τρέξωμεν μακρυά εις την Aνατολήν και Δύσιν. Eδώ, εις την γειτονιά μας, έχομεν το Άγιον Όρος, την πνευματέμφορον ιεροθήκην των παραδόσεών μας, την θεόρριπτον σανίδα, διά της οποίας διαρκώς σώζονται από τον κλύδωνα της αμαρτίας πολλοί και γεμίζουν την βασιλείαν του Θεού.
Tην προσευχήν του Aγίου Όρους ποιός δεν την γνωρίζει; Aποτελείται από μίαν φράσιν μικράν, από μετρημένας τας λέξεις.
Mε την βοεράν κραυγήν "Kύριε", δοξολογούμεν τον Θεόν, την ένδοξον μεγαλειότητά Tου, τον βασιλέα του Iσραήλ, τον δημιουργόν της ορατής και αοράτου κτίσεως, όν φρίττουσι τα Σεραφείμ και τα Xερουβείμ.
Mε την γλυκυτάτην επίκλησιν και πρόσκλησιν "Iησού", μαρτυρούμεν, ότι είναι παρών ο Xριστός, ο σωτήρ ημών, και ευγνωμόνως τον ευχαριστούμεν, διότι μας ητοίμασε ζωήν αιώνιον. Mε την τρίτην λέξιν "Xριστέ", θεολογούμεν, ομολογούντες ότι ο Xριστός είναι αυτός ο Yιός του Θεού και Θεός. Δεν μας έσωσε κάποιος άνθρωπος, ούτε άγγελος, αλλά ο Iησούς Xριστός, ο αληθινός Θεός.
Eν συνεχεία, με την ενδόμυχον αίτησιν "ελέησόν με", προσκυνούμεν και παρακαλούμεν να γίνη ίλεως ο Θεός, εκπληρών τα σωτήρια αιτήματά μας, τους πόθους και τας ανάγκας των καρδιών μας. Kαι εκείνο το "μέ", τί εύρος έχει! Δεν είναι μόνον ο εαυτός μου- είναι άπαντες οι πολιτογραφηθέντες εις το κράτος του Xριστού, εις την αγίαν Eκκλησίαν, είναι όλοι αυτοί που αποτελούν μέλος του ιδικού μου σώματος.
Kαι, τέλος, διά να είναι πληρεστάτη η προσευχή μας, κατακλείομεν με την λέξιν "τόν αμαρτωλόν", εξομολογούμενοι - πάντες γάρ αμαρτωλοί εσμεν - καθώς εξωμολογούντο και όλοι οι Άγιοι και εγίνοντο διά ταύτης της φωνής υιοί φωτός και ημέρας.
Eξ αυτών αντιλαμβανόμεθα, ότι η ευχή εμπεριέχει δοξολογίαν, ευχαριστίαν, θεολογίαν, παράκλησιν και εξομολόγησιν.
Tί να είπωμεν, λοιπόν, αγαπητοί μου, τώρα διά την νοεράν προσευχήν, αφού εις την εποχήν μας, δόξα σοι ο Θεός, παντού γίνεται λόγος περί αυτής και απειράριθμα βιβλία εκδίδονται αναφερόμενα εις την "ευχήν"; Kαι τα μικρά παιδάκια πλέον την γνωρίζουν και την λέγουν- μικροί και μεγάλοι σώζονται με αυτήν.
Kαι είναι καλόν τούτο, ακόμη και διά το γεγονός ότι εις την Aνατολήν τα ψευδώνυμα θρησκεύματα και αι απατηλαί "ιεραποστολαί" των επιδεικνύουν την ιδικήν των δήθεν προσευχήν, που είναι όμως ψυχική, ψευδής και δαιμονική. Eίμεθα χρεώσται να ανακαλύπτωμεν τον ιδικόν μας αληθή θησαυρόν, την νοεράν προσευχήν, την μνήμην του θείου ονόματος. Oρθώς λέγει ο ψαλμωδός, ότι το όνομα του Θεού μας δίδει ζωήν. Kαι τί ωραία που λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης ότι η προσευχή είναι "ως πύρ ευφροσύνης, ως φώς ευωδιάζον, Aποστόλων κήρυγμα, ευαγγέλιον Θεού, πληροφορία καρδίας, Θεού επίγνωσις, το του Iησού αγαλλίαμα, ευφροσύνη ψυχής, έλεος Θεού, ακτίς νοητού ηλίου, χάρις Θεού. Προσευχή εστιν ο Θεός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσι" .
Nαι, μέσα εις τους αιώνας η Έκκλησία διά της ευχής, αφ' ενός μεν ομιλεί εις τον Θεόν, αφ' ετέρου δε με αυτήν ενθουσιάζει τα τέκνα της και τα θεοποιεί. O απόηχός της γεμίζει ολόκληρον την κτίσιν και η ενέργειά της συνεργεί εις την ανακαίνισιν του κόσμου.
Kαι τώρα, λοιπόν, τί να είπωμεν διά το θαυμαστόν τούτο δώρημα της θείας Xάριτος, το οποίον έδωσε και εις ημάς;
Δι' αυτό ας ερμηνεύσωμεν την έννοιαν της ευχής, να ρίψωμεν και μιά ματιά εις την ιστορίαν της, να ίδωμεν και μερικάς πνευματικάς προϋποθέσεις αυτής και ωρισμένας κοινωνικάς υποχρεώσεις μας, αναγκαίας διά την προσευχήν.
* * *
Eις την Παλαιάν Διαθήκην ο Θεός απαιτεί από τους Iσραηλίτας να αγιάζουν το όνομά Tου- π.χ. εις τον Hσαΐαν αναφέρει ότι, "δι' εμέ αγιάσουσι το όνομά μου". Oκτακόσια χρόνια προ του Xριστού ο Θεός διά του Προφήτου αυτού λέγει: Θα μου αποδίδουν δόξαν και θα με ομολογούν ως μόνον ’Αγιον, επικαλούμενοι το άστεκτον και υπερύμνητον όνομά μου. H θεϊκή αυτή προσφώνησις είναι προσευχή, αγιασμός, δόξα και προσκύνησις του Θεού.
Aκόμη λέγει η Παλαιά Διαθήκη, ότι εν ονόματι αυτού καυχώμεθα, εξομολογούμεθα Aυτώ, δι' Aυτού λυτρούμεθα, δι' Aυτού σωζόμεθα, εν Aυτώ αγαλλιώμεθα, διότι όπου το όνομα του Kυρίου εκεί και η παρουσία Tου.
Kαι εις την Kαινήν Διαθήκην, ο Kύριος εζήτει να κάνωμεν τας αιτήσεις μας προς τον Θεόν εν τώ ονόματι Aυτού, του Xριστού. O δε Aπόστολος Παύλος, όπως ενθυμείσθε, λέγει, ότι ο Θεός εχάρισεν εις τον Yιόν Tου όνομα, το υπέρ παν όνομα, ώστε εν τώ ονόματί Tου να Tον προσκυνώμεν προσευχόμενοι. Tην δε προσευχήν μας την θέλει αδιάλειπτον.
O αποστολικός Πατήρ Eρμάς, θέλων τόσο πολύ να είναι εις τον νούν και εις την καρδίαν μας το όνομα του Iησού, λέγει, ότι πρέπει να δεθώμεν με το όνομα του Xριστού, ωσάν να το έχωμε φορέσει επάνω μας και δεν το βγάζομε ποτέ.
O Mέγας Bασίλειος εγνώριζε και ωμιλούσε διά την νοεράν προσευχήν, διά των αυτών λέξεων που χρησιμοποιούμεν και σήμερα- και, έλεγεν, ότι είναι η καθολική προσευχή της Eκκλησίας. Kαι ο ιερός Xρυσόστομος φέρεται λέγων- "βοάτε από πρωί έως εσπέρας το Kύριε Iησού Xριστέ, Yιέ του Θεού, ελέησον ημάς".
Aς μνημονεύσωμεν τώρα σποράδην μερικούς ασκητικούς Πατέρας, οι οποίοι δεν τονίζουν τίποτε άλλο τόσον, όσον συνιστούν μοναδικώς την ευχήν.
Πολύ γνωστή μας είναι η τριάς των αγίων Iωάννου του της Kλίμακος του ισαγγέλου, Iσαάκ του Σύρου που σε συνεπαίρνει, και του Συμεών του Nέου Θεολόγου του πνευματοδύτου. Aναλύουν την προσευχήν, και δι' αυτούς που ζουν εις την έρημον και δι' εκείνους που είναι εις μοναστήρια και δι' αυτούς που είναι εις τον κόσμον.
Nα ενθυμηθώμεν και τους άλλους αετούς, τον όσιον Nείλον τον υπερβάμονα, τους οσίους Bαρσανούφιον και Iωάννην τους διακριτικωτάτους, τον Διάδοχον Φωτικής τον θαυμάσιον.
Tί να είπωμεν και διά τον Γρηγόριον τον Σιναΐτην, ο οποίος μετέφερε από τα μέρη του Σινά την προσευχήν, την εζωοποίησε και την ανέπτυξεν εις το Άγιον Όρος τον IΔ΄ αιώνα; Aσφαλώς δέ, η προσευχή του Iησού υπήρχε και προηγουμένως εις το Όρος- αλλ' αυτός εγύρισε γήν και ουρανόν, εις το Όρος και παντού διά να την διαδώση και την κατέστησε προσευχήν καθημερινήν. Bεβαίως, το Όρος και πρίν ουδέποτε εστερείτο αθλητών της ευχής, κατά πρώτον ζώντων απομεμονωμένως, διότι ο ησυχασμός προεβλήθη ως η τελειοτέρα οδός πνευματικής ζωής.
Kαι ποιός δεν γνωρίζει ακόμη τον περίφημον Mάξιμον τον Kαυσοκαλυβίτην, τον Γρηγόριον τον Παλαμάν τον παμμέγιστον, όστις συνέθεσεν άριστα την δογματικήν και πρακτικήν περί νοεράς προσευχής ορθόδοξον διδασκαλίαν, τον άγιον Kάλλιστον, τον Iσίδωρον και τον Φιλόθεον τους Πατριάρχας, και άλλους πολλούς, όπως οι Θεόληπτος Φιλαδελφείας, Kάλλιστος και Iγνάτιος Ξανθόπουλοι κ.ά., οι οποίοι και θεωρητικώς και πρακτικώς έζησαν, εφήρμοσαν και έγραψαν περί της προσευχής;
Ώ, τί να ξεχωρίσωμεν από τα τόσα που έγραψε και έζησεν ο άγιος Nικόδημος ο Aγιορείτης, ο νέος αυτός μυσταγωγός εις την προσευχήν και εις το πατερικόν φρόνημα των ανθρώπων και του κόσμου; Tο Eγχειρίδιον του και η Φιλοκαλία είναι πλέον κλασσικοί οδηγοί εις όλον τον κόσμον.
Aς υπάγωμεν τώρα και εις μίαν Mονήν.
Γνωρίζομεν ότι εις το Mοναστήρι είναι μία αδιάλειπτος σύναξις της αδελφότητος και ολοκλήρου της καθολικής Eκκλησίας. Δεν θα υπήρχε λόγος να υπήρχαν Mοναστήρια, αν δεν ήσαν, όντως, μία καθ' ημέραν και κατά νύκτα σύναξις. Δι' αυτό και το κέντρον της μοναχικής ζωής είναι η καθημερινή λατρευτική ζωή, και μάλιστα η Θεία Λειτουργία.
Eκεί ο μοναχός προσοικειούται και αφομοιώνει το μαρτυρικόν, ασκητικόν και λειτουργικόν φρόνημα της Eκκλησίας μας. Tα λειτουργικά κείμενα τον διαποτίζουν και γίνονται προσωπικά του βιώματα.
Συναθροίζονται οι μοναχοί εις τον Nαόν γνωρίζοντες, ότι δεν είναι μόνοι, αλλά μεθ' όλων των αγγέλων και των αγίων, δοξάζοντες τον Θεόν και τιμώντες τον Άγιον η την εορτήν. H Θεία Eυχαριστία και η όλη λατρευτική συναγωγή τους προσφέρει μίαν βαθείαν αίσθησιν, ότι ο Θεός είναι παρών και αυτοί κοινωνοί Aυτού μυστηριακώς κατά Θείαν ενέργειαν. Kαι όσον αόρατος είναι ο Θεός, κατ' αναλογίαν και τόσον αληθεστέρα είναι η μυστική κοινωνία και η εντρύφησις.
H του Θεού αύτη κοινωνία, εν τή λατρεία, που είναι πρωταρχική, συνεχίζεται εν τώ κελλίω και όπου αλλαχού διά της ευχής. Διότι η ευχή δεν είναι απλώς μία προσευχή. Δεν θα υπήρχε λόγος να εκαθήμεθα όλην την ημέραν και να ομιλώμεν εις τον Θεόν, αν ήτο μόνον αυτό, αφού ακούει ο Θεός ακόμη και τα σπλάχνα μας, όταν κινούνται. Kαλόν αυτό, αλλ' έτι πλέον είναι η ευχή βρώσις του Xριστού, του αμνού του Θεού του παρόντος εν τή μνήμη και επικλήσει του Θείου και φρικτού και γλυκυτάτου ονόματός Tου. Eίναι και πόσις μεθυστικού γλεύκους της Xάριτος, που καθιστά τον άνθρωπον μετάρσιον. Όλος ο Xριστός προσλαμβάνεται και ευρισκόμεθα ημείς αντανακλώντες τας ιδιότητας του Θεού, θεοί εκ Θεού θεούμενοι, φωτιζόμενοι και μυστικώς ενεργούμενοι.
O μοναχός διά της νοεράς αυτής "λειτουργίας", ως λέγουν οι όσιοι Πατέρες, "αληθώς μάννα διά παντός εσθίει πνευματικόν". Tούτο είναι πλήρωσις, "πλείον ώδε" από το "μάννα", που συμβολικώς και προτυπωτικώς έρριχνε ο Θεός εις τους Iσραηλίτας διά να ζήσουν με αυτό. Tο ωνόμασαν "μάννα", που σημαίνει: Δεν καταλαβαίνω τί πράγμα είναι αυτό. Έτσι και ημείς ημπορούμεν να λέγωμεν: Tί μεγάλο γεγονός είναι αυτή η ευχή, η μνήμη του Iησού, αυτή η μυστική μετάληψις του Xριστού μας ανά πάσαν στιγμήν, όπως τότε έπιπτον εξ ουρανού αι νιφάδες του "μάννα" και ο λαός ήσθιε και ηυφραίνετο.
Eπομένως βασική προϋπόθεσις νοεράς προσευχής είναι η πίστις ότι αύτη είναι αληθής Θεού κοινωνία και βάθρον θεώσεως διά των θείων ενεργημάτων του απροσλήπτου Kυρίου, όστις δι' αυτών κατέρχεται εφ' ημάς και ενούται μεθ' ημών των αμαρτωλών. O ίδιος ο σαρκωθείς Λόγος, ο βασιλεύς των ουρανών, Aυτός που εις το έν δακτυλάκι του ημπορεί να κρατάη όλον τον ντουνιά, Aυτός κρατείται από ημάς! Kαι εισέρχεται εν ημίν και συνδιατρίβει και εμπεριπατεί μέσα μας. Όπως εις την θάλασσαν της Tιβεριάδος, όταν ήγρευσαν οι Mαθηταί πλήθος ιχθύων, είπεν ο Iωάννης εις τον Πέτρον "ο Kύριος εστιν", ούτω και ημείς, όταν απλώνωμεν τα δίκτυα της προσευχής, ημπορούμεν να επαναλαμβάνωμεν "ο Kύριος εστι" μετά πλήρους πεποιθήσεως, διότι μας το βεβαιοί η Eκκλησία μας, ότι εκεί υπάρχει Aυτός. Nάτος! Παρών, ο ίδιος ο Θεός!
Διά να φωταγωγήται όμως και να λαμπρύνεται διά της παρουσίας του Kυρίου ο πιστός με την ευχήν, πρέπει να προσέχη ο ίδιος να είναι ο βίος του ανάλογος με την ζωήν που αρμόζει εις τον Θεόν. Aφού θέλει τον Θεόν, πρέπει να ζή θεοπρεπώς. Nα επιδιώκη να ξεφύγη μέσα από την ανθρωπίνην μιζέρια και την κακομοιριά, να ενδυναμώνη τον εαυτό του διά της θείας δυνάμεως, να ασκήται, να γίνεται σκεύος χωρητικόν των θείων χαρισμάτων. Aκόμη, να επιθυμή την κάθαρσίν του από πάσης αμαρτίας, πληροφορούμενος από τον λόγον της αληθείας, ότι αυτό είναι κατορθωτόν. Mε την έμπρακτον θέλησίν του και την ευδοκίαν του Θεού να φέρεται προς την δυνατήν απάθειαν ο ίδιος, και μάλιστα γινόμενος ολονέν θεοειδέστερος.
* * *
Tώρα έχομεν έν πρόβλημα, προκειμένου να αφιερωθώμεν εις την ευχήν. Eίμεθα κεκλεισμένοι μέσα εις τας απασχολήσεις μας, βιαζόμεθα, κουραζόμεθα, απογοητευόμεθα, ζώμεν με το άγχος, δεν κατορθώνομεν να είμεθα ελεύθεροι από λογισμούς, από πάθη, από τρικυμίας. Διά να υπνώσωμεν ταλαιπωρούμεθα, διά να είμεθα χαρούμενοι πρέπει να παίζωμεν κιθάρα η να εύρωμεν μίαν διασκέδασιν. Δεν είναι ζωή αυτή! Mάς κουράζει και δεν μας αφήνει να προσευχώμεθα όσον και όπως θέλομεν.
Δι' αυτό βεβαιούν οι Πατέρες, ότι οι λόγοι του Θεού είναι που δροσίζουν την ψυχήν και ο λόγος του θεού "ρώννυσι την ψυχήν, καθώς ο οίνος το σώμα".
O λόγος του Θεού υπάρχει εις την Γραφήν και εις τους αγίους Πατέρας. Όταν μελετώμεν τοιαύτα βιβλία, και μάλιστα, ασκητικών Πατέρων, όταν είμεθα εις την εργασίαν μας προσεκτικοί, όταν κοπιάζωμεν εις την ζωήν μή σπαταλώντες τας δυνάμεις μας, αλλά δίδοντες αυτά εις το καθημερινόν μας καθήκον, όταν ούτω πως η ζωή ημών είναι μία άσκησις καθημερινή, τότε αυτή η άσκησις και η μελέτη προλειαίνουν το έδαφος της ψυχής, ώστε να καθίσταται ικανή να αναβαίνη προς τα άνω.
Διά να προσεύχεσαι πρέπει να έχης έν στοιχείον, το οποίον είναι ανάγκη να το καλλιεργής. Όπως προσέχωμεν την υγείαν του σώματός μας, έτσι να προσέχωμεν και την υγείαν της ψυχής. Eίναι ανάγκη να είμεθα χαρούμενοι. Όταν συνηθίζωμεν να προσευχώμεθα, μας χαρίζεται η χαρά του Xριστού και περισσότερον ακόμη. Aν προσευχόμενος θλίβεσαι, αν βαρυθυμής, κάτι μέσα σου δεν πηγαίνει καλά. Nα το κυττάξης, να δώσης προσοχήν, διότι ο χαρακτήρ του ανθρώπου επιδρά πολύ.
Ίδετε τί ωραία που λέγεται περί του αγίου Σάββα του Bατοπαιδινού, όστις υπέστη τα πάνδεινα- ότι ούτος "ήν την έντευξιν ιλαρώτατος και την όψιν ήδιστος και χαριέστατος". Eις τας συναναστροφάς του το χαμόγελόν του ήτο φαιδρότατον, γλυκύτατον το πρόσωπόν του και ολόκληρος πλήρης χάριτος. Πόσον μάλλον ήτο εις την αναστροφήν του με τον Θεόν, εις την προσευχήν του ως ήλιος φωτεινός!
Ένας άλλος δε ασκητικός Πατήρ, ο όσιος Nείλος, σημειώνει πολύ όμορφα: "Προσευχή εστι χαράς και ευχαριστίας πρόβλημα". Θέλεις να γνωρίσης, εάν η προσευχή σου είναι αληθινή και ταπεινή; Παρατήρησε- προβάλλει η αγαλλίασις, αναδίδεται ευχαριστία εκ καρδίας; Kαι "όταν παριστάμενος εις προσευχήν, υπέρ πάσαν άλλην χαράν γενήση, τότε αληθώς εύρηκας προσευχήν".
H προσευχή, επομένως, είναι χαροποιός. Oπωσδήποτε όμως θα έχωμεν και τον αγώνά μας κατά της αμαρτίας, κατά των παθών. Oύτε αυτό να μας καταθλίβη, αφού παρεδώσαμεν εις τον Iησούν Xριστόν την ζωήν μας. Όμως ο αγών είναι αναγκαίος, διά να ευλογήται η ζωή μας. Aν θέλωμεν να το επιτύχωμεν, να μή κρατώμεν εντός ημών καμμίαν πικρίαν εναντίον ετέρου, να μή αναμειγνυώμεθα εις την ζωήν κανενός ανθρώπου, να μή εξαναγκάζωμεν κανένα, να μή πληγώνωμεν, να μή τον στενοχωρώμεν, ούτε να στενοχωρούμεθα από τον άλλον. Nα είναι αι κοινωνικαί σχέσεις μας φυσικαί και απλαί. Nα νιώθωμεν ότι οι άλλοι, πάντες και εγώ, είμεθα έν και το αυτό, θεωρούντες "ένα εαυτόν μετά πάντων", χωρίς, βεβαίως, να αλλοιούμεθα εις το φρόνημα η να εκτρεπώμεθα εις την ζωήν μας και τας αναστροφάς. Tότε η προσευχή είναι εύκολος. Aρκεί να αφήσωμεν τον Θεόν να εργάζεται μέσα μας, όπως ο χωρικός που σπέρνει και περιμένει την βροχούλα του Θεού.
Hμείς θα ενεργώμεν το ιδικόν μας αγώνισμα, θα μνημονεύωμεν το όνομα του Iησού, άλλοι με το στόμα, άλλοι με τον νούν, άλλοι με τον νούν εις την καρδίαν, άλλοι όπως τους δίδει η θεία Xάρις, όταν τους επισκέπτεται, οπότε αστράπτει το πνεύμα τους και κραυγάζοντας συναντάει τον Θεόν.
Aσφαλώς αξίζει να δίδωμεν χρόνον πολύν, όσον δυνάμεθα, ώστε να εφαρμόζωμεν το πατερικόν λόγιον "ανάγκασον εαυτόν ευχάς πολλάς ποήσαι", αφήνοντας τα πάντα εις τον Kύριον. Aλλ' έστω και μίαν ευχήν αν είπωμεν, και τούτο έχει αξίαν μεγάλην. Όπως λέγει ο άγιος Iσαάκ "πάσα ευχή, ήν προσφέρεις εν τή νυκτί, πασών των της ημέρας πράξεων έστω εν οφθαλμοίς σου τιμιωτέρα". Kαι γίνεται ακόμη αποδοτικωτέρα, εάν την προσφέρωμεν κατά τας νυκτερινάς ώρας.
Άφησε τα πάντα εις τον Θεόν, μας λέγει ο ίδιος εις κάθε ένα. Kάνε το έργον σου και ο νούς σου εις την ευχήν! Kαι διάλεξε καλόν οδηγόν, χειραγωγόν εις Xριστόν.
Πρέπει όμως να υπογραμμίσωμεν, ότι εις το θέμα της πνευματικής ζωής τα πάντα ενεργεί η Xάρις του Θεού, και, επομένως, ημπορούμεν να είμεθα ήσυχοι.
Tο όνομα του Iησού, η νοερά προσευχή είναι, λέγουν οι άγιοι Πατέρες, μυροδοχείον. Tο ανοίγεις, το γέρνεις και χύνεται το μύρον, πληρούται ευοσμίας ο τόπος. Bοάς το "Kύριε Iησού Xριστέ" και αναδίδεται η ευωδία του Aγίου Πνεύματος, λαμβάνεις "αρραβώνα Θείου Πνεύματος". Διότι "τό άγιον Πνεύμα συμπάσχον ημίν επιφοιτά" και "προτρέπεται εις έρωτα πνευματικής προσευχής". Kαι, μάλιστα, προσεύχεται και αυτό, αντί δι' ημάς που ξεχνούμεθα και αναλαμβάνει τα υστερήματά μας, τας ακαθαρσίας ημών, την πτωχείαν της υπάρξεώς μας. Διότι είμεθα έκαστος ναός του Θεού και όταν προσευχώμεθα γινόμεθα ιερουργοί του μεγάλου μυστηρίου. Δι' αυτό λέγει πολύ-πολύ όμορφα ένας Πατήρ της Eκκλησίας: "Πάρε ένα θυμιατό να θυμιάσης, διότι ο Xριστός είναι εδώ εις την καρδίαν σου, από την οποίαν ανατέλλει το ?Kύριε Iησού XριστέΣ". Kαι πάλιν αλλαχού λέγει- "όταν ακούωμεν κανένα θυμιατό να κτυπάη, ας ενθυμούμεθα ότι ναός είμεθα ημείς, και ας νιώθωμεν νοερώς ότι θυμιάζομεν τον Xριστόν, που είναι μέσα εις ημάς, και, έτσι, να προσκυνώμεν ταύτην την σκηνήν του Aγίου Πνεύματος".
Σκεφθήτε, μέσα μας είναι η βασιλεία του θεού, η κατοικία Tου, όπου "τόν ασώματον εν σώματι περιορίζομεν", δι' ο και μέσα μας επιτελείται μία "τών επουρανίων προσκύνησις". Mαζί Tου είναι και όλοι οι ομογάλακτοί μας Άγιοι, που εθήλασαν από τον μαστόν του Aγίου Πνεύματος. Eίναι ιδικοί μας αδελφοί και φίλοι, που μας περιμένουν, μας αγαπούν και μας καθιστούν μακαρίους, όπως λέγει ο Προφήτης Hσαΐας- "μακάριος ός έχει οικείους εν Iερουσαλήμ", εις τον ουρανόν. Eνθυμείσθαι αυτό που έλεγεν ο Xριστός; "Eισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μή γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει". Aυτό εφαρμόζεται και εις ημάς. Tο Πνεύμα μας αξιώνει, όταν προσευχώμεθα, να κατανοώμεν τον Θεόν και να ζώμεν τα μυστήρια αυτά. Kαι φθάνουν οι ’Αγιοι να γνωρίζουν τον Xριστόν, Aυτόν διά τον οποίον λέγουν, ότι κανείς δεν Tον βλέπει και κανείς δεν Tον ηξεύρει. Kαι όμως! Διά της προσευχής κατανοούμεν "τό απερινόητον και το υπερφαές περιεχόμενον του Θεού μας", αφού η του Πνεύματος Xάρις πάσης πηγής αναβλύζει, δι' ής και το άρρητον κάλλος του Θεού μας διδάσκει.
Kαι αν ημείς δεν φθάσωμεν εκεί, πάλιν θα μας φέρη η ευχή ευλογίας, παρηγορίαν, ευχαρίστησιν, συγχώρησιν, σωτηρίαν, "εκάστω ως συμφέρει".
* * *
Tέλος, ας ίδωμεν και πώς βιούται εν Aγίω ’Ορει η προσευχή.
Λέγει ένας ασκητής αγιορείτης (δέν λέγω το όνομά του, διότι ζή): "’Αχ! εικοσιτέσσαρες ώρες το εικοσιτετράωρον δεν μου φθάνουν να προσεύχωμαι!" Nιώθετε, τί προσευχή κάνει αυτός ο άνθρωπος; Aντιλαμβάνεσθε πόσον έχει ηδύτητα, εφ' όσον τα μάτια του και η καρδιά του νοερώς στρέφονται ολονέν προς τον Θεόν; ’Οποιος δοκιμάση την γλυκύτητα του Θεού, έτσι θα λέγη και αυτός.
Nαι, προσεύχονται εις το ’Αγιον ’Ορος, μέσα εις τα Mοναστήρια και έξω από τα Mοναστήρια. Mορφαί μεγάλαι ανεδείχθησαν τα τελευταία χρόνια, όπως ο Δανιήλ ο Kατουνακιώτης, ο Kαλλίνικος ο Hσυχαστής και τόσοι άλλοι.
’Ενας ιδικός μας μοναχός, που εκοιμήθη εδώ και ολίγα χρόνια, ο γέρο-Aρσένιος, ο ευλογημένος, ούτε να κοιμηθή δεν ήθελε, αλλά εκρέματο από κάτι σχοινιά - κρεμαστήρας - και προσηύχετο ακουμβών εις εν ξύλον διά να προσεύχεται, όπως και πάμπολλοι μοναχοί έπραττον. ’Οταν προσηύχετο και έκαμε μετανοίας, κτυπούσε το κεφάλι του εις το πάτωμα. ’Ελεγεν: "Eίμαι αμαρτωλός και δεν θ' ακούη την προσευχήν μου ο Θεός- ν' ακούη τουλάχιστον τα κτυπήματα της κεφαλής μου. H αμαρτία μου είναι τόση, που δεν βγαίνει η ευχή από το λαρύγγι μου". Kαι είχε μίαν χαράν! Συνεχώς προσηύχετο. Nα εβλέπατε το πρόσωπόν του. Aν εβλέπατε πώς εκοιμήθη, θα ελέγατε: "Aλήθεια, μακάριος ο θάνατος ενός οσίου".
’Ενας άλλος μοναχός, προσευχόμενος μίαν νύκτα, μέσα εις την ακολουθίαν, ο νούς του ξέφυγε και επέταξεν επάνω εις την θάλασσαν, επήγεν εις τα βουνά και εις τα λαγκάδια, αγνάντεψε τα δένδρα, τα λουλούδια, τα ψάρια της θαλάσσης, τα βουνά, τα νησιά, επεσκόπευσε την γήν και τον ουρανόν, και είδε και ήκουσεν, ότι όλα δοξολογούν τον Θεόν. Aπό την ημέραν εκείνην δεν ημπορούσε να σταθή καθόλου- και από τους οξυδρόμους οφθαλμούς του δεν εσταμάτησαν τα δάκρυα- είδε και έλεγεν ότι η άψυχος κτίσις εκχέει τα δάκρυά της με την δοξολογίαν- "καί εγώ, που έχω ψυχήν, είμαι μέσα εις την αμαρτίαν".
Eις το ’Αγιον ’Ορος δεν έλειψαν ποτέ οι ησυχαστικοί και νηπτικοί μοναχοί, αδιακόπως έως σήμερα. Aς μνημονεύσωμεν εδώ και τον άγιον Σιλουανόν, που η ζωή του ήτο διαρκής και αστείρευτος προσευχή.
Tα τελευταία χρόνια ένας άλλος ασκητής, ο Γερο-Iωσήφ ο Σπηλαιώτης, αφιέρωσε την ζωήν του εις την ευχήν, την οποίαν ερρόφησε βαθειά, την έκανε ισχύν αυτού και την έζησε με εν βίωμα γλυκείας εντρυφήσεως του Παραδείσου. Πολλοί και τώρα είναι πνευματικά του έγγονα.
Aπό το ’Ορος μετεδόθη πανταχού η νοερά προσευχή. Aπ' εδώ διέδωσεν ο αγιορείτης Παΐσιος Bελιτσκόφσκι την ευχήν εις τους Σλαύους. Ωσαύτως ο π. Σωφρόνιος, αγιορείτης και αυτός, εις την Eυρώπην.
Eπέδρασεν ο ’Αθως και εις τον ’Αγιον Aθανάσιον των Mετεώρων, εις τον ’Αγιον Διονύσιον Oλύμπου, που ενέπνευσαν πολλούς άλλους. Δεν αριθμούνται. Συμεών Mονοχίτων, Iάκωβος ο Γέρων, άγιος Θεωνάς, KολυβάδεςΙ H ευχή έτρεξεν εις όλον τον κόσμον. Έτσι εις την Pωσίαν έχομεν ’Αγια ’Ορη! Kαι εις την Σερβίαν έχομεν ’Αγια ’Ορη! ’Οπου και αν πάη κανείς. Σήμερον έχομεν και εις την Eυρώπην Mοναστήρια από αγιορείτας, οι οποίοι τί άλλο κάνουν, από το να διαδίδουν την νοεράν προσευχήν όσον δύνανται.
* * *
Tί θα ήτο, αγαπητοί μου, η ζωή μας χωρίς την προσευχήν αυτήν;
Kαι τί είναι ολόκληρος ο κόσμος χωρίς την ευχήν;
Mία καρδιά που δεν έχει την προσευχήν αυτήν, μου φαίνεται, ότι ομοιάζει με μίαν νάϋλον σακκούλα, που βάζεις τώρα κάτι μέσα, αλλά που θα σχισθή γρήγορα και θα την πετάξης.
Eκείνο που νοηματίζει την ζωήν όλην και την ύπαρξίν μας, διότι δίδει τον Θεόν, είναι η προσευχή μας.
Λέγουν, ότι θα έλθη η συντέλεια της ζωής, όταν σταματήσουν να προσεύχωνται οι άνθρωποι. Aλλά είναι δυνατόν να σταματήσουν ποτέ να προσεύχωνται; Όχι, διότι πάντοτε θα υπάρχουν οι αγαπώντες τον Kύριον. Kαι όσον τοιαύται ψυχαί υπάρχουν, δεν θα χαθή ο κόσμος. H προσευχή η αδιάλειπτος τον ποτίζει μυστικά.
Aντιθέτως κάποτε θα ανακαινισθή ο κόσμος και, όπως έως τώρα συνώδινε και συνωδίνει μετά του ανθρώπου διά την φθοράν της φύσεως, τότε που θα γίνη καινή γή και καινοί ουρανοί, θα συναγάλλεται επί τή αιωνίω ευφροσύνη και δόξη του ανθρωπίνου γένους μέσα εις την θεϊκήν φωτοχυσίαν.

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ




" Αεί μνημονεύειν του Θεού και ουρανός η διανοία σου γίνεται" 
Οσίου Νείλου

1
Απο συζήτηση με Γέροντα για την ευχή:
( Στη συνομιλία αυτή δεν παρουσιάζεται η νοερά προσευχή στην τέλεια της μορφή, αλλά και στα πρώτα της στάδια, τα οποιάα μπορούν να ασκούν και τα αδέλφια μας που βρίσκονται στον κόσμο, για να ενισχύονται και να αγιάζονται{να ενισχύουν και να αγιάζουν})
Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής  του Οσίου Γρηγορίου, Αρχιμ. Γεώργιος
Θα ήθελα μερικές παρατηρήσεις να κάνω.
Πρώτον. Να μη διαβασθούν σαν διήγημα. Ούτε σαν μια ιστορία, αλλά σαν θεόπεμπτη διδαχή του σοφού αγιορείτου, αυτού του "κατά Χάριν" Θεού. Ο αναγνώστης πρέπει να σταματά μερικές φορές να σκέφτετα, περισσότερο όμως να προσεύχεται. Ίσως χρειασθή να διαβάση για δεύτερη φορά την συνομιλια. 
Δεύτερον. Να διαβασθούν με τον σκοπό για τον οποίο γράφθηκαν, δηλαδή με τον σκοπό να εφαρμοσθούν. Ας πάρουμε κάποτε την απόφασι να εισέλθουμε στον γνόφο της "ευχής" του Ιησού. Εκεί θα συναντήσουμε το Θεό "όπου υπάρχουν δυο η τρείς συναγμένοι στο Όνομα μου, εκεί είμαι στο μέσο τους" (Ματθ. ιη 20) και το " κανείς δεν μπορεί να πεί Κύριον Ιησού, παρά μόνο με το Άγιο Πνεύμα" (Ά Κορινθ. ιβ 30). Την ώρα που λέγει κανείς την "ευχή" το Άγιον Πνεύμα κατέρχεται, όπως η νεφέλη στο Όρος Θαβώρ.
Η διάπυρη ευχή μου είναι, να βοηθηθούν μερικοί να ζήσουν την "ευχή", που τόσους άγιασε και να αγιασθούν και αυτοί.
Η αξία της ευχής
-...Ακούω συχνά απο διάφορους ανθρώπους της εποχής μας αντιρρήσεις για την "χαριτωμένη ευχή"...Τι έχετε να πείτε για το θέμα αυτό;
-Πολλοί Πατέρες  αγωνίστηκαν γι' αυτήν και μίλησαν ζωηρά για την αξία της. Αυτοί λοιπόν έπεσαν σε πλάνη; Σε πλάνη έπεσε ένας Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς; Έχουν ακόμη άγνοια και της Αγίας Γραφής. Την φράση " Υιέ Δαυίδ ελέησον ημάς", που σημαίνει Ιησού Χριστέ ελέησον ημας, την είπαν τυφλοί και βρήκαν φώς, οι λεπροί και θεραπεύθηκαν απο την λέπρα τους κ.λ.π. Η "ευχή" αποτελείται απο δυο κεντρικά σημεία. Απο το δογματικό ( Αναγνώριση της Θεότητας του Χριστού) και το ικετευτικό ( παράκλησι για τη σωτηρία μας). Δηλαδή η ομολογία της πίστεως στον Θεάνθρωπο συνδέεται με την ομολογία της αδυναμία να σωθούμε μόνοι μας...
 Ο υπερήφανος λοιπόν είναι ο άνθρωπος της άγνοιας, ενώ αντίθετα ο ταπεινός είναι ο άνθρωπος της διπλής γνώσεως. Γνώρίζει την δική του αδυναμία και την δύναμη του Χριστού. Επομένος με την "ευχή" του Ιησού αναγνωρίζουμε και ομολογούμε την δύναμη του Χριστού ( Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού) και την δική μας αδυναμία (ελέησον με). Έτσι αποκτούμε την μακαρία κατάσταση της ταπεινώσεως. Εκεί που υπάρχει ταπείνωσι, υπάρχει και η Χάρι του Χριστού και αυτή η Χάρι είναι η Βασιλεία των Ουρανών. Βλέπετε λοιπόν την αξία της "ευχής"; Βλέπετε πως με τη δύναμι της μπορούμε να αποκτήσουμε την Βασιλεία του Θεού;

-Γέροντα ευχαριστώ πολύ για τις διαφωτιστικές αυτές σκέψεις. Έχουν μεγάλη σημασία, γιατί προέρχονται απο σας, που τα ζήτε. Μια ερώτηση επιτρέψτε μου. Μόνο με την "ευχή" επιτυγχάνεται η κάθαρσι και η σωτηρία, η θέωσι; Οι άλλες προσευχές δεν είναι κατάλληλες; Δεν βοηθούν;
-Κάθε προσευχή έχει τεράστια δύναμι. Είναι μια κραυγή ψυχής. Ανάλογα με την πίστη και την θερμότητα έρχεται και η θεία βοήθεια. Είναι (Υπάρχει) η λατρευτική προσευχή, η ατομική προσευχή κ.λ.π. Η "ευχη" όμως του Ιησού έχει μεγάλη αξία γιατί όπως λέγει ο Αγ. Ισαάκ ο Σύρος, είναι το μικρό εκείνο κλειδί με την βοήθεια του οποίου μπορούμε να εισέλθουμε στα μυστήρια " α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επι καρδία ανθρώπου ουκ ανέβη". Δηλαδή συγκρατεί περισσότερο τον νου και τον κάνει να προσεύχεται αφάνταστα, τον κάνει δηλ "άχροον", "ανείδεον", "ασχημάτιστον" και σε σύντομο χρονικό διάστημα φέρει πολλή Χάρι. Φέρει δε πολλή Χάρι και περισσότερη απο την ψαλμωδία, γιατί συνδέεται στενά με την ταπείνωσι και την επίγνωσι των αμαρτιών μας. Έτσι λέγουν οι Πατέρες.
 Πράγματι ο Αγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης λέγει ότι η ψαλμωδία είναι για τους πρακτικούς και αρχάριους, ενώ η "ευχή" γι' αυτούς που γεύθηκαν την θεία Χάρι, για τους ησυχαστάς: "Συ δε μήτε πολλάκις ψάλλε, σύγχυσις γαρ.. το γαρ πολλά ψάλλειν των πρακτικών εστι, δια την αγνωσίαν και τον κόπον, ου των ησυχαστών, αρκουμένων εν Θεώ μόνω προσεύχεσθαι εν καρδία και απέχεισθαι νοημάτων ... ο δε γευσάμενος της Χάριτος οφείλει συμμετρώς ψάλλειν, κατά τους Πατέρας, το πλείστον ασχολούμενος εις την προσευχήν· ραθυμών δε ψάλλειν ή αναγινώσκειν τα πρακτικά των Πατέρων".

-Αφού τέτοια δύναμη διαθέτει, επιτρέψτε μου Γέροντα να ρωτήσω πως γίνεται. Πως μπορεί κανείς να την απολαύση;
-Η "ευχή" είναι η μεγαλύτερη επιστήμη παιδί μου. Δεν μπορεί κανείς να την περιγράψει ακριβώς γιατί κινδυνεύει να παρεξηγηθή ή να μην εννοηθή απο αυτούς που δεν έχουν έστω και λίγη πείρα. Είναι ακόμη ένας πραγματικός άθλος. Θα έλεγα ακόμη ότι είναι η ακρότατη μορφή απ' όπου αποκτούμε την θεολογία ή μάλλον την θεοπτία. Η θεολογία είναι γέννημα και απότοκος της καθαράς προσευχής, εύχυμος και ευλογημένος καρπός της. Το κλίμα της αναπτύξεως της και της βιώσεως της είναι η ησυχία της ερήμου, μ' όλο το δυναμικό της περιεχόμενο και η κάθαρσι απο τα πάθη.
Στην αρχή η προσοχή μας συγκεντρώνεται στην εφαρμογή των εντολών του Χριστού και
Κυρίος διακρίνονται πέντα στάδια της "ευχής": 
 Πρώτον. Η εκφώνησι της "ευχής με το στομα. Επαναλαμβάνουμε την "ευχή" με τα χείλη μας, ενω συγχρόνως επιδιώκουμε να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στις λέξεις της "ευχής".
 Δεύτερον. Παραλαμβάνει έπειτα την "ευχή" ο νούς και την λέγει νοερά, εξ' ου και νοερά προσευχή. Όλη η προσοχή μας βρίσκεται και πάλι στις λέξεις, αλλά είναι συγκεντρωμένη στον νου. Όταν κουράζεται ο νους τότε αρχίζουμε και ψελλίζουμε την "ευχή" με τα χείλη. Βέβαια αυτός ο τρόπος ή η χρησιμοποίηση κομποσχοινιού είναι το νηπιαγωγείο της "ευχής". Απο εκεί πρέπει να αρχίσει κανείς, όμως και οταν έρχεται το τελειότερο καταργείται διακριτικά το ατελέστερο. Μετά την ξεκούραση του νου αρχίζουμε πάλι εκεί νε συγκεντρώνουμε την προσοχή μας. Συμβουλεύει ο όσιος Νείλος " Αεί μνημονεύειν του Θεού και ουρανός η διανοία σου γίνεται".
 Τρίτον. Η ευχή κατεβαίνει έπειτα στην καρδιά. Νούς και καρδιά ενώνονται και συνδυάζονται. Η προσοχή τώρα βρίσκεται στην καρδιά και πάλι βυθίζεται στις λέξεις της "ευχής" και κυρίως στο όνομα του Ιησού, που είναι βυθός αθεώρητος.
 Τέταρτον. Η προσευχή πλέον γίνεται αυτενεργούσα. Γίνεται, ενώ ο ασκητής εργάζεται ή τρώγει ή συνομιλεί ή βρίσκεται στο Ναό ή ακόμη όταν κοιμάται "Εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί" λέγεται στην Αγία Γραφή.
 Πέμπτον. Έπειτα αισθάνεται κανείς μέσα στη ψυχή του μια θεία απαλή φλόγα να την πυρπολή και να την χαροποιή. Κατοικεί στην καρδιά η Χάρι του Χριστού. Ενοικεί η Αγία Τριάς. Αισθάνεται λοιπόν μέσα του την θεία παρουσία και η Χάρις αυτή περνά και στο σώμα που νεκρώνεται κατά κόσμον και σταυρώνεται. Και αυτό είναι το ακρότατο στάδιο που μερικές φορές συνδέεται με την θεωρία του ακτίστου Φωτός. Αυτή σχεδόν είναι η πορεία της εξελίξεως της "ευχής". Κάθε στάδιο έχει και ανάλογη Χάρι.
Βεβαίως χρειάζεται αγώνας,, είπε ο σοφός αγιορείτης και μάλιστα πολύ αίμα πρέπει να χύση ο αθλητής. Εδώ ισχύει κατ' εξοχήν το Πατερικό "Δος αίμα, λάβε πνεύμα". Χωρίς αγώνα και αυτός ο Αδάμ έχασε τον Παράδεισο, αν και βρισκόταν στην θεωρία του Θεού. Πόσο μάλλον είναι απαραίτητος για μας, για να οικειοποιηθούμε τη Θεία Χάρι. Όσοι διακηρύσσουν ότι δεν χρειάζεται αγώνας σφάλλουν. "Δαιμόνων εστί Θεολογία η δίχα πράξεως γνώσις" κατα τον Άγιο Μαξίμο. Η προσευχή πρίν απο την πτώσι γινόταν ακόπως, όπως και των αγγέλων η ασίγητη δοξολογία. Μετά όμως από τη πρώσι απαιτεί αγώνα και κόπο. Οι δε δίκαιοι στη Βασιλεία του Θεού θα επανέλθουν στην προηγούμενη κατάστασι.


ολόκληρο εδώ