Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εικών Δημητρέλος
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περί φιλοκαλίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περί φιλοκαλίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Ὁ λόγος καὶ ἡ πολιτεία τῶν Πατέρων (Φιλοκαλικὰ θέματα)



E-mailΕκτύπωσηPDF

τοῦ Ἀρχιμ. Τιμοθέου (Τζιαβάρα)
ἀποσπάσματα 
ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο βιβλίον (σελ. 246), ἐκδόσεως Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Θεοδοσίου Ναυπλίου (2004), 
211 00 Ναύπλιον, τηλ. 27520-44240.
ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ
 μόνη ἐλπίδα μας, λοιπόν, εἶναι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ Γέροντες τῆς ἐρήμου, κυρίως οἱ δεύτεροι, διότι αὐτοὶ βιώνουν μὲ ἀκρίβεια τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔχουν πολλὴ παρρησία κατὰ τὴν προσευχή τους στὸν Κύριο. Αὐτοὶ χύνουν τὸ αἷμα τῆς ψυχῆς τους γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Νὰ γιατὶ ὁ σημερινὸς κόσμος ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ. Γιατὶ προσεύχονται γιὰ μᾶς οἱ Πατέρες, οἱ Γέροντες στὴν ἔρημο, κι ἂς λένε οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου μὲ τὸ σκοτισμένο νοῦ τους ὅτι οἱ μοναχοὶ δὲν προσφέρουν τίποτε στὸν κόσμο. Προσφέρουν τὴ «σύσταση τοῦ κόσμου», τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου.
Οἱ Θεοφόροι Πατέρες καὶ κυρίως ἐκεῖνοι τῆς ἐρήμου, οἱ νηπτικοί, ὅπως ὀνομάζονται ἀπὸ τὴ διαρκῆ πνευματική τους νήψη καὶ ἐγρήγορση, αὐτοὶ ποὺ ἔζησαν καὶ αὐτοὶ ποὺ ζοῦν ἀκόμη στὶς μέρες μας, εἶναι ἡ ἐλπίδα καὶ τὸ στήριγμά μας μέσα στὴ σύγχυση καὶ τὴν ἀπόγνωση τῆς ἐποχῆς μας, διότι ὁ λόγος τους εἶναι ἔγκυρος, γνήσιος καὶ ἀληθινός, καὶ ἡ ζωή τους Χριστοζωή, ζυμωμένη μὲ τὸ δάκρυ καὶ τὸ αἷμα. Ὁ ἀββᾶς Λογγῖνος λέει ὅτι ὁ Χριστιανὸς ἀποκτᾶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ θεώνεται μόνο ὅταν χύσει αἷμα.
Σ' αὐτούς, λοιπόν, τοὺς Πατέρες καὶ Γέροντες νὰ καταφύγουμε καὶ αὐτῶν τὸ λόγο νὰ ἐφαρμόσουμε καὶ αὐτῶν τὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία νὰ μιμηθοῦμε, γιὰ νὰ σωθοῦμε, γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦμε μὲ ἀσφάλεια στὸν Κύριο καὶ Θεὸ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ ζωή μας καὶ ἡ ἀγαλλίασή μας, ἡ τιμή μας καὶ ἡ δόξα μας.
ΥΠΑΚΟΗ
πακοὴ στὴ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου σημαίνει συμμόρφωση πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας, τὸ ὁποῖο ἐκφράζεται εἴτε ἀπ' εὐθείας διὰ τοῦ κυριακοῦ λόγου εἴτε διὰ τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος εἴτε διὰ τῶν ἐπισκόπων καὶ Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας εἴτε διὰ τῶν Γερόντων, τῶν πνευματικῶν καὶ ἐξομολόγων κ.λπ.
 Ἀββᾶς Ροῦφος πάλι λέει πὼς πιὸ μεγάλη δόξα περιμένει τὸν καλὸ ὑποτακτικὸ ἀπὸ τὸν ἐρημίτη, ποὺ ζεῖ μὲ τὸ θέλημά του στὴ μοναξιὰ τῆς ἐρήμου. Κι ὁ Ἀββᾶς Ἰωσὴφ ὁ Θηβαῖος ἔλεγε ὅτι τρία πράγματα ἀρέσουν ἰδιαίτερα στὸ Θεό. Ἀρρώστια μὲ ὑπομονή, ἔργα χωρὶς ἐπίδειξη, μόνο γιὰ τὴν ἀγάπη Του, καὶ ὑποταγὴ σὲ πνευματικὸ πατέρα μὲ τελεία αὐταπάρνηση. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἔχει ἕνα στεφάνι περισσότερο.
λλ' ἡ ὑπακοὴ δὲν εἶναι εὔκολο πράγμα. Εἶναι πολὺ δύσκολο. Εἶναι μαρτύριο. Εἶναι δύσκολο καὶ ἐπώδυνο νὰ ἀρνηθεῖς τὸν ἑαυτό σου, τὴ γνώμη σου, τὸ θέλημά σου. Γι' αὐτὸ λογίζεται ὡς μαρτύριο, εἶναι τὸ λεγόμενο μαρτύριο τῆς συνειδήσεως.
 Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης λέει ὅτι οἱ Πατέρες ὀνόμασαν τὴν ψαλμῳδία ὅπλο, τὴν προσευχὴ τεῖχος, τὰ καθαρὰ δάκρυα λουτρό, ἐνὼ τὴν μακαρία ὑπακοὴ τὴ χαρακτήρισαν ὡς μαρτύριο. Χωρὶς αὐτὴν κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς δὲν θὰ κατορθώσει νὰ δεῖ τὸν Κύριο.
Συνήθως οἱ Χριστιανοὶ κάνουμε ὑπακοὴ στὸ Θεό, ὅταν τὸ θέλημά Του εἶναι εὐχάριστο γιὰ μᾶς. Μᾶς ἀρέσει πάντα ἡ Ἀνάσταση καὶ ποτὲ ὁ Σταυρός. Ἀλλὰ Ἀνάσταση χωρὶς Σταυρὸ δὲν ὑπάρχει. Γιὰ νὰ ἀναστηθεῖς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καὶ νὰ συμβασιλεύσεις μαζί Του, πρέπει προηγουμένως νὰ συσταυρωθεῖς μαζί Του. Γιὰ νὰ ἀναληφθεῖς μαζί Του στὴν αἰώνια βασιλεία Του, πρέπει νὰ φέρεις ὅπως κι Ἐκεῖνος τὰ στίγματα τῶν ἥλων στὰ χέρια σου καὶ στὰ πόδια σου. Πρέπει νὰ φέρεις τὸ σημάδι τῆς λόγχης στὴν καρδιά σου. Πρέπει νὰ πονέσεις στὴ ζωή σου. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιατὶ αὐτὸ θὰ σὲ σώσει· ὁ σταυρός, ὁ πόνος, ἡ θλίψη, τὰ βάσανα. «Γενηθήτω, Κύριε, τὸ θέλημά Σου»! Κάνε, Κύριε, στὴ ζωή μου νὰ μὴν ἔρχονται τὰ πράγματα ὅπως ἐγὼ θέλω, ἀλλ' ὅπως Ἐσύ. Ἀμήν.
ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ
Οἱ ἅγιοι καὶ Θεοφόροι Πατέρες τὴν ὀνομάζουν ὑψοποιὸ δύναμη. Χωρὶς τὴν ταπείνωση δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν οὐράνιοι ἄνθρωποι καὶ ἐπίγειοι ἄγγελοι. Δηλαδή, εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθοῦν, νὰ θεωθοῦν καὶ νὰ δοξαστοῦν οἱ ἄνθρωποι στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ταπείνωση εἶναι, λέει ὁ ἀββᾶς Βαρσανούφιος, τὸ νὰ θεωρεῖς τὸν ἑαυτό σου σὰν χῶμα καὶ στάχτη, μὲ ἔργα καὶ ὄχι μόνο μὲ λόγια. Ταπείνωση εἶναι νὰ ἔχεις τὸ ἀψήφιστο σὲ ὅλα τὰ πράγματα (δηλαδὴ νὰ πιστεύεις ὅτι δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ σὲ λογαριάζουν οἱ ἄλλοι) καὶ τὸ νὰ κόψεις σὲ ὅλα τὸ δικό σου θέλημα καὶ νὰ ὑπομένεις τὰ ἔξωθεν ἐπερχόμενα σὲ σένα χωρὶς ταραχή. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελεία ταπεινοφροσύνη, τὸ νὰ βαστάσεις ὕβρεις καὶ ὀνειδισμοὺς καὶ ὅσα ἔπαθε ὁ Διδάσκαλός μας Ἰησοῦς.
Ταπεινοφροσύνη σημαίνει νὰ φρονῶ, νὰ σκέπτομαι ταπεινά, καὶ ταπείνωση σημαίνει νὰ ζῶ ταπεινά. Ἀλλὰ ἡ μία ἔννοια δὲ χωρίζεται ἀπὸ τὴν ἄλλη, γι' αὐτὸ καὶ ἡ χρήση τους ἐναλλάσσεται. Ἡ ταπείνωση εἶναι πρῶτα κατάσταση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς κι ὕστερα τρόπος ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς.
 ὑπερήφανος δὲν ἀντέχει νὰ τὸν ἐπικρίνουν· ὁ συντετριμμένος δὲν διανοεῖται νὰ ἐπικρίνει· ἡ ζωή του εἶναι γλυκασμός, ἀφοῦ τίποτε δὲν κρατεῖ γιὰ λογαριασμό του. Ὁ ταπεινὸς εἶναι ὁ ὄντως ἐλεύθερος σὲ ὅλα καὶ πάντοτε. Εἶναι ὁ ὄντως δυνατὸς καὶ ὄχι ὁ ἀδύνατος.
Κάποτε ρώτησε ὁ Ἀββᾶς Μωυσῆς τὸ νεαρὸ μοναχὸ Ζαχαρία: - Τὶ νὰ κάνω, παιδί μου, γιὰ νὰ σωθῶ; - Ἐμένα τὸν ἀνίδεο ρωτᾶς, Ἀββᾶ; τοῦ εἶπε ἐκεῖνος συνεσταλμένος. - Πίστεψέ με, ἀδελφέ, εἶδα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νὰ σ' ἐπισκιάζει κι αὐτὸ μὲ ἀναγκάζει νὰ σὲ συμβουλευθῶ, ἀποκρίθηκε ὁ Γέροντας. Ὁ Ζαχαρίας τότε ἔβγαλε ἀπὸ τὸ κεφάλι του τὸ κουκούλι του, τὸ πέταξε κατὰ γῆς κι ἄρχισε νὰ τὸ ποδοπατᾶ λέγοντας: - Ἂν ὁ καλόγερος δὲν ποδοπατηθεῖ ἔτσι, Ἀββᾶ, δὲ βρίσκει σωτηρία.
«Ὅπου Θεὸς βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις». Ἔτσι «ἡ Παρθένος ἔτεκε Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα». «Ὁ ἀχώρητος παντὶ ἐχωρήθη ἐν γαστρί». Καὶ ἡ γαστέρα τῆς Παρθένου ἔγινε «πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν». Ἔτσι ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου κατήργησε τὸ δικό μας θάνατο καὶ ἔγινε ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀφθαρσίας. Ἔτσι ἡ ταπείνωση ὑψώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀγγελοποιεῖ. Ὅσοι ἀμφισβητοῦν τὸ λόγο τοῦτο μένουν μέσα στὴ δυστυχία καὶ τὸ ψυχικὸ μαρτύριο τοῦ ἐγωισμοῦ τους καὶ τῆς ὑπερηφάνειάς τους.
Δύο ἀδέλφια, διηγεῖται τὸ Γεροντικό, πῆγαν μαζὶ στὴν ἔρημο καὶ ἀσκήτευαν στὴν ἴδια καλύβη. Ὁ διάβολος ὅμως φθονώντας τὴν ἀγάπη τους βάλθηκε νὰ τοὺς χωρίσει. Ἕνα βράδυ ὁ νεώτερος πῆγε ν' ἀνάψει τὸ λυχνάρι, ἔσπρωξε ἄθελά του τὸ λυχνοστάτη, τὸν ἀναποδογύρισε καὶ χύθηκε τὸ λάδι. Ὁ μεγαλύτερος θύμωσε καὶ τοῦ ἔδωσε ἕνα μπάτσο. Τότε αὐτὸς χωρὶς νὰ ταραχτεῖ, ἔσκυψε, τοῦ ἔβαλε μετάνοια καὶ τοῦ εἶπε ταπεινά: - Συγχώρησε τὴν ἀπροσεξία μου, ἀδελφέ. Τώρα ἀμέσως θὰ ἐτοιμάσω ἄλλο. Τὴν ἴδια νύχτα ἕνας εἰδωλολάτρης ἱερέας, ποὺ ἔτυχε νὰ βρίσκεται μέσα στὸ εἰδωλεῖο, ἄκουσε τὰ δαιμόνια νὰ κάνουν μεταξύ τους δικαστήριο. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ὁμολόγησε ντροπιασμένο στὸν ἀρχηγό του: - Πηγαίνω καὶ κάνω ἄνω κάτω τοὺς μοναχούς. Μὰ τὶ φταίω ὅταν κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς γυρίζει καὶ βάζει στὸν ἄλλο μετάνοια καὶ μοῦ καταστρέφει ὅλη τὴ δουλειά; Ἀκούοντας αὐτὰ ὁ εἰδωλολάτρης, ἔγινε ἀμέσως Χριστιανὸς κι ἀποτραβήχτηκε στὴν ἔρημο. Σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ κράτησε στὴν καρδιά του τὴν ταπείνωση καὶ στὸ στόμα του εἶχε διαρκῶς πρόχειρο τὸ «συγχώρησόν με».
ΑΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ
Φαίνεται, λοιπόν, καθαρὰ πὼς ἀπροσπάθεια εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς κινήσεώς μας πρὸς τὰ ἐγκόσμια καὶ ἁμαρτωλὰ πράγματα. Τὸ στερητικὸ ἄλφα σημαίνει ἄρνηση. Ἀρνοῦμαι νὰ κινηθῶ πρὸς ἀπόκτηση πραγμάτων ποὺ δὲν μοῦ χρησιμεύουν στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μου, ἐνῶ ἀντιθέτως παρεμποδίζουν αὐτὸ τὸ ἔργο καὶ καθιστοῦν ἀνέφικτη τὴν πραγμάτωση τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς μου ποὺ εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ τελείωση καὶ ἡ θέωσή μου ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καὶ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
 ἀπροσπάθεια (ἀ-προσπάθεια) σημαίνει τὴν τελεία ἐλευθερία ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ αἰχμαλωτίζουν καὶ δυναστεύουν τὴν ψυχή. Σημαίνει τὴν ἐπάνοδο στὴν προπτωτικὴ συνθήκη τῶν πρωτοπλάστων. Ἡ ἀπώλεια τῆς ἐλευθερίας ἔγινε ὅταν οἱ πρωτόπλαστοι ἐπεθύμησαν μὲ πάθος τὸν ἀπαγορευμένο καρπό, γιατὶ πίστεψαν ὅτι αὐτὸ θὰ τοὺς ἐξασφάλιζε τὴ θέωση. Ὅμως διαψεύστηκαν οἰκτρά. Κι αὐτοὶ μὲν δὲν εἶχαν ἐμπειρία - πρὶν ἀπὸ τὴν βρώση - τοῦ κακοῦ ἀποτελέσματος μιᾶς ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας, ἐμεῖς ὅμως μολονότι ἔχομε πολλὴ ἐμπειρία, δὲ σταματοῦμε τὴν προσπάθεια, τὴν ἐμπαθῆ κίνηση καὶ ὁρμὴ πρὸς ἀπόλαυση τῶν κοσμικῶν πραγμάτων. Κι αὐτὸ δείχνει τὴν ἀπώλεια τῆς προσωπικῆς μας ἐλευθερίας. Ὁ Παῦλος σταματᾶ μπροστὰ στὸν πειρασμὸ διαφυλάσσοντας τὴν ἐλευθερία του μὲ τὸ λόγο ὅτι «πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ' οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ' οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος».
 λύπη εἶναι σημάδι προσπάθειας, ἐνῶ ἡ χαρὰ εἶναι σημάδι ἀπροσπάθειας. Ἐκεῖνος ποὺ λυπᾶται ὅταν χάσει κάτι σημαίνει ὅτι ἦταν ἐξαρτημένος ἀπὸ αὐτό, ὅτι ἦταν ἑνωμένος μὲ αὐτό, καὶ καθὼς ἀποκολλᾶται ἀπὸ αὐτὸ πονάει, ὅπως πονάει κάποιος ἄρρωστος ποὺ τοῦ κάνουν ἀκρωτηριασμὸ στὸ σῶμα του. Ἐκεῖνος ποὺ νομίζει ὅτι ἔχει «ἀπροσπάθεια» γιὰ ἕνα ὁποιοδήποτε πράγμα, αἰσθάνεται ὅμως λύπη στὴν καρδιά του ὅταν τὸ στερηθεῖ, αὐτὸς ἀπατᾶται τελείως.
 Χριστιανὸς ποὺ κυριαρχεῖ πάνω στὰ ὑλικὰ πράγματα, ποὺ τὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ τὴ βιολογική του ζωή καὶ δὲν κυριαρχεῖται ἀπὸ αὐτά, εἶναι πάντα χαρούμενος. Βαδίζει στὸ δρόμο του μὲ κλειστὰ μάτια καὶ χωρὶς κανένα ἐμπόδιο προχωρεῖ πρὸς τὸν οὐρανό. Τὰ ὑλικὰ πράγματα καὶ ἀγαθὰ μᾶς τὰ ἔδωσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ ζήσουμε καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὰ λατρεύουμε. Τὰ πρόσωπα ὑπάρχουν δίπλα μας, γιὰ νὰ ὑπενθυμίζουν τὸ Θεό, διότι εἶναι εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. «Εἶδες τὸν ἀδελφόν σου, εἶδες Κύριον τὸν Θεόν σου», λέει ὁ Ἀββᾶς Ἀπολλώς. Καὶ ὁ ἅγιος Νεῖλος ὁ ἀσκητὴς παρατηρεῖ: «Μακάριός ἐστι Μοναχός, (ἢ Χριστιανός) ὁ πάντας ἀνθρώπους ὡς Θεόν, μετὰ Θεὸν λογιζόμενος». Τὰ πρόσωπα εἶναι ἀδελφοί μας καὶ τὰ ἀγαποῦμε ἀπαθῶς, διότι αὐτὴ ἡ ἀγάπη μᾶς βοηθεῖ στὴ σωτηρία μας, ἐνῶ ἡ ἐμπαθὴς ἀγάπη μᾶς ἐμποδίζει. Τὰ πρόσωπα τὰ ἀγαποῦμε χωρὶς «προσπάθεια», διότι μὲ αὐτὰ σωζόμαστε. Ἡ σωτηρία εἶναι ὑπόθεση ἐκκλησιαστική, δηλαδὴ προσωπική. Σωζόμαστε «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις». Ἑπομένως οἱ ἄλλοι εἶναι ὁ παράδεισός μας καὶ ὄχι ἡ κόλασή μας, ὅπως ἔλεγε ὁ Σάρτρ. Ἐλεύθεροι, λοιπόν, ἀπὸ «προσπάθειες» γιὰ πράγματα καὶ πρόσωπα, προχωροῦμε μὲ ἀσφάλεια πρὸς τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, πρὸς τὴν πραγματική μας πατρίδα καὶ κατοικία.
------------
: Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ (Περὶ καρδίας, Ἡ παθολογία τῆς ψυχῆς, Ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς, Ἡ μετάνοια, Ἡ ἀγάπη, Ἡ ἠσυχία, Τὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας) διαπραγματεύεται τὸ ψυχωφελὲς τοῦτο βιβλίο, ἀδελφοί, ἀλλ' ὡς ἐδὼ μπορέσαμε νὰ σᾶς μεταδώσουμε.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Η εσωτερική ενότητα και η επίδραση της Φιλοκαλίας σε Ανατολή και Δύση




Επισκόπου Διοκλείας Καλλίστου Ware

Τὸ 1782 ἐκδόθηκε στὴ Βενετία ἕνας ὀγκώδης τόμος στὰ ἑλληνικὰ ποὺ ἔφερε τὸν τίτλο Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν (1). Τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐκδόθηκε δὲν εἶχε μεγάλη ἀπήχηση στὸν Ἑλληνορθόδοξο κόσμο, ἐνῷ στὴ Δύση τὸ ἔργο παρέμεινε τελείως ἄγνωστο γιὰ πολὺ καιρό. Ἀναδρομικὰ ὡστόσο, εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ Φιλοκαλία ὑπῆρξε μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες ἑλληνικὲς ἐκδόσεις ποὺ πραγματοποιήθηκαν σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῶν τεσσάρων αἰώνων τῆς Τουρκοκρατίας. Σήμερα, δύο αἰῶνες καὶ πλέον μετὰ τὴν πρώτη της ἔκδοση, ἡ Φιλοκαλία ἐξακολουθεῖ νὰ κυκλοφορεῖ στὸ πρωτότυπο ἀλλὰ καὶ σὲ νεοελληνικὴ μετάφραση. Ἐπίσης, ἔχει μεταφρασθεῖ ὄχι μόνον στὶς γλῶσσες τῶν χωρῶν ποὺ παραδοσιακὰ θεωροῦνται ὀρθόδοξες, ἀλλὰ καὶ στὶς περισσότερες δυτικοευρωπαϊκὲς γλῶσσες. Τόσο τὸ πρωτότυπο ὅσο καὶ οἱ μεταφράσεις ἔχουν κυκλοφορήσει σὲ τακτικὲς ἐπανεκδόσεις στὴ διάρκεια τῶν τελευταίων σαράντα ἐτῶν.

Στὴ Μεγάλη Βρετανία καὶ στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, ἀλλὰ καὶ στὶς ἄλλες χῶρες, οἱ πωλήσεις αὐξάνονται κάθε χρόνο. Σὲ πολλοὺς ὀρθόδοξους, ἀλλὰ καὶ σὲ μὴ ὀρθόδοξους κύκλους μιλᾶμε πλέον γιὰ μία «φιλοκαλικὴ» προσέγγιση τῆς θεολογίας ἢ τῆς προσευχῆς, καὶ πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θεωροῦν αὐτὴ τὴ φιλοκαλικὴ στάση ὡς τὸ πλέον δημιουργικὸ στοιχεῖο τῆς 'Ορθοδοξίας σήμερα.

Ὑπάρχουν ὁρισμένα βιβλία ποὺ μοιάζει σὰν νὰ μὴν ἔχουν γραφτεῖ γιὰ τὴ δική τους ἐποχή, ἀλλὰ γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιές. Τὴν ἐποχὴ τῆς ἔκδοσής τους περνοῦν σχεδὸν ἀπαρατήρητα, ἐνῷ ἡ ἐπίδρασή τους γίνεται, ἐμφανὴς μετὰ ἀπὸ δύο ἢ περισσότερους αἰῶνες. Ἡ Φιλοκαλία εἶναι ἀκριβῶς ἕνα τέτοιο βιβλίο.

Τί εἴδους βιβλίο εἶναι ἡ Φιλοκαλία; Ἡ πρώτη της ἔκδοση, τὸ 1782, κλείνει μὲ μία σελίδα στὰ Ἰταλικά: εἶναι ἡ licenza, δηλαδὴ ἡ ἄδεια δημοσίευσης τὴν ὁποία ὑπογράφουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ λογοκριτὲς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Πάδοβα. Στὴν ἄδεια αὐτὴ γράφουν ὅτι τὸ βιβλίο δὲν περιέχει τίποτε ἀντίθετο στὴν ἁγία καθολικὴ πίστη (contrο la Santa Fede Cattolica), καθὼς καὶ τίποτε ἐνάντια στὶς ἀγαθὲς ἀρχὲς καὶ συνήθειες (contro principi, e buoni costumi) [2]. Ὡστόσο, παρόλο ποὺ ἡ Φιλοκαλία φέρει αὐτὴ τὴ ρωμαιοκαθολικὴ σφραγίδα (imprimatur) δὲν παύει νὰ ἀποτελεῖ ἐντελῶς ὀρθόδοξο βιβλίο. Οἱ τριάντα ἕξι διαφορετικοὶ συγγραφεῖς, τὰ κείμενα τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται καὶ τὰ ὁποῖα χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸν 4ο ὡς τὸν 15ο αἰώνα, εἶναι ὅλοι Ἕλληνες ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Κασσιανὸ (περ. 430), ὁ ὁποῖος ἦταν ἐπίσης γνωστὸς ὡς Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος καὶ ὁ ὁποῖος συνέγραψε τὸ ἔργο του στὰ λατινικά. Αὐτὴ ἡ ἐξαίρεση εἶναι περισσότερο φαινομενικὴ παρὰ πραγματική, καθὼς ὁ Κασσιανὸς ἀνατράφηκε στὴ Χριστιανικὴ Ἀνατολὴ καὶ ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Εὐαγρίου τοῦ Ποντικοῦ, ποὺ φοίτησε κοντὰ στοὺς Πατέρες τῆς Καππαδοκίας.

Ποιοὶ ἦταν ὡστόσο οἱ ἐκδότες τῆς Φιλοκαλίας; Στὴ σελίδα τίτλου τῆς ἔκδοσης τοῦ 1782 ἀναγράφεται μὲ μεγάλα στοιχεῖα τὸ ὄνομα τοῦ χορηγοῦ ποὺ κατέστησε δυνατὴ τὴν ἔκδοση τοῦ ἔργου: ...διὰ δαπάνης τοῦ Τιμιωτάτου, καὶ Θεοσεβεστάτου Κυρίου Ἰωάννου Μαυρογορδάτου. (Πρόκειται ἴσως γιὰ τὸν Ἰωάννη Μαυροκορδάτο ποὺ ὑπῆρξε Πρίγκιπας τῆς Μολδαβίας ἀπὸ τὸ 1743 ἕως τὸ 1747). Ὡστόσο, οὔτε στὴ σελίδα τίτλου οὔτε στὶς 1.206 σελίδες τῆς ἀρχικῆς ἔκδοσης γίνεται ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ στοὺς ἐκδότες τοῦ ἔργου. Στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία γιὰ τὴν ταυτότητά τους: πρόκειται γιὰ τὸν ἅγιο Μακάριο Κορίνθου (1731-1805) καὶ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη (1749-1809), ποὺ ἦταν καὶ οἱ δύο μέλη τοῦ Κινήματος τῶν Κολλυβάδων (3).

Ποιὸς ἦταν ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ ἅγιοι Μακάριος καὶ Νικόδημος δημοσίευσαν αὐτὴ τὴ μεγάλη συλλογὴ Πατερικῶν κειμένων σχετικὰ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή; Τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 18ου αἰώνα ὑπῆρξε κρίσιμη καμπὴ γιὰ τὴν πολιτισμικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδας. Παρὰ τὸ ὅτι ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ἔληξε μὲ τὴν πτώση τῆς Πόλης τὸ 1453, ἡ βυζαντινὴ (ἢ καλύτερα ἡ ρωμαίικη) περίοδος τῆς ἱστορίας τῆς 'Ορθοδοξίας συνεχίστηκε χωρὶς διακοπὴ ἕως τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰώνα. Μὲ αὐτὸ ἐννοῶ ὅτι ἡ 'Ορθόδοξη Ἐκκλησία συνέχισε νὰ παίζει κεντρικὸ ρόλο στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Παρὰ τὶς δυτικὲς ἐπιδράσεις, ρωμαιοκαθολικὲς ἢ προτεσταντικές, ἡ θεολογία συνέχισε νὰ ἀναπτύσσεται κυρίως πάνω στὰ ἀχνάρια τῆς Πατερικῆς σκέψης. Καὶ οἱ περισσότεροι Ἕλληνες κοιτάζοντας πίσω στὸ παρελθόν, εἶχαν ὡς ἰδεῶδες τους τὴ χριστιανικὴ αὐτοκρατορία τοῦ Βυζαντίου.

Στὴ διάρκεια τῶν τελευταίων δεκαετιῶν τοῦ 18ου αἰώνα ὡστόσο, μία νέα ἰδεολογία ἄρχισε νὰ ἐπικρατεῖ μεταξὺ τῶν λόγιων Ἑλλήνων• τὸ πνεῦμα τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Τὸ ὕφος αὐτῆς τῆς νέας νοοτροπίας ἦταν περισσότερο κοσμικὸ ἀπὸ ἐκεῖνο τῶν Ρωμιῶν, ἂν καὶ ἀρχικὰ τουλάχιστον δὲν ἦταν ρητὰ ἀντιεκκλησιαστικό. Οἱ πρωταγωνιστὲς αὐτοῦ τοῦ κινήματος στράφηκαν πρὸς τὰ πίσω, πιὸ πίσω ἀπὸ τὸ Βυζάντιο, στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, προβάλλοντας ὡς ἰδεῶδες τὴν Ἀθήνα τοῦ Περικλέους, ποὺ τόσο θαύμαζαν στὴ Δύση. Πρότυπά τους δὲν ἦταν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ οἱ Ἕλληνες συγγραφεῖς τῆς κλασικῆς περιόδου. Αὐτοὶ οἱ ἐκφραστὲς τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ ἐμπνεύστηκαν ὡστόσο, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴ δυτικὴ λατρεία γιὰ τὶς κλασικὲς σπουδές, ἀλλὰ γενικότερα ἀπὸ τὴ νοοτροπία τοῦ Διαφωτισμοῦ (Aufklärung), ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ Βολταίρου καὶ τῶν Γάλλων Ἐγκυκλοπαιδιστῶν, τῶν ἰδεολόγων τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης (ἡ ὁποία ἄρχισε μόλις ἑπτὰ χρόνια μετὰ τὴ δημοσίευση τῆς Φιλοκαλίας) καὶ ἀπὸ τὸν ψευδό-μυστικισμὸ τῶν Μασόνων.

Εἶναι περιττὸ νὰ προσθέσω ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ φανταστοῦμε τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰώνα ὡς ἐποχὴ ἁπλῆς μετάβασης ἀπὸ τὴ ρωμαίικη παράδοση (ποὺ ξαφνικὰ θὰ ἔφτανε στὸ τέλος καὶ θὰ παραχωροῦσε τὴ θέση της) σὲ ἐκείνη τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Ἀντίθετα, τὸ ρωμαίικο στοιχεῖο συνέχισε νὰ συνυπάρχει μὲ τὸν Νέο Ἑλληνισμὸ στὴν Ἑλλάδα τόσο τοῦ 19ου ὅσο καὶ τοῦ 20ου αἰώνα. Οἱ δυὸ προσεγγίσεις ἐφάπτονται σὲ πολλὰ σημεῖα, μὲ συνέπεια τὴ δημιουργία μιᾶς λεπτῆς καὶ πολύπλοκης μίξης τῶν δύο, ποὺ συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ὁ Ἀλεξάντερ Σολζενίτσιν ἐπισημαίνει στὸ βιβλίο του Τὸ Ἀρχιπέλαγος τῶν Γκούλαγκ ὅτι τὸ σημεῖο διαχωρισμοῦ μεταξὺ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ βρίσκεται στὸ μέσον κάθε ἀνθρώπινης καρδιᾶς (4). Κατὰ τὴν ἴδια ἔννοια μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ σημεῖο διαχωρισμοῦ τοῦ Ρωμιοῦ καὶ τοῦ Ἕλληνα περνάει ἀπὸ τὸ μέσο τῆς καρδιᾶς καθενὸς ἀπὸ ἐμᾶς.

Ἐὰν δεχτοῦμε ὅτι ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς εἶναι ὁ πιὸ διακεκριμένος ἐκπρόσωπος τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰώνα, τότε οἱ πιὸ ἐπιφανεῖς ἐκπρόσωποι τοῦ ρωμαίικου, ἢ ἀλλιῶς, τοῦ παραδοσιακοῦ ὀρθόδοξου πνεύματος εἶναι οἱ ἐκδότες τῆς Φιλοκαλίας, ὁ ἅγιος Νικόδημος καὶ ὁ ἅγιος Μακάριος. Μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους Κολλυβάδες, οἱ ἅγιοι Νικόδημος καὶ Μακάριος αἰσθάνθηκαν ἀπειλητικὴ τὴ διείσδυση τῶν ἰδεῶν τοῦ Δυτικοῦ Διαφωτισμοῦ (Aufklärung) στὴν κοινωνία τῆς ἐποχῆς τους. Πίστευαν ὅτὶ ἡ ἀναγέννηση τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἔθνους θὰ μποροῦσε νὰ γίνει πραγματικότητα μόνον μέσα ἀπὸ τὴν ἀναβίωση τῆς μυστικῆς καὶ νηπτικῆς θεολογίας τῶν Πατέρων. Μὴν ἐλπίζετε στὴ νέα ἐκκοσμίκευση τῆς Δύσης, ἔλεγαν στοὺς Ἕλληνες συμπατριῶτες τους. Θὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἀπογοήτευση. Ἡ μόνη ἐλπίδα ἀναγέννησης εἶναι νὰ ἀνακαλύψουμε ἐξαρχῆς τὶς γνήσιες ρίζες μας στὸ παρελθὸν τῶν Πατέρων καὶ τοῦ Βυζαντίου. Δὲν εἶναι τὸ μήνυμά τους ἐξίσου ἐπίκαιρο σήμερα, ὅσο ἦταν καὶ τὸν 18ο αἰώνα;

Οἱ Κολλυβάδες πρότειναν, λοιπόν, ἕνα μακρόπνοο καὶ ριζικὸ πρόγραμμα ressourcement, δηλαδὴ ἐπιστροφῆς στὶς αὐθεντικὲς ρίζες τοῦ Ὀρθόδοξου Χριστιανισμοῦ. Αὐτὸ τὸ πρόγραμμα εἶχε τρία βασικὰ σκέλη. Κατὰ πρῶτο λόγο, ὅσον ἀφορᾶ στὴ λατρεία, οἱ Κολλυβάδες τόνιζαν τὴ σημασία τῆς πίστης στὴ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Μεταξὺ ἄλλων, ἐπέμεναν στὴν τέλεση τῶν μνημοσύνων τὴν καθορισμένη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἡμέρα, δηλαδή, τὸ Σάββατο, καὶ ὄχι τὴν Κυριακή. Ἀπὸ ἐκεῖ προῆλθε καὶ ἡ ὀνομασία Κολλυβάδες ποὺ τοὺς ἀποδόθηκε. Αὐτὸ ὅμως ἦταν ἕνα θέμα σχετικὰ ἥσσονος σημασίας. Πολὺ πιὸ σημαντικὴ ἦταν ἡ ἔμφαση ποὺ ἔδιναν στὴ συχνὴ μετάληψη τῆς Θείας Κοινωνίας. Στὸ θέμα αὐτὸ πολλοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ἀντιτάχθηκαν ἔντονα πετυχαίνοντας τελικὰ τὸ διωγμὸ καὶ τὴν ἐξορία τῶν Κολλυβάδων. Κατὰ δεύτερο λόγο, οἱ Κολλυβάδες ἐνδιαφέρονταν γιὰ μία Πατερικὴ ἀναγέννηση τῆς θεολογίας. Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ξεκίνησαν ἕνα φιλόδοξο ἐκδοτικὸ πρόγραμμα, στὸ ὁποῖο ἡ ἔκδοση τῆς Φιλοκαλίας ἔπαιξε ἀποφασιστικὸ ρόλο. Κατὰ τρίτο λόγο, ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν Πατερικὴ κληρονομιὰ ἔδωσαν ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴ διδασκαλία τοῦ Ἡσυχασμοῦ καὶ ἰδιαίτερα στὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, τὸν 11ο αἰώνα, καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τὸν 14ο αἰώνα. Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση ἀποτελεῖ τὴ ζώσα καὶ σφύζουσα καρδιὰ τῆς Φιλοκαλίας καὶ προσδίδει σὲ αὐτὸ τὸ πολυσυλλεκτικὸ ἔργο ἑνιαῖο χαρακτῆρα.

Αὐτὸ εἶναι ἑπομένως τὸ πολιτισμικὸ ὑπόβαθρο τῆς Φιλοκαλίας. Ἀποτελεῖ θεμελιῶδες καὶ ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ ressourcement, τῆς ἐπιστροφῆς στὶς ρίζες τῆς Πατερικῆς παράδοσης ποὺ ἐπεδίωκαν. Οἱ Κολλυβάδες στράφηκαν πρὸς τοὺς Πατέρες, ἀντιμετωπίζοντάς τους ὄχι ὡς ἀρχαιολογικὰ κειμήλια ἑνὸς μακρινοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ὡς ζωντανοὺς ὁδηγοὺς τῶν σύγχρονών τους Χριστιανῶν. Ἤλπιζαν ὅτι ἡ Φιλοκαλὶα δὲν θὰ ἔμενε στὰ ράφια τῶν ἐπιστημόνων, ἀλλὰ ὅτι θὰ ἄλλαζε τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ πρώτιστος στόχος τῆς Φίλοκαλίας ἦταν πρακτικός.

Κατὰ τὴν ἴδια ἔννοια σημαντικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἅγιοι Νικόδημος καὶ Μακάριος δὲν προόριζαν τὴ Φιλοκαλία ἀποκλειστικὰ γιὰ μοναχούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ λαϊκούς• ὄχι μόνον γιὰ εἰδικούς, ἀλλὰ γιὰ ὅλους τους Χριστιανούς. Τὸ βιβλίο προοριζόταν, ὅπως ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ στὴ σελίδα τίτλου, εἰς κοινὴν τῶν 'Ορθοδόξων ὠφέλειαν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι σχεδὸν ὅλα τὰ κείμενα ποὺ ἐμπεριέχονται στὴ Φιλοκαλία εἶναι γραμμένα ἀπὸ μοναχοὺς καὶ ἀρχικὰ προορίζονταν γιὰ ἕνα ἀντίστοιχο κοινό. Εἶναι ἐπίσης γεγονὸς ὅτι, μὲ μόνη ἐξαίρεση ἑπτὰ συνοπτικὰ χωρία ποὺ παρατίθενται στὸ τέλος τοῦ τόμου, ὅλο τὸ ὑπόλοιπο ὑλικὸ ἐκδόθηκε σὲ μεσαιωνικὰ ἑλληνικά, χωρὶς νεοελληνικὴ (δημοτική) μετάφραση, παρὰ τὸ ὅτὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος καὶ ὁ ἅγιος Μακάριος χρησιμοποίησαν τὴ δημοτικὴ στὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς ἄλλες ἐκδόσεις τους. Παρὰ τὶς γλωσσικὲς δυσκολίες σὲ πολλὰ κείμενα τῆς Φιλοκαλίας, εἰδικὰ σὲ ἐκεῖνα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, οἱ ἐκδότες δὲν ἀφήνουν περιθώριο ἀμφισβήτησης τῶν προθέσεων καὶ τῶν ἐλπίδων τους. Στὸν πρόλογό του ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης δηλώνει καθαρὰ ὅτι τὸ ἔργο προορίζεται γιὰ ὅλους: πάντες ὅσοι κλήσεως Ὀρθοδόξου τυγχάνετε μέτοχοι, συνάμα λαϊκοί τε καὶ μοναχοί (5). Εἰδικότερα, ὁ ἅγιος Νικόδημος ἀναφέρει ὅτι ἡ προτροπὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε (Α' Θέσ. 5:17) δὲν ἀφορᾶ μόνον σὲ ἐρημίτες ποὺ ἀσκητεύουν σὲ σπηλιὲς ἢ στὶς κορυφὲς τῶν βουνῶν, ἀλλὰ καὶ σὲ ἔγγαμους Χριστιανοὺς μὲ οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις, σὲ ἀγρότες, ἐμπόρους, δικηγόρους, ἀκόμη καὶ βασιλεῖς... καὶ βασιλεῖς αὐτοί, καὶ ἐν βασιλείοις διατρίβοντες (6). Εἶναι μία παγκόσμια προτροπή. Τὸ κάλλιστο ἀνήκει σὲ ὅλους.


διαβάστε το ολόκληρο εδώ
είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2010/11/blog-post_16.html#ixzz1LPSfGhro